«Δέσμιοι της ροπής στη θλίψη». Όλο το βίντεο από την εκδήλωση στον Βόλο και την ομιλία του Σταύρου Γκουγκουσκίδη

Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, σε συνεργασία με την κοινωφελή εταιρεία ψυχοκοινωνικών παρεμβάσεων «Πορεία Υγείας» και με τον Σύνδεσμο Νέων της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, διοργάνωσαν για δεύτερη συνεχή χρονιά σειρά συναντήσεων, υπό τον γενικό τίτλο «Διάλογοι Θεολογίας και Ψυχολογίας». Με αυτή την προσπάθεια η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών επιχειρεί να απευθυνθεί στο «πρόσωπο» που πάσχει στην καθημερινότητα και να απαντήσει στα ερωτήματά του με την συνδρομή της ψυχολογίας. Η 2η συνάντηση πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 6/4 στο Δημαρχείο του Βόλου και είχε τίτλο:«Δέσμιοι της ροπής στη θλίψη». Πρώτος ομιλητής ήταν ο κ. Σταύρος Γκουγκουσκίδης, Κλινικός Ψυχολόγος (M.Sc.), Συστημικός Ψυχοθεραπευτής, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα: «Ψυχολογικές προσεγγίσεις για την υπέρβαση της κατάθλιψης». Δεύτερος ομιλητής ήταν ο π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος (π.Λίβυος), εφημέριος Ι.Ναού Αγ. Ειρήνης Πύργου Ηρακλείου, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα: «Κατάθλιψη και χριστιανική ζωή».

 

θλίψη

Το Σύνδρομο Επαγγελματικής Εξουθένωσης (Burnout) ως Καταθλιπτική Αντίδραση.

burnout

Μία από τις συνθήκες που ευνοούν την εμφάνιση καταθλιπτικών αντιδράσεων είναι και αυτή στην οποία εμφανίζεται το ονομαζόμενο «Σύνδρομο Επαγγελματικής Εξουθένωσης», ή Σύνδρομο Burn-Out.

Η έκφραση αυτή χρησιμοποιείται για να κατηγοριοποιήσει ή να ομαδοποιήσει συμπτώματα που αντιμετωπίζει ένας άνθρωπος σε εργασιακό περιβάλλον, τον οποίων η κλινική εικόνα είναι καταθλιπτική, με κύριο στοιχείο της την ψυχική εξάντληση.

Η συνθήκη αυτή περιλαμβάνει τρία βασικά σημεία:
1ο: Μία χρόνια κατάσταση όπου κάποιος αντιμετωπίζει υπερβολικά υψηλές απαιτήσεις για επαγγελματικές επιδόσεις. Ο χρόνος στην περίπτωση αυτή είναι ατομική μεταβλητή και ποικίλλει από άνθρωπο σε άνθρωπο.
2ο: Καλές προθέσεις για τους άλλους ανθρώπους, τους λήπτες των υπηρεσιών ή τους συναδέλφους.
3ο: Μη ύπαρξη συγκεκριμένων ελέγξιμων κριτηρίων και συνθηκών για την επιτυχία.

Όταν κάποιος άνθρωπος λειτουργεί μέσα στο παραπάνω πλαίσιο και για μία περίοδο λείψουν ή δεν γίνονται φανερές οι επιτυχίες, μπορεί να φτάσει σε καταθλιπτική αντίδραση. Το τρίτο σημείο, τα «μη ελέγξιμα κριτήρια για την επιτυχία» είναι και ο λόγος που το σύνδρομο burn-out θερίζει στα ψυχοκοινωνικά επαγγέλματα.

Οι καλές προθέσεις δεν αποφασίζουν για την αντίδραση των άλλων. Ως επαγγελματίας μπορώ να έχω όσες καλές προθέσεις θέλω. Την αντίδραση των άλλων δεν μπορώ να την ελέγξω. Και η αντίδραση των άλλων είναι η λεγόμενη «επιτυχία». Τα κοινωνικά επαγγέλματα πρέπει να βρουν άλλες μεθόδους που να ορίζουν τι συνιστά επιτυχία και τι αποτυχία σε κάθε πλαίσιο εργασίας. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να ελέγξουν την τρίτη μεταβλητή της παραπάνω συνθήκης και να προλάβουν καταθλιπτικές αντιδράσεις εξουθενωμένων, ψυχικά, επαγγελματιών.

Αν κάποιος με ψυχοκοινωνικό επάγγελμα επιμένει και …θέλει να πάθει burn-out μπορεί να το κάνει με έναν απλό τρόπο: πρέπει να αρχίσει να αναλαμβάνει την ευθύνη για πράγματα που δεν μπορεί να ελέγξει! Για παράδειγμα, τη συμπεριφορά των άλλων ανθρώπων.

Γκουγκουσκίδης Σταύρος

Βγαίνοντας από τα ψυχοφάρμακα. Παρουσίαση βιβλίου.

Ψυχοφάρμακα2

Η παρουσίαση αυτή πραγματοποιήθηκε:

1) στο πλαίσιο του 1ου Εκπαιδευτικού σεμιναρίου του «ΔΙΚΤΥΟΥ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΜΕΙΩΣΟΥΝ Ή ΝΑ ΔΙΑΚΟΨΟΥΝ ΤΑ ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΑ» στις 28 – 29  Μαρτίου 2009 στη Θεσσαλονίκη και

2) στις 23 Ιουνίου 2010 στο  Μικρόπολις – Κοινωνικός Χώρος για την ελευθερία. Θεσσαλονίκη.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

«ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΑ ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΑ. Εμπειρίες επιτυχημένης διακοπής νευροληπτικών, αντικαταθλιπτικών, λιθίου και άλλων ρυθμιστικών της διάθεσης, Ritalin και αγχολυτικών»

Πέτερ Λέμαν – Άννα Εμμανουηλίδου (επιμ.) (2008), (Μετάφραση: Άννα Εμμανουηλίδου)

εκδ. ΝΗΣΙΔΕΣ

από τον Σταύρο Γκουγκουσκίδη

——————————————

Το βιβλίο αυτό ανήκει στην πολύ ενδιαφέρουσα –για μένα- κατηγορία των βιβλίων που αναφέρουν εμπειρίες, μαρτυρίες, γνώμες, απόψεις, προσωπικά βιώματα ανθρώπων που έχοντας ζήσει μία κατάσταση αποφασίζουν να μοιραστούν την εμπειρία τους αυτή με τον υπόλοιπο κόσμο.

Ανήκει επίσης στην κατηγορία των βιβλίων που έρχονται για να ανατρέψουν δεδομένα και να προτείνουν διαφορετικά πράγματα από όσα μέχρι τώρα έχουμε συνηθίσει.

Στο βιβλίο του ο Lehmman δίνει τον λόγο στους ανθρώπους που έχουν ή είχαν στη ζωή τους αυτό που ονομάζεται ψυχιατρική εμπειρία. Αναφέρεται σε και περιγράφει εμπειρίες ανθρώπων που έζησαν ή ζουν ακόμα  με τα λεγόμενα «ψυχοφάρμακα». Αναφέρεται σε και περιγράφει εμπειρίες και  απόψεις ανθρώπων που έζησαν με τα ψυχοφάρμακα και βγήκαν από αυτά.  Αναφέρεται σε και περιγράφει εμπειρίες και απόψεις θεραπευτών ή υποστηρικτών ανθρώπων που έζησαν την προσπάθειά τους αυτή και στάθηκαν στο πλάι τους.

Το βιβλίο ξεκινά με τις ιστορίες των άμεσα ενδιαφερομένων. Σαν να ξεκινά ένας διάλογος, μία συζήτηση γύρω από το θέμα, όπου οι άμεσα εμπλεκόμενοι περιγράφουν τις ιστορίες τους όπως τις έχουν ζήσει ή τις ζουν ακόμα.

Τα πρώτα 6 κεφάλαια τοποθετούν τον αναγνώστη μέσα στην ιστορία. Ακούς –διαβάζοντας – την ιστορία μιας γυναίκας που εξαναγκάστηκε από την αδερφή της να νοσηλευτεί και να πάρει φάρμακα. Η γιατρός της την προειδοποιεί αυστηρά μετά την έξοδό της από το ψυχιατρείο, «να μην διανοηθεί να σταματήσει τα φάρμακα διότι είναι πολύ επικίνδυνο και να μην περιμένει γρήγορα να γίνει καλά». Η ίδια νιώθει φόβο, ανήμπορη, εντελώς αβοήθητη. Ξεκινά τις αλλαγές στη ζωή της όταν γεμίζει από συναισθήματα οργής και θυμού. Και τότε τα καταφέρνει.  Την ιστορία ενός άντρα που εξαναγκάστηκε με εντολή των –ανήμπορων- γονιών του να εισαχθεί σε ψυχιατρείο. Τα ίδια συναισθήματα, οι ίδιες σκέψεις συνοδευμένες και από μία βαθιά πίστη του ιδίου ότι «ήμουν ψυχικά άρρωστος και χρειαζόμουν τα φάρμακά μου, γιατί χωρίς αυτά θα ερχόταν αμέσως η υποτροπή». Περνώντας ο καιρός και μη- ζώντας, το αίσθημα της απελπισίας τον κυρίευσε: «μου ήταν ξεκάθαρο πως η ζωή μου ήταν κατεστραμμένη πια και δεν είχα να περιμένω κανένα απολύτως ίχνος χαράς, και φυσικά καμία αλλαγή».

Ο συγκεκριμένος συγγραφέας (που στην περίπτωση αυτή είναι ο ίδιος ο Lehmman) βάζει στη συζήτηση και το θέμα της συμμετοχής. Ο ίδιος ήταν αμέτοχος στην «αρρώστια και την θεραπεία του». Ποτέ –αν και έκανε πολλούς δικαστικούς αγώνες- δεν τους επετράπη να δει τον ψυχιατρικό του φάκελο και επίσης, όπως λέει ο ίδιος «δεν υπήρξε στη διάρκεια της ψυχιατρικής μου καριέρας κανένας ψυχίατρος που να έχασε έστω και μία λέξη ενημερώνοντάς με για τα φάρμακά του».

Στο επόμενο κεφάλαιο η ιστορία μιας γυναίκας που έπαθε νευρικό κλονισμό. «Αυτό που νιώθει κανείς όταν παίρνει ψυχοφάρμακα είναι συνεχώς κουρασμένος (ειδικά μόλις έχει πάρει τα χάπια). Όλα μέσα σου, τα συναισθήματα, η λογική και η κινητικότητα λειτουργούν κατά κάποιο τρόπο μόνο στο μισό των δυνατοτήτων τους». Όταν αποφασίζει να σταματήσει τα φάρμακα η γιατρός που την υποστηρίζει λέει στην οικογένειά της: «Αν καταφέρετε να την αντέξετε θα πάνε όλα καλά και χωρίς ψυχιατρείο». Ο επόμενος άνθρωπος που γράφει, στα δεκαέξι του, επειδή η μητέρα του κουβαλούσε μία διάγνωση «μανιοκαταθλιπτική ασθενής», ερμηνεύτηκε –ψυχιατρικά- η κακή του διάθεση ως πιθανή κατάθλιψη και ξεκίνησε να παίρνει αντικαταθλιπτικά. Υπάρχουν και άλλες τέτοιες ιστορίες ανθρώπων μέσα στο βιβλίο, όπως τις έχουν γράψει οι ίδιοι. Ανθρώπων που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ξεκίνησαν το ταξίδι στον κόσμο των ψυχοφαρμάκων και δοκίμασαν και πέτυχαν να κατέβουν από το πλοίο. Άλλοι μεσοπέλαγα, άλλοι σε λιμάνι. Όλοι όμως έφτασαν αργά ή γρήγορα στη στεριά. Οι ιστορίες παρουσιάζονται απλά, ως λόγια ριγμένα πάνω στο τραπέζι του διαλόγου. Είναι εδώ μπροστά σου, απλά, κατανοητά, σαν να σου τα διηγείται κάποιος κι εσύ να ακούς.

