Σε όλη μου τη ζωή δεν έχω ακούσει ποτέ ούτε ένα ΜΠΡΑΒΟ!

Άνθρωποι με τους οποίους μιλάω στο γραφείο μου, μου περιγράφουν παιδικά χρόνια με τραγικές, κατά δήλωσή τους, αφηγήσεις. Περιγράφουν περιόδους ζωής που θυμούνται τον εαυτό τους να περιμένουν, να προσδοκούν, να προσπαθούν, να κοιτάνε στα μάτια ανθρώπους σημαντικούς γι αυτούς και να περιμένουν την επιβεβαίωση. Να περιμένουν ένα «μπράβο», μια αναγνώριση της προσπάθειας, μία ανταμοιβή για ό,τι έχουν καταφέρει.

Συναισθηματική και σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών.

Abuse

Προφορική Παρουσίαση:

Σταύρος Γκουγκουσκίδης,Ψυχολόγος

Το εργαστήρι πραγματοποιήθηκε στην διημερίδα με θέμα: «Με κρίση σε κρίση. Ανθρώπινα συστήματα σε δύσκολους καιρούς» που διοργάνωσε η Συστημική Εταιρεία Βορείου Ελλάδος στις 16 – 17 Οκτωβρίου 2010 στη Θεσσαλονίκη.

(σημείωση:  το παρακάτω κείμενο έχει συνταχθεί σε προφορικό λόγο. Στην μεταφορά του σε γραπτό κείμενο επέλεξα να διατηρήσω το ύφος με το οποίο προετοιμάστηκε και παρουσιάστηκε η εισήγηση. Επίσης, από το κείμενο έχουν αφαιρεθεί λεπτομέρειες και περιεχόμενα σε σχέση με την προφορική παρουσίαση) .

—————————————————

1.  «Στο μέρος όπου μένω, υπάρχει ένας λοφίσκος. Βουνό των αλόγων τον λέει ο κόσμος εδώ, μόλο που χρόνια τώρα άλογα δε βόσκουν πια εκεί. Ένας μοναχικός χορταριασμένος δρόμος οδηγεί ως επάνω. Σπάνια ξεστρατίζει άνθρωπος ίσαμε εδώ. Απ’ το ψήλωμα βλέπει κανείς ως πέρα μακριά την πεδιάδα. Τη διατρέχει ένα δίκτυο από δρόμους και δρομάκια και πάνω τους, σαν τα μυρμήγκια, κινούνται άνθρωποι μέσα στα αυτοκίνητά τους, πάνω σε ποδήλατα ή πεζοί. Βιαστικοί τρέχουν απ’ τα γύρω χωριά στην πόλη και πάλι πίσω στα χωριά. Μέσα από δρόμους κι ατραπούς διασχίζουν χωράφια και δάση. Μείνετε λίγο μαζί μου εδώ πάνω. Γιατί είναι φορές που καταφέρνω εδώ σε τούτη τη θέση να σταματήσω το χρόνο. Κι όσο καλά το καταφέρνω τόσο πιο γρήγορα κυλάει ο χρόνος γι’ εκείνους εκεί κάτω. Μόνο όποιος μένει ήρεμος σε ένα μέρος βλέπει πώς κινούνται οι άλλοι, βλέπει προς τα πού πάνε ολοένα και τι ίχνη αφήνουν. Εκεί πέρα μέσα στο δάσος άνοιξε μια οικογενειακή ταβέρνα για τους εκδρομείς. Για δείτε πώς φαρδαίνει διαρκώς ο δρομάκος που έρχεται ως εκεί απ’ την πόλη, πώς οι φιδίσιες του γραμμές γίνονται όλο και πιο ίσιες. Έγινε κιόλας δρόμος και καταφθάνουν και τα πρώτα αυτοκίνητα. Ή πάλι εκεί κοντά στην πόλη, εκεί χτίζεται ένα εργοστάσιο: ο κακοτράχαλος αγροτικός δρόμος που οδηγεί ως εκεί ισοπεδώνεται και να που ασφαλτοστρώθηκε κιόλας, φαρδύς, με τέσσερις λωρίδες. Ένας δρόμος που πρώτα ήθελε κανείς μία ώρα να τον περπατήσει. Έγινε τώρα απόσταση δέκα λεπτών. Κάτω στο ποτάμι το πορθμείο ανέστειλε τα δρομολόγιά του. Χτίστηκε μία γέφυρα λίγο πιο πάνω. Το παλιό στέκι του πορθμέα ερήμωσε κι ο δρόμος προς τα εκεί μένει αχρησιμοποίητος. Η άσφαλτος έχει σκάσει κιόλας τόπους τόπους. Οι πρώτοι θάμνοι αρχίζουν να φουντώνουν, σε λίγο ούτε που θα μπορεί πια κανείς να βρει το δρόμο…»

Διάλεξα αυτό το εισαγωγικό κομμάτι από το βιβλίο του Gerald Huther “Η Βιολογία του φόβου” εντυπωσιασμένος από την απλότητα με την οποία περιγράφει το θέμα του. Ο Gerald Huther αναφέρεται στο βιβλίο του στον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος (νευρωνικές συνάψεις και οι δρόμοι του) αντιδρούν στην χρήση ή  την εγκατάλειψη.

