Βγαίνοντας από τα ψυχοφάρμακα. Παρουσίαση βιβλίου.

Ψυχοφάρμακα2

Η παρουσίαση αυτή πραγματοποιήθηκε:

1) στο πλαίσιο του 1ου Εκπαιδευτικού σεμιναρίου του «ΔΙΚΤΥΟΥ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΜΕΙΩΣΟΥΝ Ή ΝΑ ΔΙΑΚΟΨΟΥΝ ΤΑ ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΑ» στις 28 – 29  Μαρτίου 2009 στη Θεσσαλονίκη και

2) στις 23 Ιουνίου 2010 στο  Μικρόπολις – Κοινωνικός Χώρος για την ελευθερία. Θεσσαλονίκη.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

«ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΑ ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΑ. Εμπειρίες επιτυχημένης διακοπής νευροληπτικών, αντικαταθλιπτικών, λιθίου και άλλων ρυθμιστικών της διάθεσης, Ritalin και αγχολυτικών»

Πέτερ Λέμαν – Άννα Εμμανουηλίδου (επιμ.) (2008), (Μετάφραση: Άννα Εμμανουηλίδου)

εκδ. ΝΗΣΙΔΕΣ

από τον Σταύρο Γκουγκουσκίδη

——————————————

Το βιβλίο αυτό ανήκει στην πολύ ενδιαφέρουσα –για μένα- κατηγορία των βιβλίων που αναφέρουν εμπειρίες, μαρτυρίες, γνώμες, απόψεις, προσωπικά βιώματα ανθρώπων που έχοντας ζήσει μία κατάσταση αποφασίζουν να μοιραστούν την εμπειρία τους αυτή με τον υπόλοιπο κόσμο.

Ανήκει επίσης στην κατηγορία των βιβλίων που έρχονται για να ανατρέψουν δεδομένα και να προτείνουν διαφορετικά πράγματα από όσα μέχρι τώρα έχουμε συνηθίσει.

Στο βιβλίο του ο Lehmman δίνει τον λόγο στους ανθρώπους που έχουν ή είχαν στη ζωή τους αυτό που ονομάζεται ψυχιατρική εμπειρία. Αναφέρεται σε και περιγράφει εμπειρίες ανθρώπων που έζησαν ή ζουν ακόμα  με τα λεγόμενα «ψυχοφάρμακα». Αναφέρεται σε και περιγράφει εμπειρίες και  απόψεις ανθρώπων που έζησαν με τα ψυχοφάρμακα και βγήκαν από αυτά.  Αναφέρεται σε και περιγράφει εμπειρίες και απόψεις θεραπευτών ή υποστηρικτών ανθρώπων που έζησαν την προσπάθειά τους αυτή και στάθηκαν στο πλάι τους.

Το βιβλίο ξεκινά με τις ιστορίες των άμεσα ενδιαφερομένων. Σαν να ξεκινά ένας διάλογος, μία συζήτηση γύρω από το θέμα, όπου οι άμεσα εμπλεκόμενοι περιγράφουν τις ιστορίες τους όπως τις έχουν ζήσει ή τις ζουν ακόμα.

Τα πρώτα 6 κεφάλαια τοποθετούν τον αναγνώστη μέσα στην ιστορία. Ακούς –διαβάζοντας – την ιστορία μιας γυναίκας που εξαναγκάστηκε από την αδερφή της να νοσηλευτεί και να πάρει φάρμακα. Η γιατρός της την προειδοποιεί αυστηρά μετά την έξοδό της από το ψυχιατρείο, «να μην διανοηθεί να σταματήσει τα φάρμακα διότι είναι πολύ επικίνδυνο και να μην περιμένει γρήγορα να γίνει καλά». Η ίδια νιώθει φόβο, ανήμπορη, εντελώς αβοήθητη. Ξεκινά τις αλλαγές στη ζωή της όταν γεμίζει από συναισθήματα οργής και θυμού. Και τότε τα καταφέρνει.  Την ιστορία ενός άντρα που εξαναγκάστηκε με εντολή των –ανήμπορων- γονιών του να εισαχθεί σε ψυχιατρείο. Τα ίδια συναισθήματα, οι ίδιες σκέψεις συνοδευμένες και από μία βαθιά πίστη του ιδίου ότι «ήμουν ψυχικά άρρωστος και χρειαζόμουν τα φάρμακά μου, γιατί χωρίς αυτά θα ερχόταν αμέσως η υποτροπή». Περνώντας ο καιρός και μη- ζώντας, το αίσθημα της απελπισίας τον κυρίευσε: «μου ήταν ξεκάθαρο πως η ζωή μου ήταν κατεστραμμένη πια και δεν είχα να περιμένω κανένα απολύτως ίχνος χαράς, και φυσικά καμία αλλαγή».

Ο συγκεκριμένος συγγραφέας (που στην περίπτωση αυτή είναι ο ίδιος ο Lehmman) βάζει στη συζήτηση και το θέμα της συμμετοχής. Ο ίδιος ήταν αμέτοχος στην «αρρώστια και την θεραπεία του». Ποτέ –αν και έκανε πολλούς δικαστικούς αγώνες- δεν τους επετράπη να δει τον ψυχιατρικό του φάκελο και επίσης, όπως λέει ο ίδιος «δεν υπήρξε στη διάρκεια της ψυχιατρικής μου καριέρας κανένας ψυχίατρος που να έχασε έστω και μία λέξη ενημερώνοντάς με για τα φάρμακά του».