Αυτός, ο ρόλος του ακροατή, μου ήταν πολύ ξεκάθαρος καθώς διάβαζα το βιβλίο. Και βρήκα το νόημα όλου αυτού όταν, προς το τέλος του βιβλίου, διάβασα ότι η καλύτερη ιατρική συμβουλή που έχει ακούσει ο Bob Johnson (ένας από τους συγγραφείς) είναι το «Άκου προσεκτικά τους ασθενείς σου. Αυτοί σου λένε τη διάγνωση». Του το είχε πει ο Sir William Osler, ο –κατ’ αυτόν- καλύτερος νοσοκομειακός γιατρός του 20ου αιώνα.

Στον αναγνώστη του βιβλίου (όπως και σε μένα) δίνεται μία πρώτης τάξης ευκαιρία να «ακούσει» ανθρώπους που έχουν εμπλακεί με τα ψυχοφάρμακα να περιγράφουν αυτά που έζησαν ή ζουν ακόμα από τη σκοπιά του ανθρώπου που βίωσε και παρατήρησε το ταξίδι αυτό. Το κατέγραψε με την κάμερά του και τώρα έρχεται να τα παρουσιάσει. Στα κεφάλαια αυτά υπάρχουν περιγραφές που δεν μπορεί κανείς να τις αμφισβητήσει. Που κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν έχουν καταμετρηθεί σωστά. Που κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν χρησιμοποιήθηκε το κατάλληλο εργαλείο. Που κανείς δεν μπορεί να πει ότι έχει διαφορετική άποψη. Ακόμα κι αν έχει διαφορετική άποψη, μόνο να προστεθεί στη συζήτηση θα μπορούσε και όχι να αντικρούσει ή να αναιρέσει ή να διαψεύσει. Εύστοχα παρατηρεί η επιμελήτρια της ελληνικής έκδοσης Άννα Εμμανουηλίδου στην εισαγωγή της ότι «οι ιστορίες αυτές υπερβαίνουν σε δύναμη χιλιάδες επιστημονικά ή ψευδοεπιστημονικά κείμενα πάνω στο θέμα των ψυχοφαρμάκων». Εγώ θα παρατηρούσα ίσως επιπλέον πως, καθώς άκουγα τις ιστορίες που διάβαζα, αυτά όλα μου φαινόταν …άτοπα. Δηλαδή, τι σημασία έχει το τι λένε τα «επιστημονικά» κείμενα όταν μπροστά σου έχεις έναν άνθρωπο που έκανε το αντίθετο από αυτό που λένε οι επιστήμες και είναι καλά. Όχι γιατί καταρρίπτονται οι θεωρίες και οι έρευνες απαραίτητα, αλλά μάλλον γιατί η συζήτηση μεταξύ των δύο –των επιστημονικών κειμένων και των ανθρώπων που βγήκαν από τα ψυχοφάρμακα- θα ήταν μάλλον δύσκολη. Ακόμα κι αν κάποιος θα μπορούσε τελικά να υποστηρίξει ότι οι ιστορίες αυτές έχουν τρωτά σημεία ή είναι μειοψηφία αυτό δεν θα μείωνε σε τίποτα την αξία τους. Γιατί οι ιστορίες αυτές είναι πραγματικές, τις έχουν ζήσει άνθρωποι, έχουν ήδη συμβεί και αποτελούν παράδειγμα για άλλους.

Οι ψυχίατροι, οι «ειδικοί», το επίσημο κρατικό ή επιστημονικό παράδειγμα δημιουργεί σκοτάδι. Κινείται μέσα στο σκοτάδι και το αναπαράγει. Αντί να το δει, να το περιγράψει, να το φωτίσει το ενισχύει. Τις ελάχιστες κουρτίνες που βάζουν λίγο φως στον σκοτεινό χώρο τις κλείνει για να μη δει κανείς τι γίνεται μέσα.

O Marc Rufer αναφέρει: Η πάγια στάση των ψυχιάτρων απέναντι στους ψυχιατρικούς ασθενείς συνοψίζεται στα ακόλουθα: «Είσαι άρρωστος. Είσαι σχιζοφρενής. Έτσι έχει το πράγμα. Αυτό είναι το πεπρωμένο σου. Η μοναδική δυνατότητα που έχεις να ζήσεις μία σε γενικές γραμμές φυσιολογική ζωή, συνίσταται στο να παίρνεις νευροληπτικά φάρμακα. Αυτό πρέπει να το δεις, απαιτούμε από εσένα να συνειδητοποιήσεις την ασθένειά σου. Αν την συνειδητοποιήσεις θα σου δώσουμε γρήγορα εξιτήριο. Θα φροντίσουμε όμως να πηγαίνεις μετά το εξιτήριο συστηματικά στον γιατρό ή τον ψυχίατρό  και εκείνος να σου γράφει τα φάρμακά σου. Τα καλύτερο κατά τη γνώμη μας είναι να σου γίνεται κάθε 2 ή 3 εβδομάδες μία ένεση ντεπό με νευροληπτικά. Έτσι θα είμαστε σίγουροι ότι δεν πρόκειται να σταματήσεις τα φάρμακα από αμέλεια ή από μη κατανόηση της κατάστασής σου. Αν δεν μας πιστεύεις και αρνηθείς αυτή την αναγκαία θεραπεία, τότε κάνεις ένα τεράστιο λάθος, γιατί σύντομα θα βιώσεις υποτροπή και θα μεταφερθείς αργά ή γρήγορα πίσω στο ψυχιατρείο. Μην ξεχνάς ποτέ ότι είσαι άρρωστος. Έχεις την προδιάθεση της σχιζοφρένειας, είσαι ευάλωτος. Τα συμπτώματα αυτής της αρρώστιας μπορούν κάθε στιγμή να ξαναεμφανιστούν, ακόμα από καιρού εις καιρόν νιώθεις πολύ καλύτερα. Μην παρασυρθείς ποτέ από οποιουσδήποτε ανεύθυνους ανθρώπους, που θα σου πουν πως είσαι δήθεν υγιής και πως θα μπορούσες να ζήσεις καλά και με νόημα χωρίς φάρμακα. Αυτό είναι τεράστιο λάθος. Εμείς γνωρίζουμε καλύτερα. Έχουμε μεγάλη εμπειρία από αυτή την αρρώστια. Πρέπει να μας πιστέψεις, δεν έχεις άλλη επιλογή. Χρειάζεσαι τα νευροληπτικά όπως ο διαβητικός χρειάζεται την ινσουλίνη του».

Ποιος και πώς μπορεί ένας άνθρωπος με ψυχιατρική εμπειρία στη ζωή του να αντισταθεί και να αντιδράσει σε αυτή την βίαιη άσκηση εξουσίας; Δεν μπορεί. Η σχέση γιατρού – ασθενή καθορίζεται από την εξουσία του ενός προς τον άλλον. Ο δυνατός, ο γνώστης, ο έμπειρος, ο επιστήμονας και από την άλλη ο άρρωστος, ο τρελός, ο ασθενής, ο αδύναμος.

Το βιβλίο αναφέρεται σε πολλά περιστατικά ανθρώπων που πέθαναν, καταστράφηκαν, διαλύθηκαν και κατάφεραν ποτέ να βγουν από την «ασθένεια» των ψυχώσεων παρά την τακτική και προσεκτική παρακολούθηση και χορήγηση φαρμάκων από τους γιατρούς τους. Η εμπειρία μας, τα ψυχιατρεία και εξωτερικά ιατρεία των ψυχιατρικών νοσοκομείων και τόσες και τόσες οικογένειες ανθρώπων όπου κάποιο μέλος τους βιώνει ψυχιατρική εμπειρία καταμαρτυρούν το ίδιο ακριβώς. «Τα ψυχοφάρμακα και τα ναρκωτικά δεν μπορούν να λύσουν κανένα πρόβλημα. Αυτό που μπορούν να κάνουν είναι καταστείλουν συμπτώματα, όπως ο φόβος και η απελπισία, ώστε οι άνθρωποι που τα παίρνουν να μην μπορούνε πια να αντιληφθούν αυτά τα συναισθήματα». Παρ’ όλ’ αυτά, οι βιομηχανία της ψυχιατρικής και της ψυχοφαρμακολογίας ανθεί.

Ο καλός συνάδελφος Φώτης Τέγος, σε εργασία του στο Α.Π.Θ. αναφέρεται σε μία έρευνα που έγινε στις Η.Π.Α. σχετικά με τις φαρμακευτικές βιομηχανίες. Αναφέρει: «Η φαρμακευτική βιομηχανία έχει μια σημαντική παρουσία κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης των ειδικευόμενων, έχει κερδίσει την αποδοχή των εκπαιδευομένων και φαίνεται να επηρεάζει την συνταγογραφική τους συμπεριφορά. ….

Οι φαρμακευτικές εταιρείες ξόδεψαν, κατά μέσο όρο, ποσά διπλάσια για διαφήμιση και προώθηση, σε ιατρούς και σε κοινό, από τα ποσά που διέθεσαν για έρευνα και ανάπτυξη. Το 1999, 87% από τα 13,9 δισεκατομμύρια δολάρια που διατέθηκαν για την προώθηση φαρμάκων κατευθύνθηκε προς τους ιατρούς με, κατά προσέγγιση, ένα ποσό 8-13 χιλιάδων δολαρίων να αντιστοιχεί σε κάθε ιατρό ανά έτος. Για το 2000, τα συνολικά έξοδα για την προώθηση φαρμάκων ανέρχονται σε 16 δισεκατομμύρια δολάρια. Η ιατρική βιβλιογραφία έχει καταδείξει ότι οι πρακτικές προώθησης φαρμάκων μπορούν να επηρεάσουν αποτελεσματικά την συμπεριφορά των ασκούμενων ιατρών, όπως στις αποφάσεις για συνταγογράφηση ή στην προσθήκη φαρμάκων σε μια ιατρική συνταγή. Παρά τις πειστικές ενδείξεις ότι η διαφήμιση είναι αποτελεσματική, οι ιατροί συχνά λειτουργούν εν αγνοία του πόσο επηρεασμένοι είναι όταν λαμβάνουν αποφάσεις για συνταγογράφηση.» (Αλληλεπιδράσεις / διαδράσεις μεταξύ φαρμακευτικών αντιπροσώπων και εκπαιδευόμενων ιατρών, μετάφραση από http://indy.gr/people/To_milo/profile,  Τίτλος πρωτότυπου: Interactions between pharmaceutical representatives and doctors in training. A thematic review J Gen Int Med. 2005; 8:777-786.)

