Σε όλη μου τη ζωή δεν έχω ακούσει ποτέ ούτε ένα ΜΠΡΑΒΟ!

Άνθρωποι με τους οποίους μιλάω στο γραφείο μου, μου περιγράφουν παιδικά χρόνια με τραγικές, κατά δήλωσή τους, αφηγήσεις. Περιγράφουν περιόδους ζωής που θυμούνται τον εαυτό τους να περιμένουν, να προσδοκούν, να προσπαθούν, να κοιτάνε στα μάτια ανθρώπους σημαντικούς γι αυτούς και να περιμένουν την επιβεβαίωση. Να περιμένουν ένα «μπράβο», μια αναγνώριση της προσπάθειας, μία ανταμοιβή για ό,τι έχουν καταφέρει.

«…και το όνομα αυτού: Bullying! Ο Ατομικισμός και η κοινωνική κατασκευή της Βίας ως διαταραχή»

 Bonsai

Προφορική Παρουσίαση: Σταύρος Γκουγκουσκίδης

Το εργαστήρι πραγματοποιήθηκε στη διημερίδα με θέμα: «πόλις, κρίσεις, αναθεωρήσεις. Έχουν Λόγο οι κοινωνικές επιστήμες σήμερα;», που διοργάνωσε η Συστημική Εταιρεία Βορείου Ελλάδος, στις 9 και 10 Νοεμβρίου 2013, στη Θεσσαλονίκη.

(Στο κείμενο, όπως και στις προηγούμενες διαλέξεις που φιλοξενούνται στη σελίδα, διατηρήθηκε αυτούσιος ο προφορικός λόγος)

Μία πρόσφατη άνοιξη, στο πλαίσιο μίας συνεργασίας μου με ένα σχολείο, μου παρουσιάστηκε ένα πρόβλημα: Ο Γιώργος (σ.σ.: το όνομα φυσικά δεν είναι αληθινό) , ετών 12, τρομοκρατούσε όλο το σχολείο. Όλο τον προηγούμενο χρόνο ο Γιώργος, μόνος του, αλλά και  ως αρχηγός μίας ομάδας παιδιών, εκφόβιζε τους πάντες: Στη διάρκεια των διαλειμμάτων στέκονταν έξω από τις τουαλέτες του σχολείου και είτε δεν άφηνε τα παιδιά να πάνε μέσα είτε, αν πήγαιναν, τα φώναζαν και τα κορόιδευαν. Στο δρόμο προς το σχολείο και από αυτό (το μεσημέρι) κορόιδευαν και χτυπούσαν τα παιδιά του σχολείου. Ακόμα και στη διάρκεια των μαθημάτων πετούσαν υπονοούμενα, απειλούσαν και έσπρωχναν άλλα παιδιά.

Η «διάγνωση» που μου δόθηκε από το σχολείο ήταν «συμπεριφορά bullying». Ο Γιώργος ήταν «bully» και το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού είχε εγκαθιδρυθεί στο σχολείο αυτό σχεδόν δύο χρόνια και ήταν αδύνατον να το αντιμετωπίσουν. Οι δάσκαλοι ήταν ανάστατοι και δεν μπορούσαν, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές τους να αντιδράσουν αποτελεσματικά. Έτσι ζήτησαν τη βοήθειά μου.

Ρωτώ: Tι πιστεύετε ότι συμβαίνει;

Απάντηση: Τι να συμβαίνει; Αυτός είναι ο ορισμός του bullying….!

Κατά την αφήγηση της κατάστασης από τους υπεύθυνους του σχολείου παρατήρησα τα εξής:

– Οι αναφορές ήταν για έναν βίαιο μαθητή. Ο οποίος ήταν βίαιος τα τελευταία 2 χρόνια. Όλοι τον φοβόντουσαν και δεν ήξεραν πώς να τον αντιμετωπίσουν.

            Ρωτώ: Και γιατί τώρα;

         Απάντηση: Γιατί τώρα λιποθύμησε ένας μαθητής από τη ντροπή του, όταν τον πρόσβαλε πάρα πολύ έντονα μπροστά σε όλο το σχολείο.

– Βασικό θύμα του βίαιου μαθητή ήταν ένας άλλος μαθητής, αδύναμος, ήσυχος και μαλθακός. «Κλασσικό θύμα», μου λένε…

– Οι μέχρι τότε προσπάθειες του σχολείου ήταν να τιμωρούν τον μαθητή με επιπλήξεις (ήπιες) και να προσπαθούν να επικαλεστούν το φιλότιμό του («έλα τώρα», «μη κάνεις έτσι», «γιατί να σε φοβούνται τα άλλα παιδιά», «μη στεναχωρείς τις δασκάλες σου» και άλλα τέτοια που κάνουν συνήθως στα σχολεία).