Στο επόμενο κεφάλαιο η ιστορία μιας γυναίκας που έπαθε νευρικό κλονισμό. «Αυτό που νιώθει κανείς όταν παίρνει ψυχοφάρμακα είναι συνεχώς κουρασμένος (ειδικά μόλις έχει πάρει τα χάπια). Όλα μέσα σου, τα συναισθήματα, η λογική και η κινητικότητα λειτουργούν κατά κάποιο τρόπο μόνο στο μισό των δυνατοτήτων τους». Όταν αποφασίζει να σταματήσει τα φάρμακα η γιατρός που την υποστηρίζει λέει στην οικογένειά της: «Αν καταφέρετε να την αντέξετε θα πάνε όλα καλά και χωρίς ψυχιατρείο». Ο επόμενος άνθρωπος που γράφει, στα δεκαέξι του, επειδή η μητέρα του κουβαλούσε μία διάγνωση «μανιοκαταθλιπτική ασθενής», ερμηνεύτηκε –ψυχιατρικά- η κακή του διάθεση ως πιθανή κατάθλιψη και ξεκίνησε να παίρνει αντικαταθλιπτικά. Υπάρχουν και άλλες τέτοιες ιστορίες ανθρώπων μέσα στο βιβλίο, όπως τις έχουν γράψει οι ίδιοι. Ανθρώπων που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ξεκίνησαν το ταξίδι στον κόσμο των ψυχοφαρμάκων και δοκίμασαν και πέτυχαν να κατέβουν από το πλοίο. Άλλοι μεσοπέλαγα, άλλοι σε λιμάνι. Όλοι όμως έφτασαν αργά ή γρήγορα στη στεριά. Οι ιστορίες παρουσιάζονται απλά, ως λόγια ριγμένα πάνω στο τραπέζι του διαλόγου. Είναι εδώ μπροστά σου, απλά, κατανοητά, σαν να σου τα διηγείται κάποιος κι εσύ να ακούς.

Αυτός, ο ρόλος του ακροατή, μου ήταν πολύ ξεκάθαρος καθώς διάβαζα το βιβλίο. Και βρήκα το νόημα όλου αυτού όταν, προς το τέλος του βιβλίου, διάβασα ότι η καλύτερη ιατρική συμβουλή που έχει ακούσει ο Bob Johnson (ένας από τους συγγραφείς) είναι το «Άκου προσεκτικά τους ασθενείς σου. Αυτοί σου λένε τη διάγνωση». Του το είχε πει ο Sir William Osler, ο –κατ’ αυτόν- καλύτερος νοσοκομειακός γιατρός του 20ου αιώνα.

Στον αναγνώστη του βιβλίου (όπως και σε μένα) δίνεται μία πρώτης τάξης ευκαιρία να «ακούσει» ανθρώπους που έχουν εμπλακεί με τα ψυχοφάρμακα να περιγράφουν αυτά που έζησαν ή ζουν ακόμα από τη σκοπιά του ανθρώπου που βίωσε και παρατήρησε το ταξίδι αυτό. Το κατέγραψε με την κάμερά του και τώρα έρχεται να τα παρουσιάσει. Στα κεφάλαια αυτά υπάρχουν περιγραφές που δεν μπορεί κανείς να τις αμφισβητήσει. Που κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν έχουν καταμετρηθεί σωστά. Που κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν χρησιμοποιήθηκε το κατάλληλο εργαλείο. Που κανείς δεν μπορεί να πει ότι έχει διαφορετική άποψη. Ακόμα κι αν έχει διαφορετική άποψη, μόνο να προστεθεί στη συζήτηση θα μπορούσε και όχι να αντικρούσει ή να αναιρέσει ή να διαψεύσει. Εύστοχα παρατηρεί η επιμελήτρια της ελληνικής έκδοσης Άννα Εμμανουηλίδου στην εισαγωγή της ότι «οι ιστορίες αυτές υπερβαίνουν σε δύναμη χιλιάδες επιστημονικά ή ψευδοεπιστημονικά κείμενα πάνω στο θέμα των ψυχοφαρμάκων». Εγώ θα παρατηρούσα ίσως επιπλέον πως, καθώς άκουγα τις ιστορίες που διάβαζα, αυτά όλα μου φαινόταν …άτοπα. Δηλαδή, τι σημασία έχει το τι λένε τα «επιστημονικά» κείμενα όταν μπροστά σου έχεις έναν άνθρωπο που έκανε το αντίθετο από αυτό που λένε οι επιστήμες και είναι καλά. Όχι γιατί καταρρίπτονται οι θεωρίες και οι έρευνες απαραίτητα, αλλά μάλλον γιατί η συζήτηση μεταξύ των δύο –των επιστημονικών κειμένων και των ανθρώπων που βγήκαν από τα ψυχοφάρμακα- θα ήταν μάλλον δύσκολη. Ακόμα κι αν κάποιος θα μπορούσε τελικά να υποστηρίξει ότι οι ιστορίες αυτές έχουν τρωτά σημεία ή είναι μειοψηφία αυτό δεν θα μείωνε σε τίποτα την αξία τους. Γιατί οι ιστορίες αυτές είναι πραγματικές, τις έχουν ζήσει άνθρωποι, έχουν ήδη συμβεί και αποτελούν παράδειγμα για άλλους.

Οι ψυχίατροι, οι «ειδικοί», το επίσημο κρατικό ή επιστημονικό παράδειγμα δημιουργεί σκοτάδι. Κινείται μέσα στο σκοτάδι και το αναπαράγει. Αντί να το δει, να το περιγράψει, να το φωτίσει το ενισχύει. Τις ελάχιστες κουρτίνες που βάζουν λίγο φως στον σκοτεινό χώρο τις κλείνει για να μη δει κανείς τι γίνεται μέσα.