Είναι αναπόφευκτο ότι αν οι φαρμακευτικές εταιρείες εναποθέτουν τόσα χρήματα στα αρχικά στάδια εκπαίδευσης των ιατρών θα πρέπει να έχουν και αντίστοιχα οφέλη. Είναι συνηθισμένο ιατρικά συνέδρια να κατακλύζονται από περίπτερα φαρμακευτικών εταιρειών που τα χρηματοδοτούν. Όλοι μας έχουμε γίνει μάρτυρες επαφών ιατρών και φαρμακευτικών αντιπροσώπων στα νοσοκομεία ή στα ιατρεία τους. «Πληρώνουν, διεθνώς, τους πάντες, συλλόγους οικογενειών, χρηστών κλπ προκειμένου μ’ αυτή την ‘έξωθεν καλή μαρτυρία’, να έχουν με το μέρος τους όσο γίνεται περισσότερους φορείς πέραν (υποτίθεται) πάσης υποψίας. Το ζήτημα είναι: μπορούμε να σκεφτούμε, να ‘νοιώσουμε’ τον εγκλωβισμό μας στη φαρμακοκουλτούρα, μέσα στην οποία ποδηγετούν την ψυχιατρική (όπως ολόκληρη την ιατρική) οι πολυεθνικές του φάρμακου; Το γεγονός, δηλαδή, ότι η χρήση των φαρμάκων, από σημαντική βοήθεια στη θεραπεία, έχει μεταμορφωθεί σε πρωταρχική παρέμβαση, που υποβαθμίζει όλα τα υπόλοιπα σε μια καθαρά δορυφορική παρέμβαση, σε απλή υποστήριξη των ίδιων των φαρμακολογικών θεραπειών;» (Ανακοίνωση της Πανελλαδικής Συσπείρωσης για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση για το 20ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ψυχιατρικής στην Κρήτη, Σεπτέμβρης 2008).

Παρακάτω αναφέρεται:

«Και αν αυτό δεν είναι αρκετό για να δείξει ότι η ιατρική εξουσία συμβαδίζει χέρι με χέρι με την κερδοφορία της αγοράς από τις φαρμακοβιομηχανίες τότε θα πρέπει να αναφέρουμε και το εξής: «Tα τελευταία χρόνια οι μεγάλες πολυεθνικές φαρμακοβιομηχανίες δεν επιδίδονται μόνο στον αγώνα για την ανακάλυψη νέων φαρμάκων, αλλά και σε κάτι ακόμα πιο προσοδοφόρο: στην «ανακάλυψη» ασθενειών, έτσι ώστε να παρουσιαστούν ανάγκες για νέα φάρμακα. Πρόκειται για τη λεγόμενη ασθενοκαπηλία (ή καλύτερα καπηλεία του φόβου του υγιούς για την ασθένεια), από τους πιο ενεργητικούς τομείς μάρκετινγκ των εταιρειών. H διεθνής βιβλιογραφία έχει γεμίσει νέα σύνδρομα· το «κατάλληλο φάρμακο» συνήθως έχει βρεθεί… νωρίτερα. …οι καμπάνιες ενημέρωσης για νέες ασθένειες είναι υπαγορευμένες από τα τμήματα μάρκετινγκ των φαρμακευτικών εταιρειών και όχι από οργανώσεις που ενδιαφέρονται για τη δημόσια υγεία… Tο 56% των 170 ειδικών που συνεργάστηκαν για την τελευταία έκδοση του βασικού εγχειριδίου των ψυχιάτρων είχαν οικονομικές σχέσεις με τις φαρμακοβιομηχανίες. Πρόκειται για σοβαρότατη καταγγελία Αμερικανών ερευνητών, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα σε έγκριτο επιστημονικό περιοδικό. Πρόκειται για το DSM, που θεωρείται ο «μπούσουλας» των γιατρών του κλάδου. Οι οικονομικές σχέσεις αφορούσαν αμοιβές για ομιλίες ή συμβουλές στις επιχειρήσεις, κατοχή μετοχών, ακριβά δώρα ή καταβολή χρημάτων για επαγγελματικά ταξίδια και έρευνα. Μάλιστα όλοι όσοι είχαν ασχοληθεί με τη σχιζοφρένεια και άλλες ψυχιατρικές διαταραχές, «των οποίων η λήψη φαρμάκων θεωρείται η πρώτη θεραπεία», είχαν σχέση με τις εταιρείες. H καταγγελία αυτή αποκαλύπτει το μέγεθος κηδεμονίας της ιατρικής έρευνας από τα συμφέροντα των φαρμακευτικών εταιρειών…. (Ελαφρού Γιάννη, Βομβαρδισμός με φάρμακα… λαϊφστάιλ, , εφημ. Καθημερινή, 20/8/2006).

«Η μόδα των βιταμινών παλαιότερα και σήμερα των ψυχοφαρμάκων έρχεται να δώσει ένα υποκατάστατο φροντίδας στο κουρασμένο κορμί, να το απαλλάξει από το άγχος, να το ξεκουράσει, σ’ ένα χώρο περιορισμένο, σ’ ένα περιβάλλον μολυσμένο, να του δώσει την ελπίδα μιας υγείας που όλο και πιο πολύ στερείται στις απάνθρωπες συνθήκες των μοντέρνων πόλεων» (Ψυχοφάρμακα, μύθος και πραγματικότητα στη θεραπευτική τους χρήση, περιοδικό Η τρέλα, τεύχος 3, σελ. 20.)

Και για να αναφερθούμε και πιο ειδικά στα σκευάσματα που αφορούν την ψυχική ασθένεια και που αποδεικνύουν το γεγονός ότι τα ψυχοφάρμακα αντικατέστησαν πολύ απλά τα παλαιότερα δεσμά του ψυχιατρείου θα αναφέρουμε τα παρακάτω. «Θα μείνουμε, για λόγους συντομίας, σε δύο μόνο κατηγορίες ψυχοφαρμάκων, τα αγχολυτικά/υπναγωγά (βενζοδιαζεπίνες) και τα νευροληπτικά, εξετάζοντάς τα στη βάση του συνεχούς «ευχάριστο-δυσάρεστο».

Στην πλειοψηφία τους τα φάρμακα αυτά λειτουργούν, παρά τις δαπανηρές διαφημίσεις των εταιρειών, στην λογική του «1/3, 1/3, 1/3», δηλαδή: 1/3 των ασθενών βελτιώνεται ανεξάρτητα από φάρμακο,  1/3 δεν ανταποκρίνεται και 1/3 παρουσιάζει μια βελτίωση. Τα αγχολυτικά / υπνωτικά παρουσιάζουν μια σαφή ευφορική (ευχάριστη, «ηδονιστική») ενέργεια (αν και λιγότερο από τα οπιοειδή, την αμφεταμίνη και την κοκαΐνη), ενώ τα νευροληπτικά έχουν μια σαφώς αποδεδειγμένη δυσφορική ενέργεια. Η ευφορική ενέργεια των αγχολυτικών/υπνωτικών εξηγεί γιατί οι χρήστες τους προτιμούν τις βενζοδιαζεπίνες αν και  υπάρχουν άλλα μη ηδονιστικά αγχολυτικά. Εξηγεί, επίσης, την ευρεία και απερίσκεπτη συνταγογράφησή τους από γιατρούς  άλλων ειδικοτήτων καθώς και τους μηχανισμούς της αυτοσυνταγογράφησης.

Η «ηδονιστική» δράση ακολουθείται, φυσικά, από την «τιμωρητική», που προέρχεται από το σύνδρομο «στέρησης» (λόγω του εθισμού που προκαλούν), όταν γίνεται απόπειρα να διακοπεί η αγωγή. Αντί να διερευνάται το πρόβλημα, που βρίσκεται πίσω από το σύμπτωμα (το άγχος, την κατάθλιψη κλπ), επιλέγεται μια λύση «ταμποναρίσματος», που απομακρύνει από τις πηγές του προβλήματος και από την συνειδητοποίησή τους. Σε αυτή την πρακτική ανταποκρίνεται ένας προκατασκευασμένος και άκαμπτα κωδικοποιημένος τύπος ψυχιατρικής πρακτικής, που αποτελεί, παρά τις πιθανές «καλές προθέσεις», το μακρύ χέρι του κοινωνικού ελέγχου. Όσο για τα νευροληπτικά, που έχουν ενδείξεις σε σοβαρές ψυχικές διαταραχές (σχιζοφρένεια, μανιοκατάθλιψη κλπ), έχει αποδεχθεί η σοβαρή και μόνιμη αναπηρία, που μπορεί να προκαλέσουν (όψιμη δυσκινησία, τύφλωση, κλπ, ακόμα και θάνατος), καθώς και οι βλάβες των γνωστικών λειτουργιών, μέχρι και άνοιας.» (Μεγαλοοικονόμου Θ., Τα ψυχοφάρμακα και ο κοινωνικός αποκλεισμός, άρθρο Internet).

Υπάρχουν επίσης πάμπολλα άρθρα που αναδεικνύουν και αποδεικνύουν την σύνδεση του ιατρικού – ψυχιατρικού κατεστημένου με τα καρτέλ των φαρμακοβιομηχανιών (την επιτομή των πολυεθνικών αυτών εταιρειών, την μηχανή του καπιταλιστικού τρένου) και την καταστρατήγηση βασικών δικαιωμάτων τόσο των πολιτών και των κοινωνιών – βλέπε την σύγχρονη γρίπη των χοίρων και τον «κίνδυνο» της πανδημίας αλλά και την ανταπόκριση του εμβολίου Tamiflou σε αυτή με αποτέλεσμα την άνοδο στα χρηματιστήρια των φαρμακοβιομηχανιών που παράπαιαν μέσα στην οικονομική κρίση – αλλά πολύ περισσότερο των ασθενών που οι κοινωνίες απογυμνώνουν από δικαιώματα εξαιτίας των παθήσεών τους.

Για να επιστρέψουμε στο βιβλίο, το σκοτάδι, το αδιέξοδο που δημιουργούν οι «ειδικοί» φωτίζεται και ανοίγει  –επιτέλους- ένας άλλος δρόμος. Ξεκινά μία συζήτηση προσανατολισμένη στις λύσεις. Σημασία έχει τώρα ποιος θέλει να πάρει μέρος σ’ αυτήν. Ποιος θέλει να αμφισβητήσει τις ίδιες του, τις προκαταλήψεις, ποιος θέλει να αφουγκραστεί μία άλλη διαφορετική άποψη. Ένα καινούργιο βίωμα, μία νέα εμπειρία.

Το λόγο παίρνει ο επιμελητής, ο Πήτερ Λέμαν και στο επόμενο κεφάλαιο με τίτλο ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΟΝΤΑΣ ΩΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ παραθέτει μία σειρά από κείμενα συγγραφέων με προτάσεις βοηθητικές, μια σειρά από ιδέες, μια σειρά από δοκιμασμένες από άλλους λύσεις. Μεταφέρει στο κοινό πληροφορίες για τη βιοχημική δράση του εγκεφάλου, για τις επιπτώσεις των διακοπών απότομων και μη, για εναλλακτικές προς τη χημική βιομηχανία μεθόδους απεξάρτησης, διακοπής των ψυχοφαρμάκων και υποστήριξης ανθρώπων στην προσπάθειά τους να σταματήσουν, συζητά λύσεις.