– Στους γονείς δεν είχαν πει τίποτα επί δύο χρόνια διότι φοβόντουσαν και τον πατέρα του παιδιού – «bully», ο οποίος περιγραφόταν ως βίαιος και φωνακλάς. Ήταν ο γονιός που έκανε συνεχώς καταγγελίες για παρατυπίες κατά το εκπαιδευτικό έργο και συχνά επισκεπτόταν το σχολείο για να μαλώσει και να φωνάξει στους δασκάλους.

Συζητώντας, ρωτώντας και ψάχνοντας και στη βιβλιογραφία έπεσα πάνω στο «manual» του σχολικού εκφοβισμού: Dan Olweus, (Όλβιους) «Εκφοβισμός και βία στα σχολεία. Τι γνωρίζουμε και τι μπορούμε να κάνουμε».

Όλες οι αναφορές που βρήκα, αλλά και η γνώση των δασκάλων, ουσιαστικά βασίζονταν σε αυτό το βιβλίο.

Για να δούμε τι λέει:

Το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού μελετήθηκε για πρώτη φορά στη Νορβηγία το 1978 και 9 χρόνια μετά, 1987, εμφανίστηκε στα επιστημονικά περιοδικά η ονομασία bullying. Ο εκφοβισμός μπορεί να οριστεί με τον ακόλουθο τρόπο: «ένας μαθητής γίνεται αντικείμενο εκφοβισμού ή θυματοποιείται όταν υποβάλλεται, κατ’ επανάληψη και κατ’ εξακολούθηση, σε αρνητικές ενέργειες από έναν ή περισσότερους άλλους μαθητές.»

Αρνητικές ενέργειες: όταν κάποιος προκαλεί σκόπιμα ή αποπειράται να προκαλέσει βλάβη ή ενόχληση σε κάποιο άλλο άτομο. Η αρνητική ενέργεια μπορεί να είναι μόνο λόγια (λεκτική), απειλές, χλευασμός, πείραγμα, βρισιές ή και σωματική, να χτυπάει, να σπρώχνει, να κλοτσάει, να τσιμπάει, να στριμώχνει. Επίσης μπορεί να μην είναι κανένα από αυτά αλλά να γίνεται με γκριμάτσες ή άσεμνες χειρονομίες με τον σκόπιμο αποκλεισμό κάποιου ατόμου από  μία ομάδα ή την άρνηση συμμόρφωσης προς την επιθυμία του θύματος.

Για να μιλήσουμε όμως για σχολικό εκφοβισμό –βία- πρέπει να υπάρχει διαφορά δύναμης (σχέση ασύμμετρης δύναμης), πράγμα που σημαίνει ότι ο μαθητής ο οποίος εκτίθεται στις αρνητικές ενέργειες δυσκολεύεται να αμυνθεί και είναι αβοήθητος έναντι εκείνου ή εκείνων που τον παρενοχλούν.

Γενικά συμπεράσματα καταγραφής και αναγνώρισης του φαινομένου (με βάση τον Olweus):

– Αυτοί που εκτίθενται περισσότερο είναι οι μικρότεροι σε ηλικία και οι ασθενέστεροι μαθητές.

– Τα αγόρια εμφανίζονται να εμπλέκονται περισσότερο στον άμεσο εκφοβισμό απ΄ ό,τι τα κορίτσια.  Ενώ τα κορίτσια στον έμμεσο εμπλέκονται στον ίδιο βαθμό με τα αγόρια.

– Η επιθετική συμπεριφορά είναι ένα αρκετά σταθερό ατομικό χαρακτηριστικό. Το να είσαι νταής ή θύμα είναι κάτι που μπορεί να διαρκέσει για μεγάλο διάστημα ίσως και για αρκετά χρόνια.

– Οι εξωτερικές αποκλίσεις (παχυσαρκία, κόκκινα μαλλιά, ασυνήθιστη προφορά, γυαλιά μυωπίας) παίζουν πολύ μικρότερο ρόλο στη γέννηση των προβλημάτων εκφοβισμού/θυματοποίησης από ό,τι πιστεύεται γενικά. Η σωματική δύναμη είναι η μόνη εξωτερική απόκλιση που φάνηκε να παίζει ρόλο.

Χαρακτηριστικά των θυμάτων:

– Περισσότερο αγχώδη και ανασφαλή από τον μέσο όρο. Επιφυλακτικά, ευαίσθητα και ήσυχα. Όταν δέχονται επίθεση αντιδρούν με κλάματα ή με απόσυρση. Παρουσιάζουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και έχουν αρνητική άποψη για τον εαυτό τους. Συχνά θεωρούν τον εαυτό τους αποτυχημένο και αισθάνονται ανόητοι και άχαροι, ενώ είναι και ντροπαλοί. Είναι απομονωμένα στο σχολείο και δεν έχουν έναν καλό φίλο. Είναι μάλλον αδύναμα. Αυτό το είδος θύματος είναι το λεγόμενο παθητικό ή υποτακτικό θύμα.  Και υπάρχει και το λεγόμενο προκλητικό θύμα, που χαρακτηρίζεται από ένα συνδυασμό αγχώδους και επιθετικής συμπεριφοράς, έως και υπερκινητικότητας.