O Marc Rufer αναφέρει: Η πάγια στάση των ψυχιάτρων απέναντι στους ψυχιατρικούς ασθενείς συνοψίζεται στα ακόλουθα: «Είσαι άρρωστος. Είσαι σχιζοφρενής. Έτσι έχει το πράγμα. Αυτό είναι το πεπρωμένο σου. Η μοναδική δυνατότητα που έχεις να ζήσεις μία σε γενικές γραμμές φυσιολογική ζωή, συνίσταται στο να παίρνεις νευροληπτικά φάρμακα. Αυτό πρέπει να το δεις, απαιτούμε από εσένα να συνειδητοποιήσεις την ασθένειά σου. Αν την συνειδητοποιήσεις θα σου δώσουμε γρήγορα εξιτήριο. Θα φροντίσουμε όμως να πηγαίνεις μετά το εξιτήριο συστηματικά στον γιατρό ή τον ψυχίατρό  και εκείνος να σου γράφει τα φάρμακά σου. Τα καλύτερο κατά τη γνώμη μας είναι να σου γίνεται κάθε 2 ή 3 εβδομάδες μία ένεση ντεπό με νευροληπτικά. Έτσι θα είμαστε σίγουροι ότι δεν πρόκειται να σταματήσεις τα φάρμακα από αμέλεια ή από μη κατανόηση της κατάστασής σου. Αν δεν μας πιστεύεις και αρνηθείς αυτή την αναγκαία θεραπεία, τότε κάνεις ένα τεράστιο λάθος, γιατί σύντομα θα βιώσεις υποτροπή και θα μεταφερθείς αργά ή γρήγορα πίσω στο ψυχιατρείο. Μην ξεχνάς ποτέ ότι είσαι άρρωστος. Έχεις την προδιάθεση της σχιζοφρένειας, είσαι ευάλωτος. Τα συμπτώματα αυτής της αρρώστιας μπορούν κάθε στιγμή να ξαναεμφανιστούν, ακόμα από καιρού εις καιρόν νιώθεις πολύ καλύτερα. Μην παρασυρθείς ποτέ από οποιουσδήποτε ανεύθυνους ανθρώπους, που θα σου πουν πως είσαι δήθεν υγιής και πως θα μπορούσες να ζήσεις καλά και με νόημα χωρίς φάρμακα. Αυτό είναι τεράστιο λάθος. Εμείς γνωρίζουμε καλύτερα. Έχουμε μεγάλη εμπειρία από αυτή την αρρώστια. Πρέπει να μας πιστέψεις, δεν έχεις άλλη επιλογή. Χρειάζεσαι τα νευροληπτικά όπως ο διαβητικός χρειάζεται την ινσουλίνη του».

Ποιος και πώς μπορεί ένας άνθρωπος με ψυχιατρική εμπειρία στη ζωή του να αντισταθεί και να αντιδράσει σε αυτή την βίαιη άσκηση εξουσίας; Δεν μπορεί. Η σχέση γιατρού – ασθενή καθορίζεται από την εξουσία του ενός προς τον άλλον. Ο δυνατός, ο γνώστης, ο έμπειρος, ο επιστήμονας και από την άλλη ο άρρωστος, ο τρελός, ο ασθενής, ο αδύναμος.

Το βιβλίο αναφέρεται σε πολλά περιστατικά ανθρώπων που πέθαναν, καταστράφηκαν, διαλύθηκαν και κατάφεραν ποτέ να βγουν από την «ασθένεια» των ψυχώσεων παρά την τακτική και προσεκτική παρακολούθηση και χορήγηση φαρμάκων από τους γιατρούς τους. Η εμπειρία μας, τα ψυχιατρεία και εξωτερικά ιατρεία των ψυχιατρικών νοσοκομείων και τόσες και τόσες οικογένειες ανθρώπων όπου κάποιο μέλος τους βιώνει ψυχιατρική εμπειρία καταμαρτυρούν το ίδιο ακριβώς. «Τα ψυχοφάρμακα και τα ναρκωτικά δεν μπορούν να λύσουν κανένα πρόβλημα. Αυτό που μπορούν να κάνουν είναι καταστείλουν συμπτώματα, όπως ο φόβος και η απελπισία, ώστε οι άνθρωποι που τα παίρνουν να μην μπορούνε πια να αντιληφθούν αυτά τα συναισθήματα». Παρ’ όλ’ αυτά, οι βιομηχανία της ψυχιατρικής και της ψυχοφαρμακολογίας ανθεί.

Ο καλός συνάδελφος Φώτης Τέγος, σε εργασία του στο Α.Π.Θ. αναφέρεται σε μία έρευνα που έγινε στις Η.Π.Α. σχετικά με τις φαρμακευτικές βιομηχανίες. Αναφέρει: «Η φαρμακευτική βιομηχανία έχει μια σημαντική παρουσία κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης των ειδικευόμενων, έχει κερδίσει την αποδοχή των εκπαιδευομένων και φαίνεται να επηρεάζει την συνταγογραφική τους συμπεριφορά. ….

Οι φαρμακευτικές εταιρείες ξόδεψαν, κατά μέσο όρο, ποσά διπλάσια για διαφήμιση και προώθηση, σε ιατρούς και σε κοινό, από τα ποσά που διέθεσαν για έρευνα και ανάπτυξη. Το 1999, 87% από τα 13,9 δισεκατομμύρια δολάρια που διατέθηκαν για την προώθηση φαρμάκων κατευθύνθηκε προς τους ιατρούς με, κατά προσέγγιση, ένα ποσό 8-13 χιλιάδων δολαρίων να αντιστοιχεί σε κάθε ιατρό ανά έτος. Για το 2000, τα συνολικά έξοδα για την προώθηση φαρμάκων ανέρχονται σε 16 δισεκατομμύρια δολάρια. Η ιατρική βιβλιογραφία έχει καταδείξει ότι οι πρακτικές προώθησης φαρμάκων μπορούν να επηρεάσουν αποτελεσματικά την συμπεριφορά των ασκούμενων ιατρών, όπως στις αποφάσεις για συνταγογράφηση ή στην προσθήκη φαρμάκων σε μια ιατρική συνταγή. Παρά τις πειστικές ενδείξεις ότι η διαφήμιση είναι αποτελεσματική, οι ιατροί συχνά λειτουργούν εν αγνοία του πόσο επηρεασμένοι είναι όταν λαμβάνουν αποφάσεις για συνταγογράφηση.» (Αλληλεπιδράσεις / διαδράσεις μεταξύ φαρμακευτικών αντιπροσώπων και εκπαιδευόμενων ιατρών, μετάφραση από http://indy.gr/people/To_milo/profile,  Τίτλος πρωτότυπου: Interactions between pharmaceutical representatives and doctors in training. A thematic review J Gen Int Med. 2005; 8:777-786.)