“Experience – dependent plasticity of neuronal networks” και εννοεί με αυτό το χαρακτηρισμό τη σταθεροποίηση ή και το μαρασμό των συνδέσεων μεταξύ των νευρικών κυττάρων μέσα στον εγκέφαλό μας, ανάλογα με τη χρήση. Το πώς έχουν εγκατασταθεί μέσα στον εγκέφαλό μας οι διασυνδέσεις μεταξύ  των νευρικών κυττάρων, οι οποίες καθορίζουν το πώς σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε και ενεργούμε, εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο τις χρησιμοποιούμε. Εξαρτάται δηλαδή από το τι κάνουμε με το μυαλό μας, τι σκεφτόμαστε συχνά, τι νιώθουμε συχνά, αν περνάμε, για παράδειγμα, καθημερινά τα βράδια μας μπροστά στην τηλεόραση ή αν, αντί γι’ αυτό, παίζουμε βιολί, αν διαβάζουμε πολύ ή είμαστε συνέχεια με τον υπολογιστή μας στο διαδίκτυο. Για κάθε μία από αυτές τις ασχολίες χρησιμοποιούμε τελείως διαφορετικές διασυνδέσεις ανάμεσα στα νευρικά κύτταρα του εγκεφάλου μας. Τα κύτταρα στον εγκέφαλό μας μπορεί να μην είναι σε θέση να διαιρεθούν μετά την ενδομήτρια ωρίμανση του εγκεφάλου, ήδη πριν από τη γέννηση, διατηρούν όμως εφ όρου ζωής την ικανότητα να αναδιοργανώνουν προσαρμοστικά τις νευρωνικές διασυνδέσεις τους (Experience – dependent plasticity)

Ο  Huther περιγράφει στο βιβλίο του το «Σύνδρομο Κεντρικής Προσαρμογής| (Huther , 1996) το οποίο είναι μία θεώρηση που προβαίνει σε επαναξιολόγηση των αιτιών και των συνεπειών του φόβου και του στρες. Καθιστά δυνατή την αποστασιοποίηση από τη μονόπλευρη στερεότυπη αντίληψη ως προς την κακοήθεια και την παθογένεια των ψυχικών φορτίσεων και εξηγεί τη σημασία που έχουν από βιολογικής πλευράς ο φόβος και το στρες στις διεργασίες αυτοοργάνωσης και προσαρμογής.

Αυτό που εγώ κρατάω από αυτό το βιβλίο είναι η δυνατότητα που υπάρχει να χαραχθούν νέοι δρόμοι και να εγκαταλειφθούν οι παλιοί, χωρίς αυτό κατ’ ανάγκη να θεωρηθεί καταπίεση, κρύψιμο, άρνηση, κατάλοιπο παιδικής ηλικίας ή παρελθόντος, απωθημένο.

Τα συναισθήματα και οι σκέψεις με τα οποία προσεγγίζουμε την παιδική κακοποίηση, τα συναισθήματα και οι σκέψεις με τα οποία οι εμπλεκόμενοι (θύματα – δράστες) προσεγγίζουν την παιδική κακοποίηση ανήκουν αποκλειστικά στο παρόν. «Το παρελθόν ποτέ δεν καθορίζει το παρόν. Και ο λόγος είναι ότι το παρελθόν έχει περάσει. Όταν υποφέρω από το παρελθόν, αυτό πάντα το κάνω στο παρόν. Διότι μόνο το παρόν καθορίζει την επίδραση που θα έχει το παρελθόν επάνω του.»  Οι νέοι δρόμοι τους οποίους σχεδιάζω, ανοίγω, ασφαλτοστρώνω και χρησιμοποιώ κάθε μέρα είναι διαδικασία που ανήκει στο παρόν, όχι στο παρελθόν. Το ποιον δρόμο θα πάρει κανείς, αν θα παρατήσει τον παλιό και θα τον αφήσει να χορταριάσει και αν θα χαράξει έναν καινούργιο, με νέες δυνατότητες, νέες προοπτικές και καλύτερη χρήση είναι η καθοριστική απόφαση στην αντιμετώπιση της παιδικής κακοποίησης για τους εμπλεκόμενους σε αυτήν.

2. Όποιος έχει εργαστεί με ανθρώπους (παιδιά ή ενήλικες) που εμπλέκονται στην παιδική κακοποίηση έχει κάνει την εμπειρία ότι, το πόσο μακροχρόνιες, επίπονες ή επιβαρυντικές θα είναι οι συνέπειες αυτής της εμπειρίας για τη ζωή του εξαρτάται ή καθορίζεται από το νόημα που θα δώσει ο ίδιος. Δεν υπάρχει καμία αντικειμενική καταμέτρηση των συνεπειών της κακοποίησης και καμία δυνατότητα πρόβλεψης ή και πρόγνωσης της πορείας της εξέλιξης του ενδεχόμενου ψυχικού πόνου του ατόμου.Η εμπειρία μας από τον κόσμο, λέει ο Κονστρουκτιβισμός (Marurana, G. Kelly, Ernst von Glasersfeld, Heinz von Foerster) εξαρτάται από την λειτουργία των αισθήσεών μας και ο τρόπος μας να βλέπουμε τον κόσμο εξαρτάται από το πώς η αισθητηριακή μας δομή έχει εξηγήσει στον εαυτό της τον κόσμο αλληλεπιδραστικά στην πορεία του χρόνου.

Ως λογική συνέπεια αυτής της άποψης μπορεί κανείς να πει ότι η πράξη της παρατήρησης αλλάζει το παρατηρούμενο. Δεδομένου ότι δεν μπορεί να υπάρξει μια αναγνωρίσιμη πραγματικότητα που να είναι ανεξάρτητη από την πράξη της παρατήρησης ζούμε σε μία εξαρτώμενη από τον παρατηρητή πραγματικότητα. Ούτε, όμως, η παρατήρηση, ούτε η γνώση απορροφάται παθητικά. Και εδώ ισχυρίζεται ο κονστρουκτιβισμός ότι στο «Βλέπω και Αναγνωρίζω» ανήκουν διαδικασίες κατασκευής –κατασκευής πραγματικοτήτων-, οι οποίες εξαρτώνται από το πώς αυτός που βλέπει και αναγνωρίζει έχει εξελιχθεί στην πορεία του χρόνου. Μια τέτοιου είδους εξέλιξη στα ανθρώπινα συστήματα εμπεριέχει μία πολύπλοκη επαναδρομική αλληλεπίδραση στην οποία δημιουργείται σημασία μέσω της γλώσσας. Καθώς η γλώσσα είναι που ποιεί νόημα…

Η κονστρουκτιβιστική θεραπεία επικεντρώνεται στη γλώσσα και τη σημασία. Η θεραπεία δεν είναι ούτε μία ανάθεση ούτε η διάθεση πληροφοριών, αλλά η δημιουργία εναλλακτικών ιστοριών και πραγματικοτήτων. Ο ρόλος του θεραπευτή είναι η διατάραξη μέσω των ερωτήσεων και των παρεμβάσεών του.