Ο Marc Rufer (γιατρός με κριτική στάση στην ψυχοφαρμακολογία) αναφέρει. Στο επίπεδο της βιολογίας: «Όλες οι βιολογικές συνέπειες της διακοπής είναι συνέπειες της ανοχής που έχει αναπτύξει ο οργανισμός στις συγκεκριμένες ουσίες».  Στο επίπεδο της ψυχολογίας: «Όταν μία ψυχοτρόπος ουσία λαμβάνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, έχει επίδραση σε όλη την προσωπικότητα του ανθρώπου που την παίρνει και ορίζει σε μεγάλο βαθμό ολόκληρη τη ζωή του».

Ο επόμενος συγγραφέας Josef Zehendbauer λέει κάτι πολύ χρήσιμο: «Τα ψυχοφάρμακα δεν είναι σε καμία περίπτωση θεραπευτικά. Στην καλύτερη περίπτωση προσφέρουν μία διευκόλυνση σε περιόδους παράξενων συμπεριφορών, ψυχικών διαταραχών και κρίσεων. Στα χέρια ειδικά κάποιων ψυχιάτρων μπορούν να είναι και μέσα για προσαρμογής του συγκεκριμένου ατόμου στην κοινωνική νόρμα. Όποιος αντισταθεί σ’ αυτή τη γενικευμένη πίεση για υιοθέτηση της γκρίζας μετριότητας και έχει το θάρρος να δείξει τη διαφορετικότητά του, αυτός δεν έχει «ψευδαισθήσεις», αλλά ασυνήθιστες αντιληπτικές ικανότητες. Αυτός δεν υποφέρει από «παράνοια», αλλά βιώνει οραματικά τον εαυτό του. Δεν βουλιάζει σε μία «ενδογενή κατάθλιψη», αλλά ζει μία βαθιά, υπαρξιακή μελαγχολία ή μία οριακή υπαρξιακή εμπειρία. Και κυρίως: δεν είναι κάθε πόνος αρρώστια. Η Εύα, μία κοπέλα που πέρασε από την ψύχωση και τα κατάφερε να ξεφύγει με την βοήθεια της ψυχοθεραπείας, αναρωτιέται: «…μία φορά ψύχωση, ποτέ πια υγιής…;»

Στο βιβλίο περιγράφονται εμπειρίες λύσης. Ομάδες αυτοβοήθειας, ατομική και ομαδική ψυχοθεραπεία, ορθομοριακή ιατρική, ενεργοποίηση των αυτορυθμιστικών δυνάμεων της ψυχής και του σώματός μας, φυτοθεραπεία, ομοιοπαθητική, θρησκευτική πίστη, βελονισμός, ψυχολογική βοήθεια, χρωματοθεραπεία, πολιτική στράτευση, αθλητικές δραστηριότητες και άλλες μέθοδοι εναλλακτικές της παραδοσιακής ψυχιατρικής και των ψυχοφαρμάκων προτείνονται από επαγγελματίες αλλά και από τους ίδιους τους ανθρώπους που έζησαν την εμπειρία ως άμεσα ενδιαφερόμενοι. Και σε αυτό το κεφάλαιο η συζήτηση παραμένει ανοικτή.

Καταλαμβάνοντας το ένα τρίτο του βιβλίου σε έκταση το κεφάλαιο αυτό δείχνει ότι το βιβλίο θα μπορούσε να ονομαστεί και βοήθημα και με αυτό τον τρόπο δίνει το μήνυμα ότι λύσεις και εναλλακτικές προτάσεις υπάρχουν. Έχουν δοκιμαστεί. Έχουν σημασία και νόημα. Η επιστημονική τεκμηρίωση εδώ δεν δείχνει να έχει σημασία. Η εμπειρική τεκμηρίωση αρκεί.

Το ζήτημα της ευθύνης για τον άλλον έρχεται αποκαλυπτικά στη συζήτηση του κεφαλαίου 8. ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ. Στις ενότητες «διακοπή ψυχοτρόπων ουσιών σε παιδιά» και κυρίως στο «και τότε πήρα την απόφαση να του τα κόψω» εμφανίζεται στην κουβέντα ένα θέμα αγκάθι: «ποιος αποφασίζει για ποιον». Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη, πώς αναλαμβάνει την ευθύνη, με τι κόστος και με τι βοήθειες. Και όλα αυτά με θέμα τα παιδιά. Ένας θεραπευτής και μία μητέρα περιγράφουν το πώς το έκαναν οι ίδιοι και κυρίως η δεύτερη μοιράζεται μαζί μας την εμπειρία της. Ο μικρός είναι 8 ετών, τα τελευταία 4 χρόνια ταλαιπωρεί θετούς γονείς, συγγενείς, δασκάλους και πάσης φύσεως γιατρούς, ψυχολόγους κτλ έχει ήδη ξεκινήσει aloperidin και akineton εδώ και δύο χρόνια, και αφού ταξιδεύει αδιάκοπα σε όλο το δημόσιο σύστημα της παιδοψυχιατρικής της Θεσσαλονίκης ένας γιατρός δηλώνει στη μάνα: «Σε λίγα χρόνια θα μιλάμε για έναν ψυχοπαθή δολοφόνο…». Σ’ αυτό το σημείο πέρα από την πιθανή οργή και τη θλίψη μίας τέτοιας ανακοίνωσης, ενός τέτοιου αδιεξόδου που δημιουργεί ένας «ειδικός», αγγίζεται με λεπτότητα ένα από τα πιθανά σημεία κλειδιά:  Το αδιέξοδο δημιουργείται εδώ. Το αδιέξοδο –που όλοι οι εμπλεκόμενοι με ψυχοφάρμακα αναφέρουν στις περιγραφές τους – βασίζεται στη βεβαιότητα του μέλλοντος που έχουν οι «ειδικοί». Στην απόλυτη πρόβλεψη. Στην πρόγνωση. Οι «ειδικοί» ξέρουν τι θα γίνει. ΠΑΝΤΑ. Ξέρουν το άγνωστο. Ξέρουν το μέλλον. Αυτό που σε μία από τις συγγραφείς αυτού του βιβλίου δημιούργησε ένα αίσθημα εμπιστοσύνης προς τη θεράπουσα γιατρό της η οποία την προειδοποιεί: «…ούτε να διανοηθείς να μην πάρεις κάποια από τα φάρμακα που σου δίνω και πως δεν θα πρέπει να περιμένεις να γίνεις καλά σύντομα».Η ίδια λοιπόν στη συνέχεια «…νιώθει πραγματικά χάλια και σιγά σιγά αναπτύσσει ένα είδος εμπιστοσύνης προς αυτή τη γυναίκα γιατί αυτή της η πρόγνωση επιβεβαιώθηκε ως τώρα…».  Η μάνα αυτή αποφασίζει μόνη της και με τη βοήθεια μίας θεραπεύτριας συστημικής προσέγγισης να επενδύσει στα δυνατά, στα υγιή σημεία του παιδιού της. Εμπλέκει όλους όσους συμμετέχουν στο σύστημά του, γονείς, εκπαιδευτικούς άλλους ενήλικες που είναι κοντά του και όλοι δημιουργούν ένα προστατευτικό πλαίσιο τέτοιο που βοηθά το παιδί να «προχωρά πλέον, με όλες τις φυσικές και πνευματικές του δυνάμεις του παρούσες, κάτι που τα ψυχοφάρμακα του στερούσαν». Η μάνα αυτή πήρε την ευθύνη να κόψει τα ψυχοφάρμακα του παιδιού της χωρίς τη βοήθεια των γιατρών. Και σήμερα πιστεύει ότι έχει κάνει το καλύτερο για το παιδί της.

Στο κεφάλαιο 9 με τίτλο Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ, έχουμε έναν πολύ ρεαλιστικό οδηγό για το τι κάνει κανείς μετά. Αφού κόψει τα φάρμακα. Άνθρωποι που το έχουν κάνει συμβουλεύουν απλά και καθαρά. «Για να αντέξω την ψυχωσική μου κρίση χρειάζομαι: – Ένα δωμάτιο στο οποίο δε με παρακολουθούν άλλοι- Ένα στρώμα, μία κουβέρτα, πότε – πότε μία γουλιά νερό και ελάχιστα ή καθόλου φαγητό- Και έναν φίλο που να καταλαβαίνει τον φόβο μου γιατί με γνωρίζει, που δεν μου θυμώνει για την κατάστασή μου, κρατάει την ψυχραιμία του και μένει δίπλα μου, μέχρι περίπου σε 10 μέρες να πάρει πάλι ο κόσμος το γνωστό περίγραμμά του.

Κλείνοντας το βιβλίο στον επίλογο ο Karl Bach Jensen αναφέρεται στον νορβηγό φιλόσοφο Jens Ivar Nergard ο οποίος στο βιβλίο του «Η ενήλικη παιδικότητα, ο ψυχωσικός άνθρωπος ως οδηγός για τον πολιτισμό μας» περιγράφει την ψύχωση μέσα στο πλαίσιο του πολιτισμού μας. «…το πεπρωμένο του ψυχωσικού στον πολιτισμό μας είναι η απομόνωση και μαζί μ’ αυτήν η έλλειψη αίσθησης του ανήκειν σε μία κοινότητα. ..κι όμως η κατάσταση αυτή που ονομάζεται ψύχωση είναι κάτι που χαρακτηρίζει μάλλον τον πολιτισμό παρά το άτομο. Η χρονιοποιημένη ψύχωση προϋποθέτει την χρόνια απομόνωση του ψυχωσικού… Σε πολιτισμούς που δεν διαθέτουν κάποιες συστηματοποιημένες μορφές απομόνωσης ή αποκλεισμού ασυνήθιστων ψυχολογικών φαινομένων, αυτά δεν θεωρούνται καν ασυνήθιστα ή αποκλίνοντα. Όποιος είναι «διαφορετικός» φέρει μέσα του έναν πόνο, τον οποίο λίγο ή πολύ φέρουν μέσα τους και όλοι οι άλλοι. Ό ίδιος ο πόνος μειώνεται, αν ανακοινωθεί στην ομάδα μέσα από τελετουργίες και μετατραπεί έτσι σε μία κοινή εμπειρία, στην οποία μπορεί ο καθένας να αναγνωρίσει στοιχεία του εαυτού του… Στην κουλτούρα μας όμως που είναι προσανατολισμένη στην λογική και την επιστήμη, λείπουν τελετουργίες και μοτίβα συλλογικής δράσης και κατανόησης που θα έδιναν στον πολιτισμό πρόσβαση στις εμπειρίες ενός ψυχωσικού. Η κυρίαρχη τελετουργία του πολιτισμού μας συνίσταται στο να φυλακίζει τους ψυχωσικούς σε διάφορα ιδρύματα, αφού τους μετατρέψει σε ασθενείς ή στο να χορηγεί φάρμακα, με αποτέλεσμα η ζωτική δύναμη του ανθρώπου να εξασθενεί σταδιακά, μέχρι να εξαλειφθεί».

Ο Carl Bach Jensen προτείνει και λύσεις:

Ένα μελλοντικό κοινωνικό σύστημα εμπνευσμένο από την οικολογία και τον ανθρωπισμό, απαιτεί να σταματήσουμε την χρήση τοξικών συνθετικών ουσιών στη φύση, στους χώρους διαμονής, στην διατροφή και την ιατρική. Η εγκατάλειψη της χρήσης χημικών δηλητηρίων στον ψυχοκοινωνικό χώρο θα μπορούσε να αναπτυχθεί με άξονα τα εξής σημεία:

– πρέπει να καλλιεργηθεί στη κοινή γνώμη, τόσο σε επαγγελματίες όσο και σε χρήστες η επίγνωση της απάνθρωπης, επικίνδυνης και επιζήμιας αναλογίας μεταξύ κέρδους και ζημίας κατά την χρήση των χημικών ψυχοφαρμάκων.