Είναι αναπόφευκτο ότι αν οι φαρμακευτικές εταιρείες εναποθέτουν τόσα χρήματα στα αρχικά στάδια εκπαίδευσης των ιατρών θα πρέπει να έχουν και αντίστοιχα οφέλη. Είναι συνηθισμένο ιατρικά συνέδρια να κατακλύζονται από περίπτερα φαρμακευτικών εταιρειών που τα χρηματοδοτούν. Όλοι μας έχουμε γίνει μάρτυρες επαφών ιατρών και φαρμακευτικών αντιπροσώπων στα νοσοκομεία ή στα ιατρεία τους. «Πληρώνουν, διεθνώς, τους πάντες, συλλόγους οικογενειών, χρηστών κλπ προκειμένου μ’ αυτή την ‘έξωθεν καλή μαρτυρία’, να έχουν με το μέρος τους όσο γίνεται περισσότερους φορείς πέραν (υποτίθεται) πάσης υποψίας. Το ζήτημα είναι: μπορούμε να σκεφτούμε, να ‘νοιώσουμε’ τον εγκλωβισμό μας στη φαρμακοκουλτούρα, μέσα στην οποία ποδηγετούν την ψυχιατρική (όπως ολόκληρη την ιατρική) οι πολυεθνικές του φάρμακου; Το γεγονός, δηλαδή, ότι η χρήση των φαρμάκων, από σημαντική βοήθεια στη θεραπεία, έχει μεταμορφωθεί σε πρωταρχική παρέμβαση, που υποβαθμίζει όλα τα υπόλοιπα σε μια καθαρά δορυφορική παρέμβαση, σε απλή υποστήριξη των ίδιων των φαρμακολογικών θεραπειών;» (Ανακοίνωση της Πανελλαδικής Συσπείρωσης για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση για το 20ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ψυχιατρικής στην Κρήτη, Σεπτέμβρης 2008).

Παρακάτω αναφέρεται:

«Και αν αυτό δεν είναι αρκετό για να δείξει ότι η ιατρική εξουσία συμβαδίζει χέρι με χέρι με την κερδοφορία της αγοράς από τις φαρμακοβιομηχανίες τότε θα πρέπει να αναφέρουμε και το εξής: «Tα τελευταία χρόνια οι μεγάλες πολυεθνικές φαρμακοβιομηχανίες δεν επιδίδονται μόνο στον αγώνα για την ανακάλυψη νέων φαρμάκων, αλλά και σε κάτι ακόμα πιο προσοδοφόρο: στην «ανακάλυψη» ασθενειών, έτσι ώστε να παρουσιαστούν ανάγκες για νέα φάρμακα. Πρόκειται για τη λεγόμενη ασθενοκαπηλία (ή καλύτερα καπηλεία του φόβου του υγιούς για την ασθένεια), από τους πιο ενεργητικούς τομείς μάρκετινγκ των εταιρειών. H διεθνής βιβλιογραφία έχει γεμίσει νέα σύνδρομα· το «κατάλληλο φάρμακο» συνήθως έχει βρεθεί… νωρίτερα. …οι καμπάνιες ενημέρωσης για νέες ασθένειες είναι υπαγορευμένες από τα τμήματα μάρκετινγκ των φαρμακευτικών εταιρειών και όχι από οργανώσεις που ενδιαφέρονται για τη δημόσια υγεία… Tο 56% των 170 ειδικών που συνεργάστηκαν για την τελευταία έκδοση του βασικού εγχειριδίου των ψυχιάτρων είχαν οικονομικές σχέσεις με τις φαρμακοβιομηχανίες. Πρόκειται για σοβαρότατη καταγγελία Αμερικανών ερευνητών, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα σε έγκριτο επιστημονικό περιοδικό. Πρόκειται για το DSM, που θεωρείται ο «μπούσουλας» των γιατρών του κλάδου. Οι οικονομικές σχέσεις αφορούσαν αμοιβές για ομιλίες ή συμβουλές στις επιχειρήσεις, κατοχή μετοχών, ακριβά δώρα ή καταβολή χρημάτων για επαγγελματικά ταξίδια και έρευνα. Μάλιστα όλοι όσοι είχαν ασχοληθεί με τη σχιζοφρένεια και άλλες ψυχιατρικές διαταραχές, «των οποίων η λήψη φαρμάκων θεωρείται η πρώτη θεραπεία», είχαν σχέση με τις εταιρείες. H καταγγελία αυτή αποκαλύπτει το μέγεθος κηδεμονίας της ιατρικής έρευνας από τα συμφέροντα των φαρμακευτικών εταιρειών…. (Ελαφρού Γιάννη, Βομβαρδισμός με φάρμακα… λαϊφστάιλ, , εφημ. Καθημερινή, 20/8/2006).