3. Όταν μιλάμε για σεξουαλική και συναισθηματική κακοποίηση των παιδιών περιγράφουμε τις καταστάσεις εκείνες όπου άνθρωποι παιδικής ηλικίας βρίσκονται αντιμέτωποι ή βιώνουν μία φορά ή/και κατ’ επανάληψη συνθήκες και συμπεριφορές υποτίμησης, χλευασμού,  βίας, παραβίασης ορίων, απώλειας ελέγχου.  Στις καταστάσεις αυτές, στις συνθήκες αυτές υπάρχει εξ αρχής ένας σαφής διαχωρισμός θέσης. Κάποιος υπερτερεί έναντι κάποιου άλλου. Κατά κανόνα συμβαίνει στην παιδική ηλικία και γίνεται από σωματικά υπέρτερους δράστες. Η συχνότητα είναι υπέρ των αντρών με θύματα  τα κορίτσια. Η κακοποίηση χρειάζεται και αυτόν που «υπερτερεί», αλλά και αυτόν που «υπολείπεται» ώστε να εγκατασταθεί μία σχέση κακοποίησης ή βίας.   Έχω μία σχετική εμπειρία στον χώρο της παιδικής κακοποίησης. Εδώ και 13 χρόνια συνεργάζομαι με φορείς που παρέχουν υπηρεσίες προστασίας,  υποστήριξης και ενδυνάμωσης παιδιών και νέων που έχουν στο ιστορικό τους ιστορίες κακοποίησης. Από φορέα υποστήριξης και ενδυνάμωσης νέων που προέρχονται από κακοποιητικά οικογενειακά ή κοινωνικά περιβάλλοντα μέχρι φορέα υποδοχής και προστασίας, ανατροφής και περίθαλψης παιδιών  που ήταν θύματα βίας ή κακοποίησης από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Η εμπειρία μου περικλείεται πολύ συνοπτικά στην έκφραση: επιμονή στο παρελθόν. Μία έμφαση σε παγιωμένες και καθορισμένες ετικέτες (που στην περίπτωση των παιδιών στα ιδρύματα πρόκειται για φωτεινές πινακίδες νέον πάνω από τα κεφάλια τους) και στη χρήση όρων άκαμπτων που δεν δίνουν τη δυνατότητα μιας διαφορετικής προσέγγισης. Η κυρίαρχη πολιτική στην παιδική κακοποίηση καθορίζεται από την αντίληψη ότι τα πρώιμα τραύματα επηρεάζουν καθοριστικά στην ανάπτυξη συμπτωματολογίας και ψυχοπαθολογίας. Επίσης, όσο πιο βαθιά πιο σοβαρά ή πιο σκληρά ήταν στα τραύματα τόσο πιο δύσκολη είναι η αντιμετώπισή τους.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η βασική θεραπευτική στάση και αντιμετώπιση, σε ψυχοθεραπευτική διαδικασία, που προτείνεται. Η στάση και η αντίληψη ότι κάποιος που έχει κακοποιηθεί κουβαλά μέσα του μια εμπειρία, ένα τραύμα, το οποίο τον σιγο-τρώει. Είτε το ξέρει είτε όχι. Και αργά ή γρήγορα πρέπει να λύσει αυτήν την ψυχική προβληματική με το να την αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο. Θέλει θάρρος, θέλει προετοιμασία, θέλει ένα ασφαλές πλαίσιο, μία καλή σχέση με έναν καλό θεραπευτή με πολύ σχετική εμπειρία και θέλει και μία απόφαση. Όλα αυτά (και άλλα ίσως) θα τον βοηθήσουν ώστε κάποια στιγμή να αντιπαρατεθεί με αυτό και να το νικήσει και/ή να το αποβάλει ή να το θεραπεύσει ή να κλείσει την πληγή. Η αναβίωση του τραύματος σε προστατευτικό πλαίσιο. Η λεγόμενη «επανορθωτική εμπειρία». Η πρόσκληση είναι η αναβίωση των συναισθημάτων χωρίς τους αμυντικούς μηχανισμούς (αποπροσωποποίηση κτλ) σε ένα ασφαλές πλαίσιο, αυτό της θεραπευτικής σχέσης. Τις περισσότερες φορές αυτό είναι κάτι που προτείνεται –συχνά και με μία σχετική πίεση- από τους θεραπευτές. Σε μία λογική: τώρα είναι η ευκαιρία σου, τώρα θα το ξεφορτωθείς. Αν μιλήσεις γι’ αυτό, αν το ξαναβιώσεις με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες και όσο το δυνατόν περισσότερη ομοιότητα, θα απελευθερωθείς.

Το Τραύμα είναι γοητευτικό και ασκεί μία έλξη. Τόσο στον πελάτη όσο και στον θεραπευτή. Κάπως έτσι θα μπορούσε να εξηγηθεί η πολύ εμφανής τάση των συγγραφέων άρθρων για την παιδική κακοποίηση να αφηγούνται με απίστευτες λεπτομέρειες όλες τις τραυματικές εμπειρίες των πελατών τους – θυμάτων  σεξουαλικής κακοποίησης στα άρθρα και τα επιστημονικά περιοδικά.