– Πρέπει να εναντιωθούμε στην και να εμποδίσουμε την εφαρμογή διεθνών συστάσεων και εθνικών νόμων που επιτρέπουν τη αναγκαστική ψυχιατρική νοσηλεία και ειδικά επιβεβλημένες υποχρεώσεις για μακροχρόνια λήψη ψυχοφαρμάκων σε εξωνοσοκομειακές δομές.

– Είναι σημαντικό να συγκεντρώνουμε και να διαδίδουμε γνώσεις για τα προβλήματα απεξάρτησης από τα ψυχοφάρμακα, καθώς και τρόπους λύσης τους.

– Πρέπει να αναπτυχθούν ειδικά προγράμματα βοήθειας και θεσμοί για ανθρώπους εξαρτημένους από τα ψυχοφάρμακα.

– Πρέπει να εξασφαλιστεί η λεπτομερής ενημέρωση των άμεσα ενδιαφερομένων για τις παρενέργειες και τους κινδύνους από τα ψυχοφάρμακα, πριν ακόμα από την πρώτη χρήση τους.

– Οι άνθρωποι που προκαλούν πόνο, δυσπραγία και αναπηρίες οι οποίες οφείλονται στην χορήγηση ψυχοφαρμάκων, πρέπει να υποχρεώνονται να καταβάλουν μεγάλες αποζημιώσεις.

– Πρέπει να αναπτυχθούν μέθοδοι, συστήματα, υπηρεσίες και θεσμοί μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης βοήθειας και υποστήριξης που δεν θα στηρίζονται σε καμία περίπτωση στην χορήγηση ψυχοφαρμάκων.

Είναι πολύ σημαντικό να δει κανείς –και το κάνει ο Πέτερ Λέμαν κλείνοντας το βιβλίο- ότι όλα αυτά δεν παραμένουν μόνο στο διάλογο γύρω από το τραπέζι. Ένας σημαντικός αριθμός οδηγών έχουν δημοσιευτεί ήδη και είναι προσβάσιμοι από όλους ακόμα και μέσω του διαδικτύου.

Βασικές οδηγίες για αυτούς που θέλουν να κόψουν τα ψυχοφάρμακα με ή χωρίς την υποστήριξη των γιατρών τους για το πώς να μειώσουν τους κινδύνους της διακοπής:

– μη βιάζεσαι- ενημερώσου για τους κινδύνους και τα ανεπιθύμητα αποτελέσματα

– Σχεδίασε το μέλλον

– Ζήτα συμβουλές

– Ψάξε υποστήριξη

– Προστάτευσε νομικά τον εαυτό σου (βλ. ψυχιατρική διαθήκη)

– Δημιούργησε έναν ήρεμο και ασφαλή χώρο

– Πρόσεξε να τρέφεσαι σωστά

– Φρόντισε να ασκείσαι

– Ζήσε συνειδητά

– Εξασφάλισε έναν καλό ύπνο

Τα καταγράφω αυτά σκόπιμα για να γίνει αντιληπτή η απλότητα των προτάσεων, των λέξεων και των όρων που χρησιμοποιούνται σε αντιπαράθεση με την περιπλοκότητα, την συνθετότητα και το ακατανόητο των όρων των ψυχικών ασθενειών ή ακόμα και των ίδιων των ονομασιών των φαρμάκων. Διότι τι σχέση να κάνει κανείς και πώς να επικοινωνήσει με ένα aloperidin, ritalin, ένα largactil ή ένα milithin…; ή πώς να συζήσει με μία «σχιζοφρενικόμορφη διαταραχή» ή μία «διπολική διαταραχή».

Όλα αυτά, όπως και όλο το βιβλίο, είναι ένας οδηγός. Όχι μια συνταγή. Η απεξάρτηση από τα ψυχοφάρμακα δεν συνταγογραφείται. Δεν είναι σίγουρη. Δεν είναι εύκολη. «Δεν υπάρχουν συνταγές για να αποφύγει κανείς τα προβλήματα όταν βγαίνει ή διακόπτει από τα ψυχοφάρμακα».

Το βιβλίο, αν και τα συζητά όλα αυτά, δεν καταλήγει σε απόλυτες θέσεις. Δεν γενικεύει.   Δηλώνει όμως καθαρά ότι ο δρόμος αυτός υπάρχει. Κάποιοι τον έχουν ήδη διαβεί και τα κατάφεραν. Και η εμπειρία αυτών είναι ο καλύτερος οδηγός για όλους. Αρκεί να ακούσουμε.

Δύο πράγματα μου έμειναν τελειώνοντας το βιβλίο:Ένας θυμός για το ψυχιατρικό σύστημα και τις ευθύνες του και μία ελπίδα για τους ανθρώπους αυτούς και τις δυνατότητές τους.

Η θεωρία της κρίσης στο άτομο, την οικογένεια, την κοινότητα. Διάλεξη.

Κρίση

Η παρούσα εισήγηση πραγματοποιήθηκε στο 5ο Πανελλήνιο Συνέδριο Εθελοντών Κοινωνικής Πρόνοιας Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού: «Καταστάσεις Κρίσης: Ψυχοκοινωνικές Επιπτώσεις και Μοντέλα Παρέμβασης» στις 8 – 12 Οκτωβρίου 2008, στη Θεσσαλονίκη (πληροφορίες και εδώ)

 

Φαίνεται πως σήμερα, περισσότερο από άλλες περιόδους, το θέμα της ΚΡΙΣΗΣ απασχολεί τους ανθρώπους. Κρίσεις φαίνεται να συμβαίνουν στις μέρες μας σε όλο τον κόσμο, σε διάφορους τομείς της κοινωνικής μας ζωής. Κρίσεις συμβαίνουν στην οικονομία, στην κοινωνία, στους θεσμούς, στην καθημερινότητά μας, στην αίσθηση της ασφάλειας του πολίτη, στη διατροφή, στον αθλητισμό, στον έρωτα, στις σχέσεις, στο γάμο, στην οικογένεια. Πολλοί μιλούν και για την κρίση του σύγχρονου ανθρώπου που πελαγωμένος στην ανασφάλεια της σημερινής εποχής αδυνατεί να σταθεί σταθερά και αξιόπιστα κάπου. Όλα μοιάζουν να κινούνται και τα πόδια μας πατάνε μάλλον σε μία κινούμενη άμμο παρά σε στέρεα και συμπαγή υλικά.  Κάποιοι άλλοι πάλι λένε ότι όλα τα παραπάνω κινούνται στα όρια του μύθου, της υπερβολής και της υπερβολικής ενασχόλησης με την αρνητική πλευρά της πραγματικότητας. Κατηγορούνται οι υπεύθυνοι για την πληροφόρηση και την ενημέρωση του κοινού για εστίαση στα αρνητικά, για έμφαση στην κακή καθημερινότητα, για δημιουργία εντυπώσεων. Ισχυρίζονται ότι κρίσεις περνούσε πάντα η ανθρώπινη κοινότητα. Η διαφορά σήμερα είναι ότι πρώτον με την ταχύτατη μεταφορά της πληροφορίας μαθαίνουμε αμέσως τι συμβαίνει σε κάθε άκρη του πλανήτη και δεύτερον ότι –σαφώς- στο πλαίσιο  της παγκοσμιοποίησης ο πλανήτης έχει μετατραπεί σε ένα μικρό χωριό όπου όλα αφορούν και επηρεάζουν όλους.

Στις μέρες μας μιλάμε ήδη για μία παγκόσμια κρίση στην οικονομία, τραπεζικά συστήματα καταρρέουν και μάλιστα στη Μέκκα του καπιταλισμού, στις Η.Π.Α., άνθρωποι χάνουν τα χρήματά τους, τις δουλειές τους, το σπίτι τους κυριολεκτικά  από τη μία μέρα στην άλλη, δεδομένα αιώνων, θεσμοί που συνόδεψαν τον άνθρωπο για χρόνια χάνουν την αξιοπιστία τους. Ένα τρομοκρατικό χτύπημα σε ένα μέρος του πλανήτη επηρεάζει αυτόματα κάθε πλευρά της ζωής των ανθρώπων παντού και η αύξηση της τιμής του αργού πετρελαίου ανεβάζει τις τιμές σε εκατοντάδες προϊόντα άμεσα.

Πολλοί επίσης μιλάνε για την κρίση που περνά ο σύγχρονος άνθρωπος. Μία κρίση που βιώνεται με τα συμπτώματα της αποξένωσης, του ατομικισμού, της εμμονής στο εύκολο και γρήγορο κέρδος, της εμμονής στο κέρδος αυτό καθ’ αυτό, της κατάρρευσης των ιδεολογιών, των ομαδικών τελετουργιών, της απομόνωσης του ανθρώπου στην σύγχρονη μεγαλούπολη με κυρίαρχο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα την σύγχρονη πολυκατοικία και τον τρόπο ζωής των κατοίκων της.

Τι εννοούμε όμως τελικά όταν χρησιμοποιούμε τον όρο κρίση για να περιγράψουμε κάτι που συμβαίνει; Τι ονομάζεται κρίση και πώς μπορούμε να χωρέσουμε τόσα διαφορετικά πράγματα μαζί μέσα σε μία έννοια;

Τι σημαίνει ΚΡΙΣΗ;

Δανείζομαι όρους από τα λεξικά της Ελληνικής γλώσσας:

Κρίση είναι η ξαφνική και βίαιη επιδείνωση μιας χρόνιας συνήθως πάθησης ή απλώς η απότομη και οξεία εμφάνιση συμπτωμάτων σε ένα έως τότε υγιές άτομο. Η οξεία εκδήλωση ενός συναισθήματος, μίας ψυχικής διάθεσης, ενός τρόπου σκέψης /νευρική – μελαγχολίας –θυμού – γέλιου. Κορύφωση μιας δύσκολης εξελικτικής πορείας με επιδείνωση όλων των αρνητικών φαινομένων, από το ξεπέρασμα της οποίας εξαρτάται η επιστροφή στη φυσιολογική κατάσταση /πολιτική, κυβερνητική / θεσμών / οικονομική.  Κλονισμός ενός μέρους ή του συνόλου από τις πνευματικές, ηθικές, θρησκευτικές κτλ πεποιθήσεις ενός ανθρώπου ο οποίος οδηγεί συνήθως σε καθοριστικές επιλογές και αποφάσεις. Εσωτερικοί προβληματισμοί, αγωνιώδη ερωτήματα ανθρώπου που επιζητεί τον επαναπροσδιορισμό του και την επανατοποθέτησή του ως οντότητας κυρίως όσον αφορά τον ίδιο ή και τους άλλους.

Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε πώς με τον όρο κρίση αναφερόμαστε σε μία οξεία κατάσταση, στην οποία αλλάζουν -σε σύντομο χρονικό διάστημα- τα έως εκείνη τη στιγμή δεδομένα, όπου ο έλεγχος  είναι περιορισμένος και οι συμμετέχοντες σε αυτήν καλούνται σε σύντομο χρονικό διάστημα να αλλάξουν, να τροποποιήσουν τη συμπεριφορά τους. Κατά τη διάρκειά της και αμέσως μετά οι συμμετέχοντες έχουν την ευκαιρία για μία αλλαγή. Η αλλαγή αυτή εξαρτάται – όπως μάλλον κάθε αλλαγή – από τις αποφάσεις, τις συμπεριφορές, τις πράξεις και την αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων.