«Η μόδα των βιταμινών παλαιότερα και σήμερα των ψυχοφαρμάκων έρχεται να δώσει ένα υποκατάστατο φροντίδας στο κουρασμένο κορμί, να το απαλλάξει από το άγχος, να το ξεκουράσει, σ’ ένα χώρο περιορισμένο, σ’ ένα περιβάλλον μολυσμένο, να του δώσει την ελπίδα μιας υγείας που όλο και πιο πολύ στερείται στις απάνθρωπες συνθήκες των μοντέρνων πόλεων» (Ψυχοφάρμακα, μύθος και πραγματικότητα στη θεραπευτική τους χρήση, περιοδικό Η τρέλα, τεύχος 3, σελ. 20.)

Και για να αναφερθούμε και πιο ειδικά στα σκευάσματα που αφορούν την ψυχική ασθένεια και που αποδεικνύουν το γεγονός ότι τα ψυχοφάρμακα αντικατέστησαν πολύ απλά τα παλαιότερα δεσμά του ψυχιατρείου θα αναφέρουμε τα παρακάτω. «Θα μείνουμε, για λόγους συντομίας, σε δύο μόνο κατηγορίες ψυχοφαρμάκων, τα αγχολυτικά/υπναγωγά (βενζοδιαζεπίνες) και τα νευροληπτικά, εξετάζοντάς τα στη βάση του συνεχούς «ευχάριστο-δυσάρεστο».

Στην πλειοψηφία τους τα φάρμακα αυτά λειτουργούν, παρά τις δαπανηρές διαφημίσεις των εταιρειών, στην λογική του «1/3, 1/3, 1/3», δηλαδή: 1/3 των ασθενών βελτιώνεται ανεξάρτητα από φάρμακο,  1/3 δεν ανταποκρίνεται και 1/3 παρουσιάζει μια βελτίωση. Τα αγχολυτικά / υπνωτικά παρουσιάζουν μια σαφή ευφορική (ευχάριστη, «ηδονιστική») ενέργεια (αν και λιγότερο από τα οπιοειδή, την αμφεταμίνη και την κοκαΐνη), ενώ τα νευροληπτικά έχουν μια σαφώς αποδεδειγμένη δυσφορική ενέργεια. Η ευφορική ενέργεια των αγχολυτικών/υπνωτικών εξηγεί γιατί οι χρήστες τους προτιμούν τις βενζοδιαζεπίνες αν και  υπάρχουν άλλα μη ηδονιστικά αγχολυτικά. Εξηγεί, επίσης, την ευρεία και απερίσκεπτη συνταγογράφησή τους από γιατρούς  άλλων ειδικοτήτων καθώς και τους μηχανισμούς της αυτοσυνταγογράφησης.

Η «ηδονιστική» δράση ακολουθείται, φυσικά, από την «τιμωρητική», που προέρχεται από το σύνδρομο «στέρησης» (λόγω του εθισμού που προκαλούν), όταν γίνεται απόπειρα να διακοπεί η αγωγή. Αντί να διερευνάται το πρόβλημα, που βρίσκεται πίσω από το σύμπτωμα (το άγχος, την κατάθλιψη κλπ), επιλέγεται μια λύση «ταμποναρίσματος», που απομακρύνει από τις πηγές του προβλήματος και από την συνειδητοποίησή τους. Σε αυτή την πρακτική ανταποκρίνεται ένας προκατασκευασμένος και άκαμπτα κωδικοποιημένος τύπος ψυχιατρικής πρακτικής, που αποτελεί, παρά τις πιθανές «καλές προθέσεις», το μακρύ χέρι του κοινωνικού ελέγχου. Όσο για τα νευροληπτικά, που έχουν ενδείξεις σε σοβαρές ψυχικές διαταραχές (σχιζοφρένεια, μανιοκατάθλιψη κλπ), έχει αποδεχθεί η σοβαρή και μόνιμη αναπηρία, που μπορεί να προκαλέσουν (όψιμη δυσκινησία, τύφλωση, κλπ, ακόμα και θάνατος), καθώς και οι βλάβες των γνωστικών λειτουργιών, μέχρι και άνοιας.» (Μεγαλοοικονόμου Θ., Τα ψυχοφάρμακα και ο κοινωνικός αποκλεισμός, άρθρο Internet).

Υπάρχουν επίσης πάμπολλα άρθρα που αναδεικνύουν και αποδεικνύουν την σύνδεση του ιατρικού – ψυχιατρικού κατεστημένου με τα καρτέλ των φαρμακοβιομηχανιών (την επιτομή των πολυεθνικών αυτών εταιρειών, την μηχανή του καπιταλιστικού τρένου) και την καταστρατήγηση βασικών δικαιωμάτων τόσο των πολιτών και των κοινωνιών – βλέπε την σύγχρονη γρίπη των χοίρων και τον «κίνδυνο» της πανδημίας αλλά και την ανταπόκριση του εμβολίου Tamiflou σε αυτή με αποτέλεσμα την άνοδο στα χρηματιστήρια των φαρμακοβιομηχανιών που παράπαιαν μέσα στην οικονομική κρίση – αλλά πολύ περισσότερο των ασθενών που οι κοινωνίες απογυμνώνουν από δικαιώματα εξαιτίας των παθήσεών τους.

Για να επιστρέψουμε στο βιβλίο, το σκοτάδι, το αδιέξοδο που δημιουργούν οι «ειδικοί» φωτίζεται και ανοίγει  –επιτέλους- ένας άλλος δρόμος. Ξεκινά μία συζήτηση προσανατολισμένη στις λύσεις. Σημασία έχει τώρα ποιος θέλει να πάρει μέρος σ’ αυτήν. Ποιος θέλει να αμφισβητήσει τις ίδιες του, τις προκαταλήψεις, ποιος θέλει να αφουγκραστεί μία άλλη διαφορετική άποψη. Ένα καινούργιο βίωμα, μία νέα εμπειρία.