Η «επανορθωτική εμπειρία» όμως, ως τεχνική αντιμετώπισης του Τραύματος, θα μπορούσε να είναι ακόμα και βλαπτική. Δεν είμαι σίγουρος  ότι για να επιλυθεί αυτή η εσωτερική – ψυχική προβληματική πρέπει απαραίτητα να βγάλουμε στο φως της ημέρας αυτό το κρυφό και σκοτεινό τραύμα. Αυτό που ίσως διαφεύγει από αυτήν είναι το προσωπικό νόημα που έχει δώσει ο καθένας στην προσωπική του εμπειρία. Ο κάθε άνθρωπος που έχει υποστεί μία τραυματική εμπειρία ξέρει περί τίνος πρόκειται και τι θα του κάνει καλό. Το «τι να κάνω γιατρέ;» δεν ισχύει. Όπως δεν ισχύει και σε καμία ουσιαστικά συνεργασία μας στο πλαίσιο της θεραπευτικής σχέσης με πελάτες μας. Το σημαντικό είναι η διαίσθηση των πελατών. ΑΥΤΟΣ ΞΕΡΕΙ. Η θεραπευτική αντιμετώπιση ενός τραύματος αφορά μόνο ανθρώπους που το θυμούνται και που νιώθουν ότι η ανάμνηση αυτή τους καταπιέζει και υποφέρουν από αυτήν. Όχι αυτούς που εμείς θεωρούμε ότι έχουν τραύμα και δεν το ξέρουν ή δεν το θυμούνται ή κάτι άλλο…Εμπιστοσύνη στη διαίσθηση των πελατών. Φυσικά δεν είναι τυχαία και η επιλογή του όρου «Πελάτης» στη θεραπευτική σχέση. Αυτός ξέρει.

Η βασική μου εμπειρία στη διάρκεια αυτών των χρόνων, η οποία επαναλαμβανόταν σε κάθε αλλαγή του εργασιακού μου πλαισίου ή των συνεργασιών μου, ήταν μία εικόνα…υγείας. Μου έκανε πάντα εντύπωση η πρώτη εικόνα που μου έδιναν κάθε φορά που ξεκινούσα μία συνεργασία σε έναν τέτοιο χώρο, μία εικόνα αρρώστιας, πόνου, καθήλωσης στο παρελθόν, σύνδεσης με το παρελθόν και τις ιστορίες συναισθηματικής και σεξουαλικής βίας που το κάθε παιδί είχε βιώσει πριν την απομάκρυνσή του από το κακοποιητικό οικογενειακό του περιβάλλον. Αυτό που έκανε όμως μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το πώς σε κάθε περίπτωση, τις περιόδους που έπιανα τον εαυτό μου να «ξεχνιέται» (λόγω διοικητικών καθηκόντων και πιεστικής καθημερινότητας) και να αποσυνδέεται από το παρελθόν των παιδιών και την τραυματική τους εμπειρία, συναντούσα παιδιά υγιή, συγκροτημένα, με όνειρα και στόχους για το μέλλον, με ένα καθαρό και οργανωμένο παρόν.  Παιδιά με αποθέματα, με δυνατότητες, όχι παιδιά με ελλείψεις. Αυτό δεν ήταν μόνο δική μου εμπειρία. Ήταν και εμπειρία και άλλων συναδέλφων που, προερχόμενοι από το ίδιο θεωρητικό πεδίο (της συστημικής σκέψης), συναντούσαν και αυτοί τα παιδιά στο παρόν τους και όχι στο παρελθόν. Αυτές τις υποθέσεις μας τις συγκεντρώσαμε και προσπαθήσαμε να τις κάνουμε παρέμβαση. Οργανώσαμε λοιπόν έναν τρόπο επικοινωνίας και συναλλαγής με τα παιδιά που «ξεχνούσε» το παρελθόν και απόκοβε τον συνδετικό κρίκο των συμπεριφορών του σήμερα από τις εμπειρίες του χθες. Τις περιπτώσεις που το παρελθόν και οι κακοποιητικές εμπειρίες τους ερχόταν και εμφανιζόταν στο παρόν, τότε φροντίζαμε και πάλι να τις αντιμετωπίζουμε στο παρόν, στο εδώ και τώρα. Να τις βλέπουμε ως ανάμνηση του παρελθόντος που ταλαιπωρεί κάποιον στο σήμερα. Το αντιμετωπίζαμε όμως ως πρόβλημα του παρόντος.

Η βασική συμπεριφορά των παιδιών όσον αφορά στα τραύματα του παρελθόντος τους χαρακτηριζόταν από δύο φάσεις: α) τη φάση συνεχούς ενασχόλησης με την εμπειρία τους και β) την απόσπαση της προσοχής τους από αυτό και την ενασχόληση με ευχάριστα πράγματα. Τα παιδιά το κάνουν από μόνα τους ακολουθώντας τη διαίσθησή τους. Αυτά ξέρουν.Αυτή η διαδικασία, αν τη σεβαστεί κανείς, είναι μία από τις θεμελιώδεις διαδικασίες αντιμετώπισης ενός τραυματικού παρελθόντος. Ασχολούμαι και μιλώ συνέχεια γι’ αυτό και αποσπώ την προσοχή μου και ασχολούμαι με ευχάριστα πράγματα.  Εκκρεμές. Αυτή η διαδικασία επαναφέρει σιγά σιγά τους ανθρώπους στη θέση αυτού που έχει τον έλεγχο. Αυτού που καθορίζει το τι του συμβαίνει και πότε. Γιατί στις περιπτώσεις παιδικής κακοποίησης η πεμπτουσία της τραυματικής εμπειρίας είναι η απώλεια ελέγχου. Η παραβίαση των ορίων ελέγχου.

Μια εμπειρία καθίσταται τραύμα όταν έχει κανείς την εμπειρία ότι ετεροκαθορίζεται. Ότι υπάρχει κάτι το εξωτερικό που τον καθορίζει και δεν έχει κανέναν έλεγχο πάνω σε αυτό που συμβαίνει. Άρα το τραύμα συνιστά μία εμπειρία απειλής της αυτονομίας κάποιου. Όταν κάποιος παρακινεί (όσο καλοπροαίρετα και να το κάνει) τον πελάτη του να κάνει κάτι συγκεκριμένο (αναβίωση) ουσιαστικά μιλάμε για απειλή αυτής της αυτονομίας.  «Η διαμόρφωση της σχέσης ανάμεσα σε έναν θεραπευτή που συμπεριφέρεται ενεργητικά, καθοδηγητικά και απαιτητικά και σε έναν πελάτη που αισθάνεται παθητικός, εξαρτημένος και εκτεθειμένος  λόγω της ψυχικής του οδύνης μοιάζει πολύ με την διαμόρφωση σχέσης θύματος δράστη σε ένα τραύμα που έχει προκληθεί από άνθρωπο. Πολλοί άνθρωποι (θύματα) συναινούν στην κακοποίησή τους από θεραπευτές».