Η άλλη μεγάλη κατηγορία χρήσης του όρου είναι ως αξιολόγηση και διατύπωση άποψης για κάτι. Θα πρότεινα να μην υποτιμήσουμε αυτή τη χρήση. Ίσως η κρίση ως κριτική, ως αξιολόγηση να εμπεριέχεται στην κρίση ως ξαφνική αλλαγή. Σε κάθε κρίση, κάτι κρίνεται… θα επικαλεστώ την εμπειρία μου ως ψυχολόγος για να σας πω ότι στη θεραπεία και συμβουλευτική ζευγαριών λέμε συχνά ότι : «μία κρίση είναι μία ευκαιρία για να δει το ζευγάρι αν αντέχει την κρίση…»αν μπορεί να υπάρξει και μετά…αν μπορεί να ζει και να περνά κρίσεις…αν μπορεί να δει αν έχει βρει ή αν μπορεί να βρει στη συνέχεια τρόπους, μεθόδους αντιμετώπισής τους… αν μπορεί να μάθει από αυτές και να αλλάξει συμπεριφορές με τέτοιο τρόπο ώστε οι επόμενες –αναπόφευκτες- κρίσεις να αντιμετωπίζονται με τρόπο που να δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα δημιουργικότερο και πιο λειτουργικό μέλλον… αν τα θεμέλιά του αντέχουν… και αν έχει κατασκευάσει την κατάλληλη για τις συνθήκες αντισεισμική προστασία…

Πότε όμως επιλέγουμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο κρίση; Θα μπορούσαμε άραγε να μιλήσουμε για μία θεωρία της κρίσης; Και μάλιστα για μία θεωρία της κρίσης στο άτομο, την οικογένεια, την κοινότητα;

Ας ξεκινήσω αναφερόμενος στους όρους άτομο, οικογένεια και κοινότητα.

Άτομο μπορεί να είναι κάθε άνθρωπος –άντρας ή γυναίκα ίσως και παιδί με οποιοδήποτε φύλο- που ζει μέσα σε κάποιο κοινωνικό, οικονομικό, πολιτισμικό και ευρύτερα οικολογικό περιβάλλον. Είναι συνήθως μέλος μίας κάποιου είδους οικογένειας, ανήκει ή καλύτερα αλληλεπιδρά συχνότερα με κάποια άλλα άτομα που είναι μέλη μίας κάποιας ομάδας και συμβιώνει σε κάποια συγκεκριμένη κοινότητα άλλων ατόμων. Η προσπάθεια να χωρίσει κανείς τους παράγοντες που επηρεάζουν μία κρίση στο άτομο σε εσωτερικούς και εξωτερικούς θα ήταν ίσως παρακινδυνευμένη. Θα διάσπαζε την ολότητα και την πολυσυνθετότητα της παραπάνω περιγραφής και θα απομόνωνε  στοιχεία τα οποία θα ήταν αναγκαία για να κατανοηθεί καλύτερα η διαδικασία μίας κρίσης. Προτείνω λοιπόν να κρατήσουμε στο νου μας το πλαίσιο στο οποίο λειτουργεί ένα άτομο και μέσα σε αυτό και σε πλήρη και συνεχή αλληλεπίδραση με άλλα μέρη του βιώνει κάθε φορά διαδικασίες που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε κρίσεις.

Μία κρίση θα μπορούσε να είναι συναισθηματική, κρίση συνείδησης, προσωπική κρίση ταυτότητας, κρίση που ορίζεται από τον ίδιο ή από κάποιον εξωτερικό παρατηρητή ως κρίση που αφορά πρώτιστα το άτομο.  Θα αναφερθώ σε μερικές:

Η πρώτη και ίσως και πιο σοβαρή κρίση είναι αυτή που συμβαίνει κατά τη διάρκεια της γέννησης. Πολλοί επιστήμονες της κύησης και της γέννησης έχουν μιλήσει για την κρίση που αντιμετωπίζει κάθε άνθρωπος στην πρώτη του επαφή με τον έξω κόσμο. Από την απόλυτη αίσθηση ασφάλειας και ζεστασιάς…στον παγωμένο κόσμο ενός -στην καλύτερη περίπτωση- νοσοκομείου. Αν θα μπορούσε κάποιος να δει τη διαδικασία αυτή μέσα από το οπτικό πρίσμα του βρέφους που έρχεται στον κόσμο θα μπορούσαμε πιθανόν να συζητήσουμε καλύτερα για τον τρόπο που αυτή η πρώτη –ίσως- μεγάλη κρίση αντιμετωπίζεται από το ίδιο.

Κρίσεις θα μπορούσαν να ονομαστούν και οι αλλαγές κατά την παιδική ηλικία. Όταν για παράδειγμα ένα παιδί που μεγαλώνει στο ασφαλές περιβάλλον ενός σπιτιού, με πατέρα, μητέρα, αδέρφια και σκύλο εξαναγκάζεται (κυριολεκτικά) να αλλάξει την καθημερινότητά του και να αρχίσει να ζει μία άλλη καθημερινότητα που περιλαμβάνει πρωινό ξύπνημα, μεταφορά με ένα αυτοκίνητο, λεωφορείο ή άλλον μέσο, αποχωρισμός από το πρόσωπο αναφοράς χωρίς να συμφωνήσει το ίδιο και συνύπαρξη με άλλα εξίσου καλομαθημένα παιδιά της ηλικίας του σε ένα χώρο που σε τίποτα δεν θυμίζει το χώρο του σπιτιού.

Κρίσεις αντιμετωπίζουμε στην εφηβεία μας. Η ίδια η εφηβεία είναι μία κρίση. Κατά την περίοδό της γίνεται μία μετάβαση από την παιδική στην ενήλικη ζωή. Εκεί οι κρίσεις δείχνουν να είναι πιο έντονες καθώς απειλούν αυτό που ονομάζεται ταυτότητα του ατόμου. Η ταυτότητα αλλάζει και από παιδική γίνεται εφηβική και στη συνέχεια ενήλικη. Σε αυτή την περίοδο θα επιλέξουμε γνώμες, απόψεις,  θεωρίες, φιλοσοφία, θα επιλέξουμε σεξουαλική ταυτότητα, ομάδες στις οποίες θα ανήκουμε, θα υποστούμε σωματικές και συναισθηματικές αλλαγές ξαφνικές και ανεξέλεγκτες.

Κρίση θα μπορούσαμε να ονομάσουμε και άλλου περιεχομένου διαδικασίες όπως είναι ο Έρωτας.
Ο αποχωρισμός, το μεγάλωμα των παιδιών και η αποχώρησή τους από το σπίτι.
Ο χωρισμός του ζευγαριού.
Κρίσεις σε σχέση με την υγεία. Ξαφνικά προβλήματα υγείας με άγνωστη πρόγνωση. Ο Θάνατος. Μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις…αποχωρισμός.

Παρατηρώντας πολύ καλά ένα πρόσωπο, ένα άτομο  μπορούμε να μιλήσουμε για ένα υπερπολύπλοκο σύστημα. Συναισθήματα, σκέψεις, αντιλήψεις, πεποιθήσεις, ιστορία, εμπειρίες, όνειρα για το μέλλον, ελπίδες, σχέσεις. Όλα αυτά αλληλεπιδρούν μέσα μας, επικοινωνούν, συνυπάρχουν. Μία κρίση, είτε εσωτερική με εξωτερικούς παράγοντες, είτε εξωτερική με εσωτερικές επιρροές και επιδράσεις αφορά το άτομο στο σύνολό του και επίσης μέσα στο πλαίσιο που κάθε φορά λειτουργεί, την οικογένεια, την κοινότητα ή αλλού. Στη σημερινή εποχή μιλάμε συχνά για κρίση της σημερινού ατόμου στο πλαίσιο της κοινωνίας. Ο σημερινός άνθρωπος ζει σ’ αυτό που ονομάζουμε  κοινωνία της πληροφορίας. Μεταβαίνοντας από την βιομηχανική στην μεταβιομηχανική εποχή και την εποχή της πληροφορίας βιώνει συνεχείς και ανεξέλεγκτες μεταβολές των σταθερών σημείων της ζωής του. Η οικογένεια, με συγκεκριμένη και σταθερή δομή έως τα τελευταία χρόνια, μεταβάλλεται, τροποποιείται, νέες μορφές οικογενειακής οργάνωσης παρατηρούνται στις οποίες καλείται να συμμετάσχει. Οι σχέσεις έχουν αλλάξει, οι αξίες, οι αρχές, οι πεποιθήσεις του που στο παρελθόν μπορούσαν να συνομιλήσουν με τα αδιέξοδα, δεν φαίνονται να κάνουν νόημα. Στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει το άγνωστο και απρόβλεπτο μέλλον, ο άνθρωπος απευθύνεται στην ιστορία του. Αναζητά παγιωμένες και δοκιμασμένες λύσεις στα δυσλειτουργικά σχήματα στα οποία συμμετέχει και πιθανόν παρατηρεί ότι σε επίπεδο περιεχομένου τίποτα δεν είναι ίδιο. Βιώνει το άγνωστο και το καινούργιο ως ανεξέλεγκτο και οδηγείται στο να μιλήσει για κρίση, με την έννοια του κινδύνου, της καταστροφής. Παράλληλα ένας εξωτερικός παρατηρητής θα μπορούσε να δει ότι εκτός από την έννοια του κινδύνου στην κρίση αυτή ενυπάρχει και η έννοια της αξιολόγησης. Θα αντέξει στην κρίση που περνά –με την έννοια που την περιέγραψα παραπάνω- ο άνθρωπος; Θα διατηρήσει την ισορροπία του σε έναν κόσμο που βιώνεται ως ασταθής και συνεχώς και με ταχύτατους ρυθμούς μεταβαλλόμενος; Θα καταφέρει να συνεχίσει να λειτουργεί ικανοποιημένος και με μία αίσθηση ευχαρίστησης στη ζωή του;  Θα καταφέρει να χρησιμοποιήσει τα αποθέματά του, τις αποθήκες ενέργειάς του και να συνδιαλαγεί και να επικοινωνήσει με τις αλλαγές;

Η οικογένεια, είναι ένας επίσης ιδιαίτερα πολύπλοκος οργανισμός. Μέλη του είναι  άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών, κάποιοι μαζί από επιλογή (γονείς) κάποιοι από ανάγκη και επιλογή (παιδιά – παππούδες) όλοι μαζί συνθέτουν ένα σύστημα αλληλεπίδρασης και επικοινωνίας.  Η οικογένεια ως ζωντανός οργανισμός αντιμετωπίζει επίσης περιόδους οξείας αλλαγής των δεδομένων της. Ο γάμος των γονιών είναι ίσως η πρώτη, η γέννηση των παιδιών θα μπορούσε να ακολουθεί, η εφηβεία, η οποία είναι περίοδος κρίσης για όλη την οικογένεια εκτός από τον ίδιο τον έφηβο/η, η φυγή των παιδιών για σπουδές, η ενηλικίωση, χωρισμοί, ενδεχόμενες αρρώστιες, εξωσυζυγικές σχέσεις, επιλογές των παιδιών που δεν ανταποκρίνονται στις επιθυμίες και τα όνειρα των γονιών και άλλα πολλά γεγονότα, συμπεριφορές και καταστάσεις που δημιουργούν δυσλειτουργικά περιβάλλοντα και ονομάζονται κρίσεις. Η ισορροπία στην επικοινωνία διαταράσσεται και μία κρίση ακολουθεί.