Το λόγο παίρνει ο επιμελητής, ο Πήτερ Λέμαν και στο επόμενο κεφάλαιο με τίτλο ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΟΝΤΑΣ ΩΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ παραθέτει μία σειρά από κείμενα συγγραφέων με προτάσεις βοηθητικές, μια σειρά από ιδέες, μια σειρά από δοκιμασμένες από άλλους λύσεις. Μεταφέρει στο κοινό πληροφορίες για τη βιοχημική δράση του εγκεφάλου, για τις επιπτώσεις των διακοπών απότομων και μη, για εναλλακτικές προς τη χημική βιομηχανία μεθόδους απεξάρτησης, διακοπής των ψυχοφαρμάκων και υποστήριξης ανθρώπων στην προσπάθειά τους να σταματήσουν, συζητά λύσεις.

Ο Marc Rufer (γιατρός με κριτική στάση στην ψυχοφαρμακολογία) αναφέρει. Στο επίπεδο της βιολογίας: «Όλες οι βιολογικές συνέπειες της διακοπής είναι συνέπειες της ανοχής που έχει αναπτύξει ο οργανισμός στις συγκεκριμένες ουσίες».  Στο επίπεδο της ψυχολογίας: «Όταν μία ψυχοτρόπος ουσία λαμβάνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, έχει επίδραση σε όλη την προσωπικότητα του ανθρώπου που την παίρνει και ορίζει σε μεγάλο βαθμό ολόκληρη τη ζωή του».

Ο επόμενος συγγραφέας Josef Zehendbauer λέει κάτι πολύ χρήσιμο: «Τα ψυχοφάρμακα δεν είναι σε καμία περίπτωση θεραπευτικά. Στην καλύτερη περίπτωση προσφέρουν μία διευκόλυνση σε περιόδους παράξενων συμπεριφορών, ψυχικών διαταραχών και κρίσεων. Στα χέρια ειδικά κάποιων ψυχιάτρων μπορούν να είναι και μέσα για προσαρμογής του συγκεκριμένου ατόμου στην κοινωνική νόρμα. Όποιος αντισταθεί σ’ αυτή τη γενικευμένη πίεση για υιοθέτηση της γκρίζας μετριότητας και έχει το θάρρος να δείξει τη διαφορετικότητά του, αυτός δεν έχει «ψευδαισθήσεις», αλλά ασυνήθιστες αντιληπτικές ικανότητες. Αυτός δεν υποφέρει από «παράνοια», αλλά βιώνει οραματικά τον εαυτό του. Δεν βουλιάζει σε μία «ενδογενή κατάθλιψη», αλλά ζει μία βαθιά, υπαρξιακή μελαγχολία ή μία οριακή υπαρξιακή εμπειρία. Και κυρίως: δεν είναι κάθε πόνος αρρώστια. Η Εύα, μία κοπέλα που πέρασε από την ψύχωση και τα κατάφερε να ξεφύγει με την βοήθεια της ψυχοθεραπείας, αναρωτιέται: «…μία φορά ψύχωση, ποτέ πια υγιής…;»

Στο βιβλίο περιγράφονται εμπειρίες λύσης. Ομάδες αυτοβοήθειας, ατομική και ομαδική ψυχοθεραπεία, ορθομοριακή ιατρική, ενεργοποίηση των αυτορυθμιστικών δυνάμεων της ψυχής και του σώματός μας, φυτοθεραπεία, ομοιοπαθητική, θρησκευτική πίστη, βελονισμός, ψυχολογική βοήθεια, χρωματοθεραπεία, πολιτική στράτευση, αθλητικές δραστηριότητες και άλλες μέθοδοι εναλλακτικές της παραδοσιακής ψυχιατρικής και των ψυχοφαρμάκων προτείνονται από επαγγελματίες αλλά και από τους ίδιους τους ανθρώπους που έζησαν την εμπειρία ως άμεσα ενδιαφερόμενοι. Και σε αυτό το κεφάλαιο η συζήτηση παραμένει ανοικτή.

Καταλαμβάνοντας το ένα τρίτο του βιβλίου σε έκταση το κεφάλαιο αυτό δείχνει ότι το βιβλίο θα μπορούσε να ονομαστεί και βοήθημα και με αυτό τον τρόπο δίνει το μήνυμα ότι λύσεις και εναλλακτικές προτάσεις υπάρχουν. Έχουν δοκιμαστεί. Έχουν σημασία και νόημα. Η επιστημονική τεκμηρίωση εδώ δεν δείχνει να έχει σημασία. Η εμπειρική τεκμηρίωση αρκεί.