4.Παρατηρώντας την παιδική κακοποίηση μέσα από μία συστημική ματιά μπορούμε να πούμε τα εξής:

Α) Η βία στην οικογένεια μπορεί να νοηθεί αφηρημένα ως μία προσπάθεια αντιμετώπισης εσωτερικού ή εξωτερικού στρες μέσα σε καταστάσεις ζωής ή σχέσης που βιώνονται ως υπερπολύπλοκες, δηλ, ως στρατηγική ελέγχου, η οποία –τουλάχιστον προσωρινά- παρέχει ένα ατομικό αίσθημα ασφάλειας. Μπορούμε λοιπόν να δούμε τη βία όχι ως έκφραση ενός επιθετικού ενστίκτου ή μία αμετάβλητη προσωπική ιδιότητα, αλλά ως ένα πρωτόγονο μηχανισμό αντιμετώπισης για τη μείωση της πολυπλοκότητας. Η απλή υιοθέτηση μιας αντι-θέσης της καταδίωξης και της τιμωρίας των δραστών προς το θεωρούμενο συμφέρον του θύματος, χρησιμοποιεί κατά βάθος τα ίδια σχήματα μείωσης της πολυπλοκότητας και επιβεβαιώνει τη δυναμική τους, αντί να τα αλλάζει. Η συστημική προσέγγιση είναι στραμμένη προς το να αυξάνει διαρκώς την ιδία πολυπλοκότητα των δρώντων συστημάτων (ατόμων, οικογενειών, φορέων), συνεπώς και τις δυνατότητες αντιμετώπισης των πολύπλοκων καταστάσεων της ζωής για όλους τους συμμετέχοντες. Η αύξηση της ιδίας πολυπλοκότητας μέσα από την ενίσχυση των αποθεμάτων σε δράστες και θύματα είναι μια κατεύθυνση πιο βοηθητική.
Β) τα πάντα συμβαίνουν μέσα σε πλαίσιο. Το συναίσθημα, η σκέψη, η δράση των ανθρώπων συμβαίνει πάντα μέσα σε κάποιο πλαίσιο, το οποίο επηρεάζει την υποκειμενική νοηματοδότηση αυτού που συμβαίνει. Όταν μία συγκεκριμένη συμπεριφορά εμφανίζεται ως αδύνατη να την κατανοήσει κάποιος, να την συναισθανθεί, θα μπορούσε ενδεχομένως μία διευρυμένη αντίληψη του πλαισίου (διευρυμένη οικογένεια, βιογραφία, περιβάλλον, πολιτισμικό φόντο κτλ) να κάνει δυνατές καινούργιες σημασιοδοτήσεις και, συνεπώς, κατανόηση.
Γ) Στη δυναμική της οικογενειακής βίας εμπλέκονται όλοι οι συμμετέχοντες, δηλ. συμβάλουν με τη δράση τους στις σχέσεις, στην παραγωγή, διατήρηση και επίλυση των προβλημάτων. Αυτό ισχύει τόσο για τους ενήλικες όσο και για τα παιδιά, αφού η εκάστοτε συμπεριφορά αποτελεί μέρος ενός υπό ορισμένες συνθήκες προβλέψιμου σχήματος συναλλαγών το οποίο μπορεί να ξεδιπλώσει μία ορισμένη δυναμική (η εμπλοκή δεν έχει ως προϋπόθεση ούτε τη συνειδητότητα ούτε την πρόθεση).
Δ) Από την  παραπάνω εμπλοκή όμως όλων των συμμετεχόντων δεν συνάγεται ότι όλοι επηρεάζουν τα συμβαίνοντα στο σύστημα με την ίδια ένταση ή εξουσία. Τα κοινωνικά συστήματα χαρακτηρίζονται από θεμελιώδεις ασυμμετρίες στη σχέση των μελών του συστήματος. Από τη διαφορετική θέση των συμμετεχόντων προκύπτουν ειδικές προσδοκίες του ενός από τον άλλον σε σχέση με ικανοποίηση συγκεκριμένων αναγκών για προστασία, φροντίδα, προσοχή, υποταγή, συνεργασία κλπ.
Ε)  Η θεωρία των αυτοποιητικών συστημάτων (Maturana, Varela) και ο κονστρουκτιβισμός έχουν παρουσιάσει πειστικά ότι οι οργανισμοί ή και τα άτομα είναι, οντολογικά ιδωμένο με βάση την βιολογική και νευρολογική τους οργάνωση, αυτόνομα, δηλαδή καθορίζονται μόνο από τη δική τους εσωτερική κατάσταση, όχι από το περιβάλλον τους, το οποίο πάντοτε μόνον ερεθίσματα ή διαταράξεις για την αλλαγή της κατάστασης προσφέρει. Από οντολογική άποψη δεν μπορεί ένας άνθρωπος να «διαπαιδαγωγηθεί» από άλλους με την έννοια της καθοδηγητικής επικοινωνίας, να οδηγηθεί κάπου, δηλαδή να καθοριστεί έξωθεν. Αν κάτι τέτοιο θα ήταν εφικτό η Παιδαγωγική, η επίσημη αλλά και η άτυπη Εκπαίδευση θα ήταν πολύ εύκολη διαδικασία.
ΣΤ) Σε οριοθέτηση απέναντι στην έννοια της ενοχής μπορούμε να τοποθετήσουμε την έννοια της ευθύνης. Η ευθύνη μπορεί να αξιοποιηθεί ως αναφορά στο μέλλον και με προσανατολισμό στα αποθέματα. Η προσκόλληση στην ενοχή των γονέων, έχει μικρή θεραπευτική χρησιμότητα. Αυτό που θα είναι χρήσιμο είναι η αξιοποίηση της προσωπικής κατασκευής της ενοχής από το κάθε μέρος. Η ενασχόληση με το είδος και το μέγεθος της ενοχής εκπληρώνει μία ομοιοστατική λειτουργία η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί θεραπευτικά.