Οι κοινότητες ανθρώπων (αλλά και άλλων έμβιων όντων) δημιουργούνται με στόχο την συνύπαρξη. Από επιλογή ή από ανάγκη (άρα πάλι από επιλογή) άνθρωποι ζουν κοντά ο ένας στον άλλον σωματικά, πνευματικά, ψυχικά, μοιράζονται πράγματα, συνεισφέρουν σε κοινούς στόχους, συμβιώνουν αλληλεπιδρώντας και δημιουργούν έναν πολυπλοκότερο των δύο παραπάνω σύστημα, όπου και άτομα και οικογένειες αλλά και άλλες ομαδικές ή ατομικές δομές οργάνωσης συνυπάρχουν.

Ως μεγάλες, ισχυρές κρίσεις σε επίπεδο κοινότητας θα μπορούσα να αναφέρω τον πόλεμο, κρίσεις σε οικονομικό επίπεδο, κρίσεις σε πολιτικό επίπεδο και φυσικά τις κρίσεις των φυσικών καταστροφών. Αυτές οι κρίσεις επιδρούν, έχουν επιπτώσεις σε όλα τα προηγούμενα συστήματα. Το άτομο και την οικογένεια. Ένας πόλεμος αφορά όλη την κοινότητα και επηρεάζει όλα τα άτομα και όλες τις οικογένειες που συμμετέχουν σ’ αυτήν.

Οι μέχρι τώρα περιγραφές θεωρώ ότι δίνουν μία αρκετά καλή εικόνα για τις κρίσεις που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος και η οικογένεια στη σύγχρονη κοινωνία. Θα ήθελα τώρα να πάμε λίγο πίσω από όλα αυτά και να δούμε τον τρόπο που η Συστημική θεωρία περιγράφει το θέμα μας.

Μέσα από τη θεωρία των συστημάτων μπορεί κανείς να περιγράψει τις διαδικασίες με τις οποίες βιώνονται και αντιμετωπίζονται οι αλλαγές που ονομάζουμε κρίσεις καθώς και να υιοθετηθούν στάσεις και συμπεριφορές βοηθητικές στις κρίσιμες περιόδους της ζωής ή σε έκτακτες καταστάσεις κρίσεων.

Για την Συστημική θεωρία και σκέψη, ο άνθρωπος, η οικογένεια και η κοινότητα είναι συστήματα ζωντανά. Ζωντανά ονομάζουμε τα συστήματα όταν τα μέρη από τα οποία απαρτίζονται αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Ζωντανά συστήματα είναι για παράδειγμα ένα κύτταρο, ένας άνθρωπος, ένα ζευγάρι, μία οικογένεια, μία κοινωνία κτλ.  (Maturana, Varela, 1980).

Κάθε ζωντανό σύστημα χαρακτηρίζεται από τη δομή του και από την οργάνωσή του. Ως οργάνωση περιγράφεται το ειδικό σχήμα σχέσεων, που δημιουργεί την ταυτότητα του συστήματος ως ζωντανή ενότητα, ακόμα και όταν τα συγκεκριμένα στοιχεία του συστήματος αλλάζουν με το χρόνο. Είναι οι σχέσεις που ορίζουν ένα σύστημα ως μονάδα και καθορίζουν τη δυναμική των αλληλεπιδράσεων και των μετασχηματισμών που μπορεί να υποστεί ως μονάδα. Η οργάνωση ενός συστήματος δίνεται από τις συσχετίσεις –ιστορικές και δυναμικές- που πρέπει να υπάρχουν ανάμεσα στα συστατικά του μέρη και οι οποίες, προκειμένου να διατηρείται η ταυτότητά του, οφείλουν να παραμένουν αμετάβλητες. Διαφορετικά αυτό αποσυντίθεται ή μετασχηματίζεται σε άλλου είδους σύστημα. (Maturana, Varela, 1980). Ως δομή περιγράφεται το σύνολο των συγκεκριμένων στοιχείων ενός ζωντανού συστήματος και όλες οι σχέσεις μεταξύ τους μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή (Ιωαννίδου, 2002). Ή αλλιώς η υλική διάταξη, η υλοποίηση της οργάνωσης του συστήματος μέσα στο χώρο και το χρόνο. (Maturana, Varela, 1980). Μεταφέροντας αυτές τις έννοιες στην οικογένεια π.χ. θα έλεγα πως στο επίπεδο των οικογενειών αυτό που δημιουργεί την ταυτότητα της οικογένειας είναι η επιθυμία τους να είναι μαζί και να θεωρούνται οικογένεια. Από τη στιγμή που υπάρχει αυτό η δομή της οικογένειας μπορεί να είναι πολύ διαφορετική: μπορεί να συμβιώνουν όλοι στο ίδιο σπίτι ή σε χωριστά, μπορεί να καυγαδίζουν συχνότερα ή πιο αραιά, μπορεί να σπουδάζουν τα παιδιά σε άλλη πόλη ή στην ίδια, μπορεί να βγαίνουν χωριστά ή γονείς ή μόνο μαζί κτλ. Η δημιουργία και η διατήρηση ενός ζωντανού συστήματος εξαρτάται από την ικανότητά του να αλλάζει τη δομή του διατηρώντας ταυτόχρονα την οργάνωσή του.

Τα ζωντανά συστήματα διαφοροποιούνται από κάθε άλλου είδους σύστημα χάρη στην οργάνωσή τους που είναι αυτοποιητική. Αυτοποίηση είναι η διαδικασία με την οποία ένα ζωντανό σύστημα «ποιεί» τον εαυτό του, παράγει δηλαδή μια ολότητα – ενότητα που ξεχωρίζει από το περιβάλλον του. Το τυπικό χαρακτηριστικό των έμβιων συστημάτων είναι ότι αποτελούν προϊόντα της ίδιας της οργάνωσής τους και συνεπώς δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ παραγωγού και προϊόντος. Αυτή ακριβώς η κυκλική του οργάνωση καθιστά το έμβιο σύστημα μονάδα αλληλεπιδράσεων. Και χάρη σε αυτήν την κυκλικότητα μπορεί να διατηρεί αμετάβλητη την ταυτότητά του ως ζωντανό σύστημα (Maturana και Varela, 1980). Δεν μπορεί δηλαδή με κάθε εξωτερική παρέμβαση να αλλάζει η οργάνωση (η ταυτότητα) των ζωντανών συστημάτων. Στην αντίθετη περίπτωση, κάθε φορά που κάποιος διαφορετικός άνθρωπος θα μας χαρακτήριζε με κάποιο τρόπο θα οδηγούμασταν σε αυτόματες και ταχύτατες αλλαγές της εικόνας και της ταυτότητάς μας.

Κάθε έμβιο ον (κάθε ζωντανό σύστημα) ξεκινά την ύπαρξή του με μία αρχική δομή. Από αυτήν εξαρτάται η πορεία των αλληλεπιδράσεών του και αυτή περιορίζει τις δομικές μεταβολές που μπορούν να πυροδοτήσουν εντός του οι αλληλεπιδράσεις αυτές. Επίσης κάθε έμβιο ον γεννιέται σε ένα ορισμένο τόπο, σε ένα περιβάλλον που συνιστά το πλαίσιο όπου αναδύεται και με το οποίο αλληλεπιδρά. Το εν λόγω περιβάλλον φαίνεται να διαθέτει μία δομική δυναμική αποκλειστικά δική του και από λειτουργική άποψη διαφορετική από το έμβιο ον. Ως παρατηρητές έχουμε διαφοροποιήσει τη μονάδα που αποτελεί το έμβιο σύστημα από την υποδομή της και την έχουμε χαρακτηρίσει ως καθορισμένη οργάνωση. Κάναμε έτσι διάκριση ανάμεσα σε δύο δομές, το έμβιο ον και το περιβάλλον, που θεωρούνται ανεξάρτητες από λειτουργική άποψη αλλά που ανάμεσά τους υπάρχει μία αναγκαία δομική συναρμογή. (διαφορετικά η μονάδα εξαφανίζεται). Στο πλαίσιο των αλληλεπιδράσεων που συμβαίνουν ανάμεσα στο έμβιο ον και το περιβάλλον του, μία διαταραχή του περιβάλλοντος δεν καθορίζει αυτή καθ’ αυτή, με γραμμικό αιτιώδη τρόπο, τις συνέπειες που θα έχει στο έμβιο ον. Αντίθετα η δομή του όντος καθορίζει ποιες μεταβολές θα επέλθουν σε αυτό εξαιτίας της διαταραχής. Η αλληλεπίδραση αυτή δεν έχει καθοδηγητικό χαρακτήρα, αφού δεν προσδιορίζει ποια θα είναι τα αποτελέσματά της. Για το λόγο αυτό  χρησιμοποιούμε την έκφραση «πυροδοτώ ένα αποτέλεσμα» για να υποδηλώσουμε το γεγονός πως οι μεταβολές που προκύπτουν από την αλληλεπίδραση ανάμεσα στο έμβιο ον και το περιβάλλον του προκαλούνται από τον παράγοντα που επιφέρει την διαταραχή, αλλά καθορίζονται από τη δομή του συστήματος που υφίσταται τη διαταραχή (Maturana, Varela, 1980). Για παράδειγμα, ένας βιασμός (κρίση), δεν έχει τα ίδια αποτελέσματα σε κάθε θύμα. Με διαφορετικό τρόπο αντιμετωπίζει το κάθε άτομο – θύμα ενός βιασμού αυτό το γεγονός, άλλοι αναπτύσσουν συμπτώματα μετατραυματικού στρες, άλλοι όχι κτλ κτλ. Το ίδιο μπορεί κανείς να παρατηρήσει και για άλλες καταστάσεις κρίσεις που συμβαίνουν γύρω μας.

Τα αυτοποιητικά συστήματα είναι αυτόνομα, παραμένουν δηλαδή ανεξάρτητα ως προς την οργάνωση των στοιχείων τους και καθορίζονται από τη δομή τους. Η συμπεριφορά κάθε συστήματος εξαρτάται από την εσωτερική δομή του και όχι από το εκάστοτε περιβάλλον του. Τα γεγονότα που συμβαίνουν στο εκάστοτε περιβάλλον των αυτοποιητικών συστημάτων δεν λειτουργούν με έναν γραμμικό αιτιώδη τρόπο αλλά μόνο ως διαταράξεις, τις οποίες το σύστημα πρέπει να ισορροπήσει. Όπως και να αντιδράσει το σύστημα στις αναταράξεις, ακολουθεί τη δική του δομή. Κατά τη συναλλαγή του με το περιβάλλον πρέπει κάποιες φορές το σύστημα να αλλάξει δομή, για να διατηρήσει την ακεραιότητα και τη συνοχή του. Αν είναι σε θέση να εξισορροπήσει τη διατάραξη επιβιώνει – αν όχι επέρχεται η αποσύνθεση, τα όρια μεταξύ περιβάλλοντος και συστήματος διαλύονται και το σύστημα παύει να ζει (Ιωαννίδου, 2002).

Μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερα πεδία που προσδιορίζει η δομή ενός συστήματος.

Α) Πεδίο των μεταβολών της κατάστασης: το σύνολο των δομικών μεταβολών που μπορεί να υποστεί μία μονάδα χωρίς να μεταβληθεί η οργάνωσή της.

Β) Πεδίο των καταστρεπτικών μεταβολών: το σύνολο των δομικών μεταβολών που επιφέρουν την απώλεια της οργάνωσης του συστήματος και συνεπώς την απώλεια της ταυτότητάς του

Γ) Πεδίο των διαταραχών: το σύνολο των αλληλεπιδράσεων που πυροδοτούν μεταβολές της κατάστασης

Δ) Πεδίο καταστρεπτικών αλληλεπιδράσεων: Το σύνολο των διαταραχών που επιφέρουν μία καταστρεπτική μεταβολή.

Για παράδειγμα, πυροβολώντας κάποιον από μικρή απόσταση οι σφαίρες θα του προξενήσουν καταστρεπτικές μεταβολές εξαρτώμενες από τη δομή του ανθρώπινου όντος. Οι ίδιες σφαίρες αποτελούν απλώς ενόχληση για τη χαρακτηριστική δομή ενός βρικόλακα. Ή ακόμα είναι προφανές ότι η σύγκρουση πάνω σε ένα δέντρο αποτελεί καταστρεπτική αλληλεπίδραση για ένα επιβατικό αυτοκίνητο αλλά για ένα άρμα μάχης είναι απλώς μία απλή διαταραχή (Maturana, Varela, 1980) .

Πρέπει να σημειώσω πως σε ένα δομικό σύστημα δομικά προσδιορισμένο, εφόσον η δομή του βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή, τα δομικά πεδία του υφίστανται επίσης μεταβολή, μολονότι συνεχίζουν να προσδιορίζονται κάθε στιγμή από τη μεταβαλλόμενη δομή.

Όταν ένα σύστημα δεν εμπλέκεται σε μία καταστρεπτική αλληλεπίδραση με το περιβάλλον του, αυτό το οποίο μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι μία συναρμογή, μία αλληλεπίδραση ανάμεσα στη δομή του συστήματος και τη δομή του περιβάλλοντός του. Το περιβάλλον αυτό μπορεί να είναι και κάποιο άλλο σύστημα. Όσο διαρκεί αυτή η αλληλεπίδραση, περιβάλλον και μονάδα ενεργούν ως αμοιβαίες πηγές διαταραχών και πυροδοτούν αμφίδρομες μεταβολές της κατάστασης. Αυτή τη διαδικασία την ονομάζουμε «δομική σύζευξη». Είναι η διαδικασία την οποία χρησιμοποιούν όσοι δημιουργούν σχέση με συστήματα σε κρίση με σκοπό να τα υποστηρίξουν, να τα θεραπεύσουν.

Τα παραπάνω μπορούν να βοηθήσουν κάποιον να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο όλα τα ζωντανά συστήματα κατά τη διάρκεια της ζωής τους ξεπερνούν, βιώνουν και προσπερνάνε τις κρίσεις που συμβαίνουν. Δεν υπάρχει ζωή χωρίς κρίσεις και κάθε κρίση δεν είναι θανατηφόρα – καταστρεπτική για τα ζωντανά συστήματα.

Εγώ ο ίδιος (και ο καθένας από εμάς) συμμετέχω με αυτόν τον τρόπο σε κάθε αλληλεπίδρασή μου με συστήματα σε κρίση. Ως άτομο – σύστημα το οποίο επιλέγει να αλληλεπιδράσει θεραπευτικά, ανακουφιστικά, βοηθητικά με οποιονδήποτε τρόπο με ένα σύστημα σε κρίση δημιουργεί μία δομική σύζευξη μαζί του και προκαλεί αναταράξεις οι οποίες αναγκάζουν το  σύστημα σε κρίση να επιλέξει εκείνες τις αλλαγές στη δομή του που θα κάνουν πιο λειτουργική τη ζωή του και θα ισορροπήσει την διατάραξη. Όταν μία ομάδα ανθρώπων –όπως οι εθελοντές του ΕΕΣ- επεμβαίνουν σε μία καταστροφή προκαλούν αναταράξεις σε πολλά επίπεδα τα οποία δεν μπορούν να περιοριστούν μόνο στην άμεση παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας.

Όταν η ΜΕΛΙΣΣΑ –για να χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα από τον επαγγελματικό μου χώρο- παρέχει προστασία σε παιδιά και έφηβες που βρίσκονται σε κίνδυνο- δημιουργούν τέτοια ανατάραξη στο σύστημα παιδί σε κίνδυνο που για να επιβιώσει δημιουργεί νέες ισορροπίες στη δομή του, αλλάζοντας απόψεις για τη ζωή, κάνοντας νέες σχέσεις με τους ανθρώπους, προσπαθώντας ξανά να αγαπήσει ανθρώπους ενήλικες στη ζωή του και άλλα τα οποία δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να προβλεφθούν ή να προκληθούν από το προσωπικό που επιλέγει τον τρόπο που θα παρέμβει. Ακόμα και ο τρόπος που το σύστημα θα επιλέξει για να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητά του είναι εσωτερικό θέμα του συστήματος που το κάνει . Εμείς οι απέξω (το περιβάλλον του) μπορούμε μόνο να επιλέξουμε τον τρόπο ή το μέρος που θα προκαλέσουμε τις αναταράξεις.
Η ΜΕΛΙΣΣΑ είναι ένα Ίδρυμα, μία δομή παιδικής και εφηβικής προστασίας κοριτσιών, στο οποίο φιλοξενούνται πολλά κορίτσια τα οποία έχουν βιώσει, ίσως και βιώνουν ακόμα, κρίσεις κατά τη διάρκεια της ζωής τους όπου το  οικογενειακό τους σύστημα δεν κατάφερε να προσαρμόσει τη δομή του και κατέρρευσε. Η δομή του συστήματος – άτομο όμως αντέχει, καθώς συνεχίζουν να ζουν. Έχει προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα που δημιουργείται γι’ αυτές με τη διαμονή τους σε ένα ίδρυμα και συνεχίζουν τη ζωή τους χρησιμοποιώντας όλα τα αποθέματα που έχουν.  Εμείς στη ΜΕΛΙΣΣΑ επενδύουμε σε αυτά ακριβώς τα αποθέματά τους και λειτουργούμε θεραπευτικά, μέσω της δομικής σύζευξης, προκαλώντας αναταράξεις με τέτοιο τρόπο ώστε η δομή του συστήματός τους να τροποποιηθεί και να ισορροπήσει με έναν τρόπο που να είναι λειτουργικός και δημιουργικός γι’ αυτές.

Καταλήγοντας θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε πως:

– ένα σύστημα μπορεί να αλλάξει τη δομή του (τους κανόνες επικοινωνίας και συναλλαγής των μερών του), διατηρεί όμως πάντα την οργάνωσή του: την ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των μελών που αποτελεί την ταυτότητά του. Αν χάσει την οργάνωσή του, παύει να υπάρχει.

– Κάθε κοινωνικό σύστημα αποτελείται από τα ατομικά συστήματα των μερών του. Το συναισθηματικό δέσιμο των μερών παίζει καθοριστικό ρόλο στην ύπαρξη του συστήματος.

– Τα διάφορα γεγονότα που συμβαίνουν στα περιβάλλοντα των συστημάτων (κρίσεις) δεν λειτουργούν με γραμμικό αιτιολογικό τρόπο, αλλά ως ερεθίσματα

– διαταράξεις που πρέπει το σύστημα να εξισορροπήσει σύμφωνα με τη δική του δομή (ή αλλάζοντας κάποιες φορές δομή)

– Οι εξωτερικές παρεμβάσεις λοιπόν από ειδικούς κρίσεων και μη λειτουργούν ακριβώς ως διαταράξεις στο επίπεδο της επικοινωνίας «αναγκάζοντας» τα μέρη του συστήματος να αναζητήσουν νέες διαδικασίες επικοινωνίας με σκοπό να επανακτήσουν την ισορροπία και τη λειτουργικότητα.

– Κάθε σύστημα έχει τη δική του «κατασκευή πραγματικότητας», τον δικό του τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται και φιλτράρει τα βιώματα, τις εμπειρίες του ο οποίος εξαρτάται από τις συνθήκες και το πλαίσιο στο οποίο η κάθε πραγματικότητα βιώνεται. Μία κρίση σε ένα κοινωνικό πολιτισμικό πλαίσιο δεν είναι απαραίτητα κρίση σε κάθε πλαίσιο. Η κατασκευή αυτή της πραγματικότητας είναι που επηρεάζει τη δομή του (τους κανόνες επικοινωνίας και συναλλαγής των μερών)

– Μία κρίση λοιπόν συμβαίνει όταν μία εσωτερική ανάγκη ή ένα εξωτερικό γεγονός λειτουργεί ως «διατάραξη» την οποία όμως το σύστημα δεν καταφέρνει να εξισορροπήσει από μόνο του σύμφωνα με τις δυνατότητες που του παρέχει η δομή του.

– Μία εξωτερική λοιπόν παρέμβαση από ειδικούς και μη δημιουργεί ένα νέο σύστημα, μέσω της δομικής σύζευξης, το οποίο κατασκευάζει από κοινού μία νέα πραγματικότητα. Στόχος είναι αυτή η καινούργια κατασκευή να αποτελέσει ερέθισμα– διατάραξη για το σύστημα ώστε να καταφέρει να αλλάξει τη δομή του με τέτοιον τρόπο που να εξισορροπήσει την αρχική διατάραξη που προκάλεσε η εσωτερική ανάγκη ή το εξωτερικό γεγονός που οδήγησε στην κρίση.

ΣΤΟΧΟΣ, μίας παρέμβασης εξειδικευμένων σε αντιμετώπιση κρίσεων ανθρώπων θα ήταν:

1) να αντιμετωπιστεί το εκάστοτε σύστημα που βιώνει μία κρίση ως όλον

2) να κατανοηθεί η δομή και η σημασία της συγκεκριμένης κρίσης

3) να αναζητηθούν οι δυνατότητες του εκάστοτε συστήματος να ξεπεράσει την κρίση (δηλαδή να αλλάξει τη δομή του) και

4) να βρει τρόπους να ενεργοποιήσει αυτές τις δυνατότητες.

Σας ευχαριστώ για το χρόνο και την προσοχή σας.

Σταύρος Γκουγκουσκίδης, Ψυχολόγος,

Διευθυντής Ιδρύματος ΜΕΛΙΣΣΑ (εκείνη την περίοδο)

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Maturana, H., Varela F. (1980): Το Δέντρο της Γνώσης, Αθήνα, Εκδόσεις Κάτοπτρο (1992).

2. Ιωαννίδου Βιργινία (2002): Μία συστημική προσέγγιση κρίσεων ζευγαριών, Μετάλογος 2, 64-76.

3. Ιωαννίδου Βιργινία (2006): Μία συστημική προσέγγιση στις εξωσυζυγικές σχέσεις, Μετάλογος 10, 86-103.

4. Μουρελή Ευφροσύνη (2005): Ζητήματα πράξης και θεωρίας στην Οικογενειακή Θεραπεία, Μετάλογος 8, 7-29.