Το ζήτημα της ευθύνης για τον άλλον έρχεται αποκαλυπτικά στη συζήτηση του κεφαλαίου 8. ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ. Στις ενότητες «διακοπή ψυχοτρόπων ουσιών σε παιδιά» και κυρίως στο «και τότε πήρα την απόφαση να του τα κόψω» εμφανίζεται στην κουβέντα ένα θέμα αγκάθι: «ποιος αποφασίζει για ποιον». Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη, πώς αναλαμβάνει την ευθύνη, με τι κόστος και με τι βοήθειες. Και όλα αυτά με θέμα τα παιδιά. Ένας θεραπευτής και μία μητέρα περιγράφουν το πώς το έκαναν οι ίδιοι και κυρίως η δεύτερη μοιράζεται μαζί μας την εμπειρία της. Ο μικρός είναι 8 ετών, τα τελευταία 4 χρόνια ταλαιπωρεί θετούς γονείς, συγγενείς, δασκάλους και πάσης φύσεως γιατρούς, ψυχολόγους κτλ έχει ήδη ξεκινήσει aloperidin και akineton εδώ και δύο χρόνια, και αφού ταξιδεύει αδιάκοπα σε όλο το δημόσιο σύστημα της παιδοψυχιατρικής της Θεσσαλονίκης ένας γιατρός δηλώνει στη μάνα: «Σε λίγα χρόνια θα μιλάμε για έναν ψυχοπαθή δολοφόνο…». Σ’ αυτό το σημείο πέρα από την πιθανή οργή και τη θλίψη μίας τέτοιας ανακοίνωσης, ενός τέτοιου αδιεξόδου που δημιουργεί ένας «ειδικός», αγγίζεται με λεπτότητα ένα από τα πιθανά σημεία κλειδιά:  Το αδιέξοδο δημιουργείται εδώ. Το αδιέξοδο –που όλοι οι εμπλεκόμενοι με ψυχοφάρμακα αναφέρουν στις περιγραφές τους – βασίζεται στη βεβαιότητα του μέλλοντος που έχουν οι «ειδικοί». Στην απόλυτη πρόβλεψη. Στην πρόγνωση. Οι «ειδικοί» ξέρουν τι θα γίνει. ΠΑΝΤΑ. Ξέρουν το άγνωστο. Ξέρουν το μέλλον. Αυτό που σε μία από τις συγγραφείς αυτού του βιβλίου δημιούργησε ένα αίσθημα εμπιστοσύνης προς τη θεράπουσα γιατρό της η οποία την προειδοποιεί: «…ούτε να διανοηθείς να μην πάρεις κάποια από τα φάρμακα που σου δίνω και πως δεν θα πρέπει να περιμένεις να γίνεις καλά σύντομα».Η ίδια λοιπόν στη συνέχεια «…νιώθει πραγματικά χάλια και σιγά σιγά αναπτύσσει ένα είδος εμπιστοσύνης προς αυτή τη γυναίκα γιατί αυτή της η πρόγνωση επιβεβαιώθηκε ως τώρα…».  Η μάνα αυτή αποφασίζει μόνη της και με τη βοήθεια μίας θεραπεύτριας συστημικής προσέγγισης να επενδύσει στα δυνατά, στα υγιή σημεία του παιδιού της. Εμπλέκει όλους όσους συμμετέχουν στο σύστημά του, γονείς, εκπαιδευτικούς άλλους ενήλικες που είναι κοντά του και όλοι δημιουργούν ένα προστατευτικό πλαίσιο τέτοιο που βοηθά το παιδί να «προχωρά πλέον, με όλες τις φυσικές και πνευματικές του δυνάμεις του παρούσες, κάτι που τα ψυχοφάρμακα του στερούσαν». Η μάνα αυτή πήρε την ευθύνη να κόψει τα ψυχοφάρμακα του παιδιού της χωρίς τη βοήθεια των γιατρών. Και σήμερα πιστεύει ότι έχει κάνει το καλύτερο για το παιδί της.

Στο κεφάλαιο 9 με τίτλο Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ, έχουμε έναν πολύ ρεαλιστικό οδηγό για το τι κάνει κανείς μετά. Αφού κόψει τα φάρμακα. Άνθρωποι που το έχουν κάνει συμβουλεύουν απλά και καθαρά. «Για να αντέξω την ψυχωσική μου κρίση χρειάζομαι: – Ένα δωμάτιο στο οποίο δε με παρακολουθούν άλλοι- Ένα στρώμα, μία κουβέρτα, πότε – πότε μία γουλιά νερό και ελάχιστα ή καθόλου φαγητό- Και έναν φίλο που να καταλαβαίνει τον φόβο μου γιατί με γνωρίζει, που δεν μου θυμώνει για την κατάστασή μου, κρατάει την ψυχραιμία του και μένει δίπλα μου, μέχρι περίπου σε 10 μέρες να πάρει πάλι ο κόσμος το γνωστό περίγραμμά του.

Κλείνοντας το βιβλίο στον επίλογο ο Karl Bach Jensen αναφέρεται στον νορβηγό φιλόσοφο Jens Ivar Nergard ο οποίος στο βιβλίο του «Η ενήλικη παιδικότητα, ο ψυχωσικός άνθρωπος ως οδηγός για τον πολιτισμό μας» περιγράφει την ψύχωση μέσα στο πλαίσιο του πολιτισμού μας. «…το πεπρωμένο του ψυχωσικού στον πολιτισμό μας είναι η απομόνωση και μαζί μ’ αυτήν η έλλειψη αίσθησης του ανήκειν σε μία κοινότητα. ..κι όμως η κατάσταση αυτή που ονομάζεται ψύχωση είναι κάτι που χαρακτηρίζει μάλλον τον πολιτισμό παρά το άτομο. Η χρονιοποιημένη ψύχωση προϋποθέτει την χρόνια απομόνωση του ψυχωσικού… Σε πολιτισμούς που δεν διαθέτουν κάποιες συστηματοποιημένες μορφές απομόνωσης ή αποκλεισμού ασυνήθιστων ψυχολογικών φαινομένων, αυτά δεν θεωρούνται καν ασυνήθιστα ή αποκλίνοντα. Όποιος είναι «διαφορετικός» φέρει μέσα του έναν πόνο, τον οποίο λίγο ή πολύ φέρουν μέσα τους και όλοι οι άλλοι. Ό ίδιος ο πόνος μειώνεται, αν ανακοινωθεί στην ομάδα μέσα από τελετουργίες και μετατραπεί έτσι σε μία κοινή εμπειρία, στην οποία μπορεί ο καθένας να αναγνωρίσει στοιχεία του εαυτού του… Στην κουλτούρα μας όμως που είναι προσανατολισμένη στην λογική και την επιστήμη, λείπουν τελετουργίες και μοτίβα συλλογικής δράσης και κατανόησης που θα έδιναν στον πολιτισμό πρόσβαση στις εμπειρίες ενός ψυχωσικού. Η κυρίαρχη τελετουργία του πολιτισμού μας συνίσταται στο να φυλακίζει τους ψυχωσικούς σε διάφορα ιδρύματα, αφού τους μετατρέψει σε ασθενείς ή στο να χορηγεί φάρμακα, με αποτέλεσμα η ζωτική δύναμη του ανθρώπου να εξασθενεί σταδιακά, μέχρι να εξαλειφθεί».