Όποιος στη ζωή του έχει απαξιωθεί ή κακοποιηθεί σεξουαλικά ή με άλλους τρόπους μπορούμε να θεωρήσουμε εύλογο να τρέφει έντονα συναισθήματα εκδίκησης. Γι’ αυτό πρέπει να τρέφουμε κατανόηση. Θέλει να εκδικηθεί. (Παράδειγμα είναι η σύνδεση των ανθρώπων που έχουν κακοποιηθεί στο παρελθόν με την κακοποίηση που οι ίδιοι ασκούν. Κύκλος της βίας. «ΕΚΕΙ ΜΠΟΡΕΙΣ… να διοχετεύσεις την τάση σου για εκδίκηση».)Πρόκειται για έναν τρόπο κακοποίησης που στρέφεται στον εαυτό του. Αυτός που κακοποιεί παιδιά στρέφεται εναντίον του εαυτού του. Δηλαδή κάνει τον εαυτό του κακό. Αυτοεκδικητικό. Απλά χρειάζεται και έναν θύμα για να είναι κακός και αυτό είναι τα παιδιά. Το επίμονο αίσθημα ενοχής των θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης τροφοδοτεί και συντηρεί και το σχήμα «αν είμαι και εγώ κακός τότε δεν είναι τόσο κακός αυτός ο τόσο σημαντικός άνθρωπος στη ζωή μου που με κακοποιεί». Επίσης, το γίνομαι κακός όταν ενηλικιώνομαι ασκώντας και εγώ κακοποίηση σε παιδιά, ώστε πάλι να μειωθεί η κακία του σημαντικού για μένα προσώπου που με κακοποίησε.  Γιατί ενοχή; Γιατί είναι πιο εύκολα υποφερτό αν δεν είμαι απλό θύμα. Είναι πιο εύκολα υποφερτό από το δεν μπορούσα να κάνω απολύτως τίποτα. (βλ. ανάγκη για έλεγχο). Τι κέρδος μπορεί να έχω όταν φταίω κι εγώ; Αν φταίω κι εγώ, όχι μόνο δεν είμαι ένα αθώο θύμα αλλά και οι άλλοι δεν είναι τόσο κακοί. Ποιοι άλλοι; Αυτοί που έχω ανάγκη για την ύπαρξή μου. Μου χρειάζεται η ιδέα ότι οι άλλοι δεν είναι τόσο κακοί. (Π.χ.: η λογική ότι οι εβραίοι είχαν ένα ποσοστό της ευθύνης για ό,τι τους συνέβη. Αυτό ανακουφίζει το ανθρώπινο είδος από τον καταλογισμό της ικανότητάς του να χάσει κάθε τι ανθρώπινο. Το οποίο είναι αναγκαίο σε υπαρξιακό επίπεδο.) «Ο τραυματισμός από άνθρωπο συμπαρασύρει σε ρευστοποίηση την κατάσταση της βασικής εμπιστοσύνης απέναντι στον άνθρωπο που είναι αναγκαία για την επιβίωση».

Θεραπευτική παρέμβαση και στάση του θεραπευτή στην παιδική κακοποίηση.
Η συστημική – κονστουκτιβιστική οπτική μπορεί να δει την παιδική κακοποίηση μέσα από ένα σχεσιακό και πλαισιακό πρίσμα. Μία συστημική ματιά μπορεί να εξετάσει τις πιθανές πολύπλοκες σημασίες που μπορεί να έχει η κακοποίηση για τους συμμετέχοντες, να αποκαλύψει άλλους τομείς στρες στο σύστημα και να επιτρέψει και στον θεραπευτή να μην είναι «υποχρεωμένος» να κυνηγά μία καμουφλαρισμένη «αλήθεια» αλλά να παραμείνει περίεργος και ανοιχτός ως προς το σύστημα που έχει απέναντί του.

Η δική μου εμπειρία μέσα από τους χώρους της παιδικής κακοποίησης έρχεται να συνταιριάξει με αυτή τη λογική. Νιώθει καλύτερα σε αυτό το πλαίσιο. Τα παιδιά (αλλά και οι ενήλικες στο γραφείο μου) που είδα και είχαν ιστορικό παιδικής κακοποίησης δεν κατάφεραν μέχρι τώρα να με συνδέσουν με το στερεότυπο του κακοποιημένου ανθρώπου που καθορίζεται αποφασιστικά από το τραύμα στην παιδική του ηλικία.

Σε αυτό το σημείο, αναδύεται το θεμελιώδες ερώτημα:Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι που έχουν βιώσει σεξουαλική βία ή και κακοποίηση και να καταφέρνουν να  ζουν με υγεία; Τι είναι αυτό που κάνει ή τι κάνουν κάποιοι άνθρωποι και μπορούν να ζήσουν και να συν-χωρέσουν με το παρελθόν τους και την ιστορία τους και να ζήσουν μία ευτυχισμένη ή και επιτυχημένη ζωή; Πώς δηλαδή μπορεί κανείς να παράξει την υγεία;

Πώς είναι δυνατόν – και ουσιαστικά ΠΩΣ (και όχι πώς είναι δυνατόν) έχουν καταφέρει και έχουν πετύχει μία τόσο ιδιαίτερη επίδοση στην ζωή τους και έχουν ευτυχίσει παρά την κακοποίηση. Έχουν –ίσως- και αξιοποιήσει την τραυματική τους εμπειρία. Και τα έχουν καταφέρει.

Έχει συμβεί. Σε πάρα πολλούς ανθρώπους. Άρα γίνεται. Και το έχουν κάνει χωρίς απαραίτητα να περάσουν από όλες τις προτεινόμενες θεραπευτικές διαδικασίες που θεωρούμε απαραίτητες ως αναγκαίο δρόμο.
«Όταν έχω βιώσει μία γεμάτη αγάπη προσοχή, οι πιθανότητες να αποδεχτώ γεμάτος αγάπη τον εαυτό μου αυξάνονται ραγδαία».
Θα αναφερθώ κυρίως στη στάση και την θεραπευτική προσέγγιση των ατόμων που έχουν υποστεί κακοποίηση, αναφερόμενος σε βασικές κατευθύνσεις δουλειάς μαζί τους, που εγώ πήρα από την διά βίου εκπαίδευσή μου, και τις χρησιμοποιώ τελευταία με αξιοσημείωτη –για μένα- επιτυχία. Οι προσεγγίσεις αυτές συνοδεύονται ή εφαρμόζονται στην πράξη μέσω ασκήσεων ή οργανωμένων παρεμβάσεων στις οποίες  δεν θα αναφέρω εδώ.