Χαρακτηριστικά των νταήδων:

– Η επιθετικότητα προς τους συνομηλίκους. Έχουν θετική στάση απέναντι στη βία. Είναι παρορμητικοί και έχουν την ανάγκη να κυριαρχούν στους άλλους. Δεν έχουν ενσυναίσθηση προς τους άλλους. Έχουν μεγαλύτερη σωματική δύναμη. Υπάρχει μία άποψη ότι οι νταήδες είναι ανασφαλείς και αγχώδεις τύποι. Ο Olweus διαφωνεί. Πιστεύει το αντίθετο. Όταν δεν έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και ότι έχουν λιγότερο άγχος από τους άλλους. Χαρακτηρίζονται από ένα πρότυπο επιθετικής αντίδρασης σε συνδυασμό με σωματική δύναμη (τα αγόρια).

Ψυχολογικά αίτια της συμπεριφοράς: α) Έχουν να ανάγκη να αποκτούν δύναμη και κυριαρχία. Β) ο τρόπος που ανατράφηκαν μας κάνει να υποθέτουμε ότι έχουν αναπτύξει έναν βαθμό εχθρότητας προς το περιβάλλον. Αντλούν ικανοποίηση από το να πληγώνουν τους άλλους. Β) Η συμπεριφορά τους έχει όφελος. Κερδίζουν τσιγάρα, μπίρες, υλικά αγαθά. Και έχει και την ανταμοιβή του γοήτρου (Bandura).

Ο Olweus (Όλβιους) προτείνει να εξετάσουμε το bullying ως συνιστώσα ενός πιο γενικευμένου αντικοινωνικού και αντισυστημικού (διαταραγμένης συμπεριφοράς) προτύπου συμπεριφοράς. Ως τέτοιο προτείνει ότι μπορούμε να προβλέψουμε και τις μελλοντικές συμπεριφορές (παραβατικότητα, αλκοολισμός).

Μία γενική εικόνα είναι: – αυτό που φαίνεται να χαρακτηρίζει τον νταή είναι ο συνδυασμός ενός προτύπου επιθετικής αντίδρασης και σωματικής δύναμης. – αυτό που φαίνεται να χαρακτηρίζει το θύμα είναι ένα πρότυπο αγχώδους αντίδρασης και σωματικής αδυναμίας.

Και ο Όλβιους δίνει μία συνοπτική εικόνα του πώς μπορεί να αναπτυχθεί το φαινόμενο του bullying:

Κατά κανόνα ανάμεσα στα αγόρια μιας τάξης προκύπτουν κάποιες συγκρούσεις και διάφορες εντάσεις. Συνήθως υπάρχουν και κάποιες κάπως επιθετικές αλληλεπιδράσεις, εν μέρει ως αστείο, καθώς είναι και μία μορφή αυτοπροβολής και συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στα αγόρια. Αν σε μία παρόμοια ομάδα υπάρχει ένας εν δυνάμει νταής ή και περισσότεροι αυτό θα επηρεάσει τις δραστηριότητες των αγοριών. Οι αλληλεπιδράσεις θα είναι πιο βάναυσες, πιο ανταγωνιστικές και πιο βίαιες. Η οξύθυμη ιδιοσυγκρασία του νταή και η έκδηλη ανάγκη του να επιβληθεί, να εξουσιάσει και να υποτάξει τους άλλους θα φανούν έντονα. Ακόμα και οι άνευ σημασίας αντιπαλότητες και αποτυχίες οδηγούν σε έντονες αντιδράσεις, οι οποίες πολλές φορές προσλαμβάνουν επιθετική μορφή εξαιτίας της τάσης του νταή να χρησιμοποιεί βίαια μέσα στις συγκρούσεις. Λόγω της σωματικής του δύναμης οι επιθέσεις του συνήθως είναι δυσάρεστες και επώδυνες για τους άλλους. Παρόλο που προτιμά να επιτίθεται στα πιο αδύναμα αγόρια, τα οποία είναι σίγουρος ότι θα νικήσει, δεν φοβάται να τα βάλει και με τα υπόλοιπα αγόρια της τάξης. Γενικά αισθάνεται σκληρός και έχει αυτοπεποίθηση.