Ο Carl Bach Jensen προτείνει και λύσεις:

Ένα μελλοντικό κοινωνικό σύστημα εμπνευσμένο από την οικολογία και τον ανθρωπισμό, απαιτεί να σταματήσουμε την χρήση τοξικών συνθετικών ουσιών στη φύση, στους χώρους διαμονής, στην διατροφή και την ιατρική. Η εγκατάλειψη της χρήσης χημικών δηλητηρίων στον ψυχοκοινωνικό χώρο θα μπορούσε να αναπτυχθεί με άξονα τα εξής σημεία:

– πρέπει να καλλιεργηθεί στη κοινή γνώμη, τόσο σε επαγγελματίες όσο και σε χρήστες η επίγνωση της απάνθρωπης, επικίνδυνης και επιζήμιας αναλογίας μεταξύ κέρδους και ζημίας κατά την χρήση των χημικών ψυχοφαρμάκων.

– Πρέπει να εναντιωθούμε στην και να εμποδίσουμε την εφαρμογή διεθνών συστάσεων και εθνικών νόμων που επιτρέπουν τη αναγκαστική ψυχιατρική νοσηλεία και ειδικά επιβεβλημένες υποχρεώσεις για μακροχρόνια λήψη ψυχοφαρμάκων σε εξωνοσοκομειακές δομές.

– Είναι σημαντικό να συγκεντρώνουμε και να διαδίδουμε γνώσεις για τα προβλήματα απεξάρτησης από τα ψυχοφάρμακα, καθώς και τρόπους λύσης τους.

– Πρέπει να αναπτυχθούν ειδικά προγράμματα βοήθειας και θεσμοί για ανθρώπους εξαρτημένους από τα ψυχοφάρμακα.

– Πρέπει να εξασφαλιστεί η λεπτομερής ενημέρωση των άμεσα ενδιαφερομένων για τις παρενέργειες και τους κινδύνους από τα ψυχοφάρμακα, πριν ακόμα από την πρώτη χρήση τους.

– Οι άνθρωποι που προκαλούν πόνο, δυσπραγία και αναπηρίες οι οποίες οφείλονται στην χορήγηση ψυχοφαρμάκων, πρέπει να υποχρεώνονται να καταβάλουν μεγάλες αποζημιώσεις.

– Πρέπει να αναπτυχθούν μέθοδοι, συστήματα, υπηρεσίες και θεσμοί μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης βοήθειας και υποστήριξης που δεν θα στηρίζονται σε καμία περίπτωση στην χορήγηση ψυχοφαρμάκων.

Είναι πολύ σημαντικό να δει κανείς –και το κάνει ο Πέτερ Λέμαν κλείνοντας το βιβλίο- ότι όλα αυτά δεν παραμένουν μόνο στο διάλογο γύρω από το τραπέζι. Ένας σημαντικός αριθμός οδηγών έχουν δημοσιευτεί ήδη και είναι προσβάσιμοι από όλους ακόμα και μέσω του διαδικτύου.

Βασικές οδηγίες για αυτούς που θέλουν να κόψουν τα ψυχοφάρμακα με ή χωρίς την υποστήριξη των γιατρών τους για το πώς να μειώσουν τους κινδύνους της διακοπής:

– μη βιάζεσαι- ενημερώσου για τους κινδύνους και τα ανεπιθύμητα αποτελέσματα

– Σχεδίασε το μέλλον

– Ζήτα συμβουλές

– Ψάξε υποστήριξη

– Προστάτευσε νομικά τον εαυτό σου (βλ. ψυχιατρική διαθήκη)

– Δημιούργησε έναν ήρεμο και ασφαλή χώρο

– Πρόσεξε να τρέφεσαι σωστά

– Φρόντισε να ασκείσαι

– Ζήσε συνειδητά

– Εξασφάλισε έναν καλό ύπνο

Τα καταγράφω αυτά σκόπιμα για να γίνει αντιληπτή η απλότητα των προτάσεων, των λέξεων και των όρων που χρησιμοποιούνται σε αντιπαράθεση με την περιπλοκότητα, την συνθετότητα και το ακατανόητο των όρων των ψυχικών ασθενειών ή ακόμα και των ίδιων των ονομασιών των φαρμάκων. Διότι τι σχέση να κάνει κανείς και πώς να επικοινωνήσει με ένα aloperidin, ritalin, ένα largactil ή ένα milithin…; ή πώς να συζήσει με μία «σχιζοφρενικόμορφη διαταραχή» ή μία «διπολική διαταραχή».

Όλα αυτά, όπως και όλο το βιβλίο, είναι ένας οδηγός. Όχι μια συνταγή. Η απεξάρτηση από τα ψυχοφάρμακα δεν συνταγογραφείται. Δεν είναι σίγουρη. Δεν είναι εύκολη. «Δεν υπάρχουν συνταγές για να αποφύγει κανείς τα προβλήματα όταν βγαίνει ή διακόπτει από τα ψυχοφάρμακα».

Το βιβλίο, αν και τα συζητά όλα αυτά, δεν καταλήγει σε απόλυτες θέσεις. Δεν γενικεύει.   Δηλώνει όμως καθαρά ότι ο δρόμος αυτός υπάρχει. Κάποιοι τον έχουν ήδη διαβεί και τα κατάφεραν. Και η εμπειρία αυτών είναι ο καλύτερος οδηγός για όλους. Αρκεί να ακούσουμε.

Δύο πράγματα μου έμειναν τελειώνοντας το βιβλίο:Ένας θυμός για το ψυχιατρικό σύστημα και τις ευθύνες του και μία ελπίδα για τους ανθρώπους αυτούς και τις δυνατότητές τους.