1) Η πρώτη  και βασική στάση και συμπεριφορά που θεωρώ αναγκαία είναι η αναγνώριση της Οδύνης και του πόνου που βίωσε κάποιος και ο σεβασμός σε αυτό το συναίσθημα. Συχνά, διαταραχές της ταυτότητας και διαταραχές της αντίληψης παρουσιάζονται ως συμπτώματα σε διαγνώσεις ψύχωσης, όταν σημαντικά πρόσωπα αναφοράς δεν πιστεύουν τα παιδιά στις περιγραφές τους για σημαντικά τραύματα στη ζωή τους. Π.χ. σεξουαλική κακοποίηση.

2) Αναγνώριση των αναγκών που έχει  ο κάθε άνθρωπος. Ένα παρελθόν το οποίο επιμένει να επανέρχεται και να «ενοχλεί» στο παρόν ξανά και ξανά θα μπορούσε κανείς να το δει ως έναν πολύ χρήσιμο βοηθό υπενθύμισης. Έναν εσωτερικό σύμβουλο αξιολόγησης της ικανοποίησης των προσωπικών αναγκών. «Ειδικά εσύ, που έχεις στην παιδική σου ηλικία κακοποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο και δεν πήρες τότε, που τα είχες πολύ ανάγκη, τα βασικά δώρα της ανάπτυξής σου, έχεις κάθε δικαίωμα να διαμαρτύρεσαι και να απαιτείς». Και αν εσύ δεν το κάνεις εξωτερικά, το κάνει ένα κομμάτι του εαυτού σου, ένας από τους εαυτούς σου εσωτερικά.  Αγάπη, κατανόηση, ενίσχυση, παρηγοριά, προστασία, κράτημα.

3) Έχεις δικαίωμα ειδικά εσύ που έχεις υποφέρει να ζητάς έναν καλύτερο κόσμο. Βέβαια, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι κάτι τέτοιο θα το καταφέρεις για τον εξωτερικό κόσμο…για τον εσωτερικό όμως…?
Υπάρχει μέσα σας και λαγοκοιμάται μια δύναμη που μπορεί να μας δώσει πρόσβαση σε έναν εσωτερικό πλούτο. Αυτή η δύναμη είναι η φαντασία μας.

4) Στροφή της προσοχής στο παρόν. Τώρα είσαι εδώ! Η δύναμη της φαντασίας, οι σκέψεις, τα συναισθήματα είναι ίσως συχνά δύσκολο να ελεγχθούν. Δεν μπορείς να τα σταματήσεις από το να έρχονται. Δεν μπορείς να τους αντισταθείς. Να τα πολεμήσεις. Τουλάχιστον όχι πρόσωπο με πρόσωπο. Μπορείς όμως να στρέψεις την προσοχή σου αλλού. Στο τώρα! Τώρα είσαι εδώ!

5) Επανάκτηση του ελέγχου της ζωής του, ακόμα και (ή κατ’ αρχήν)  στη συνεργασία του με τον θεραπευτή.  Αυτό το μαθαίνουμε από την ίδια την συμπτωματολογία που παρουσιάζουν τα θύματα κακοποίησης. Τον μηχανισμό αποσύνδεσης (την αποπροσωποποίηση) ως αμυντικό μηχανισμό. Αυτό που περιγράφουν είναι μία διαδικασία αυτόματης απόστασης, μία περιγραφή των γεγονότων σαν να μη συνέβαιναν στους ίδιους, σαν να τα παρακολουθούσαν σε ταινία. Σαν να τα έβλεπαν να γίνονται μπροστά τους αλλά οι ίδιοι βρίσκονται σε ασφαλή θέση. Αποσύνδεση από το σώμα. Ήμουν σε ασφαλή θέση.Αν εμπιστευτεί κανείς αυτή τη συμπεριφορά και της αποδώσει νόημα θα βρει τη χρησιμότητά της. Είναι η αναζήτηση για ασφάλεια. Και ασφάλεια νιώθει κανείς όταν έχει τον έλεγχο. Θεραπευτικός στόχος θα μπορούσε να είναι η επανάκτηση του ελέγχου της ζωής του, ακόμα (ή κατ΄αρχήν) στη συνεργασία του με τον θεραπευτή μέσα από το μοντέλο «ΑΥΤΟΣ (ο πελάτης) ΞΕΡΕΙ».

6) Απόδοση νοήματος. Η επεξεργασία του τραύματος και των συνεπειών του γίνεται καλύτερα όταν σε αυτό μπορεί να αποδώσει κανείς ένα νόημα. (π.χ. Victor Frankl, «Αναζητώντας νόημα ζωής και ελευθερίας»). Μία άλλη δυνατότητα είναι να το κάνει κανείς αυτό χρήσιμο για τον εαυτό του. Να βγάλει από αυτό μία μαθησιακή εμπειρία οποιουδήποτε είδους. Προϋπόθεση είναι να έχει γνωστικά και συναισθηματικά τη συνείδηση ότι δεν είμαι υπεύθυνος για το τραύμα. Ότι είναι κάτι που του συνέβη. Ότι είναι κάτι που έχει υποστεί.

7) Απόδοση τα του Καίσαρα στον Καίσαρα

Οι άνθρωποι που έχουν εμπειρία σεξουαλικής βίας υποφέρουν από  αισθήματα ενοχής. Δίνουν στον εαυτό τους την ευθύνη ή ένα μέρος της ευθύνης του συμβάντος. Αντί όμως να υιοθετήσει κανείς την ξένη ενοχή θα έπρεπε να την καταλογίσει εκεί που ανήκει.     Έμφαση να παραμείνεις στη θέση του θύματος που ήσουνα και όχι στη θέση του θύτη. Όχι να συγχωρήσεις τον δράστη αλλά να του αναγνωρίσεις την ενοχή του. Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι.

ΚΑΙ… ΚΑΙ αντί για ΕΙΤΕ ΕΙΤΕ. Το ή πατέρας ή βιαστής διατηρεί ανεπίλυτο το πρόβλημα. Δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί απλά. Δεν είναι ή το ένα ή το άλλο. Πρέπει να συναινούν όλα τα κομμάτια του Εαυτού. «Μπορώ να αφήσω το κακό που μου έχει κάνει και να κρατήσω το καλό που μου έχει κάνει». Πρέπει να φωτιστούν ΚΑΙ οι δύο πλευρές.

9) Παράσημα της ζωής. Ένα πράγμα μπορούμε να πούμε σίγουρα: Ο άνθρωπος αυτός έχει επιβιώσει από αυτό το τρομερό συμβάν. Τον έχουμε απέναντί μας. «είμαι κάποιος που έχει επιβιώσει». Έχει αποδείξει ικανότητα και ανθεκτικότητα να μείνει στη ζωή παρά τις αντίξοες συνθήκες. Τα παράσημα της ζωής τα κερδίζουμε στις δυσκολίες, όχι στα εύκολα.

10)«Ποτέ δεν είναι αργά για να αποκτήσει κάποιος μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία».

Πολλές φορές οι άνθρωποι με πόνο μειώνουν τη λαχτάρα τους για ζωή για να μειώσουν τον πόνο. Αυτό στο οποίο μπορεί κανείς να επικεντρωθεί είναι οι ευτυχισμένες και χαρούμενες στιγμές στη ζωή του. Η προσωπική του συλλογή χαρούμενων στιγμών… «Η βιογραφία της χαράς». Ως μία προσπάθεια να ξεκολλήσει από την βιογραφία της δυστυχίας.
Όσο πιο συχνά πηγαινοέρχεται κανείς στα νέα σχήματα, δημιουργείται ένα pattern καινούργιο.
Λέξη κλειδί: ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ
«Χρειάζεται μία ΑΠΟΣΤΑΣΗ. Μας ενδιαφέρει η ικανότητα ενός ανθρώπου να παίρνει απόσταση. Κάθε άνθρωπος που χρησιμοποιεί την παρατηρητικότητά του, την απόστασή του χρησιμοποιεί. Αποστασιοποιείται. Η εμπειρία ότι εγώ είμαι ξεχωριστός από αυτό που παρατηρώ. Δεν είμαι αυτό που παρατηρώ. Ούτε μπορώ να το αλλάξω. Μπορώ να αλλάξω όμως την ανάμνηση και τους συνειρμούς που συνδέονται με αυτό.»

Θα τελειώσω όπως ξεκίνησα. Με το βιβλίο του Huther:Γράφει:«Πριν από χρόνια βρήκα το απόφθεγμα ενός φιλοσόφου της Αναγέννησης, που από τότε δεν μου φεύγει από τον νου: “Naturae enim non imperator, nisi parendo”. (=γιατί η φύση δεν κυριαρχείται, αν πρώτα δεν την υπακούσουμε), Bacon, Novum Organum. Μόλις τώρα αρχίζω να κατανοώ τι σημαίνει αυτή η φράση. Μόνο όταν καταφέρουμε να αναγνωρίσουμε ποιοι νόμοι και ποιες αρχές διέπουν την ανάπτυξη έμβιων συστημάτων, μόνο όταν κατανοήσουμε γιατί συγκεκριμένες διεργασίες οδηγούνται σε συγκεκριμένη κατεύθυνση, θα έχουμε τη δυνατότητα να επηρεάσουμε επί τούτου τις εξελίξεις ως προς τις κατευθύνσεις τους αυτές και να επέμβουμε διορθωτικά σε προβλέψιμες διαταραχές. Μόνο όταν καταλάβουμε τι και γιατί φοβούνται οι άνθρωποι και τι συμβαίνει τότε μέσα τους, μπορούμε να αναζητήσουμε διεξόδους. Δεν πρέπει να ακολουθούμε σαν αβέβαια παιδιά, τους δρόμους που χάραξαν οι γονείς και που εκείνοι μας προδιέγραψαν, μέχρι να φτάσουμε στο τελικό αδιέξοδο. Ούτε πρέπει πια να ακολουθούμε, σαν να είμαστε τυφλοί, τις πανταχόθεν συμβουλές, προειδοποιήσεις και καλοπροαίρετες επισημάνσεις εκείνων που πιστεύουν ότι βλέπουν εξαιρετικά καλά, επειδή φορούν πολύ χοντρά γυαλιά. Μπορούμε να κρίνουμε κατά πόσο είναι σωστή η κατεύθυνση προς την οποία προσπαθούν να μας οδηγήσουν. Επειδή ξέρουμε ότι ο φόβος, οι ελεγχόμενες προκλήσεις και οι ανεξέλεγκτες φορτίσεις θα ορίζουν τους δρόμους της σκέψης και της αίσθησής μας, μπορούμε να αναρωτηθούμε κατά πόσο η συμβουλή που μας δίνουν είναι συμβατή με αυτά που εμείς θέλουμε, κατά πόσο μπορεί δηλαδή να μας οδηγήσει σε έναν δρόμο που δεν καταλήγει υποχρεωτικά και πάλι σε αδιέξοδο….

Και αυτό φυσικά ισχύει και για όλα αυτά που είπαμε εδώ σήμερα….

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Ζήσης Τάσος, Εργαστήρι για το Τραύμα, προσωπικές σημειώσεις, Θεσσαλονίκη, 2010

2. Tom Levord, Erhard Wedekond & Hans Georgi, «Βία στις οικογένειες. Δυναμική του συστήματος και θεραπευτικές προοπτικές», Familiendynamic, Κολωνία, 1993

3. Herington Steve, «Κονστρουκτιβισμός και παιδική κακοποίηση», Familendynamic, Λονδίνο, 1993

4. Huther Gerald, «Η βιολογία του φόβου. Πώς από το στρες γεννιούνται συναισθήματα», Εκδόσεις Πολύτροπον, Αθήνα 2007