Αν μέσα στην τάξη υπάρχει και ένας εν δυνάμει αποδιοπομπαίος τράγος (θύμα) –αγχώδης, ανασφαλής, με αβέβαιο, φοβισμένο ύφος και σωματικά αδύναμος – ο νταής θα τον ανακαλύψει πολύ σύντομα. Πρόκειται για τον αδύναμο κρίκο, για εκείνον που σε ενδεχόμενη επίθεση δεν αντιδρά, που φοβάται και κλαίει ίσως δεν θέλει ή δεν μπορεί να αποτρέψει τις επιθέσεις ούτε των σχεδόν ακίνδυνων ανταγωνιστών του. Γενικά δεν του αρέσει να συμμετέχει σε βίαια παιχνίδια με τα άλλα αγόρια. Αισθάνεται μάλλον μόνος και απομονωμένος.

Για ένα αγόρι με τάσεις να κάνει τον νταή ο εν δυνάμει αποδιοπομπαίος τράγος είναι ο ιδανικός στόχος. Το άγχος του, ο ευάλωτος χαρακτήρας του και το κλάμα του του προσφέρουν σαφώς το συναίσθημα της ανωτερότητας και της υπεροχής, καθώς και ένα είδος ικανοποίησης των κάπως ακαθόριστων εκδικητικών επιθυμιών του.

Όμως, επειδή συνήθως ο νταής θέλει να τον ακολουθούν και άλλοι, ύστερα από λίγο προτρέπει τους κολλητούς του να «στριμώξουν» το θύμα. Πάντα υπάρχει κάτι στην εμφάνισή του, στο ντύσιμο ή στους τρόπους του αποδιοπομπαίου τράγου που λειτουργεί ως άλλοθι για να του ριχτούν. Πολλές φορές ο νταής αντλεί την ίδια ευχαρίστηση από το να βλέπει άλλα αγόρια να παρενοχλούν το θύμα σαν να το έκανε ο ίδιος.

Πότε πότε και άλλα αγόρια παίρνουν μέρος στην παρενόχληση του αποδιοπομπαίου τράγου, αφού πρόκειται για έναν ασφαλή στόχο: όλοι ξέρουν ότι είναι αδύναμος και δεν τολμά να ανταποδώσει. Ενώ κανένα από τα δυνατότερα παιδιά της τάξης δεν τον υπερασπίζεται. Κακομοίρης είναι, του αξίζει να φάει και καμιά σφαλιάρα.

Σταδιακά το θύμα απομονώνεται όλο και περισσότερο από τους συνομηλίκους του. Το ήδη χαμηλό κύρος του στην ομάδα πέφτει όλο και περισσότερο από τα προκλητικά πειράγματα και τις επιθέσεις. Όλοι βλέπουν ότι δεν αξίζει τίποτα. Φαίνεται πως μερικά αγόρια φοβούνται ότι αν κάνουν παρέα μαζί του, θα μειωθεί το δικό τους κύρος ή θα υποστούν την περιφρόνηση και την αποδοκιμασία των άλλων. Ορισμένοι μπορεί και να φοβούνται ότι θα καταλήξουν κι εκείνοι στην ίδια θέση. Στο τέλος η απομόνωση είναι ολοκληρωτική.

Αυτή είναι μία πολύ εύκολα κατανοητή ιστορία. Μία αφήγηση που κάνει νόημα σε όλους τους εκπαιδευτικούς (αλλά και άλλους ανθρώπους που την ακούνε). Τους φαίνεται πολύ οικεία. Και –κατά τη γνώμη μου- καθοδηγεί και τη σκέψη και τη δράση τους.

Αυτό που τράβηξε την δική μου προσοχή στην παραπάνω παρουσίαση (αλλά και σε όλο το βιβλίο) είναι ότι η έμφαση δίνεται στα λεγόμενα «χαρακτηριστικά» των παιδιών. Χαρακτηριστικά τα οποία τα παιδιά τα «έχουν» και, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν, αυτά εμφανίζονται, κάποιος τα ανακαλύπτει, τα φέρνει στην επιφάνεια από εκεί που είναι θαμμένα  και δημιουργείται το φαινόμενο γνωστό και ως bullying. Φαινόμενο το οποίο έρχεται να διαταράξει την κατά τα λοιπά ομαλή και δημιουργική σχολική ζωή…

Στη Συστημική λέμε συχνά, αν θέλεις να δει κάτι, όρισε το πλαίσιο. Οτιδήποτε συμβαίνει, συμβαίνει πάντα σε ένα πλαίσιο. Ποιο είναι λοιπόν το πλαίσιο στο οποίο αυτή τη περιγραφή, αυτή η αφήγηση, η προσέγγιση του Όλβιους κάνει νόημα στον κόσμο που την προσεγγίζει;

Επιτρέψτε μου να ορίσω (αυθαίρετα φυσικά) ότι: «Το πλαίσιο μέσα στο οποίο όμως η κατανόηση αυτού του φαινομένου είναι εύκολη είναι αυτό της εξοικείωσής μας με μία αφθονία ετικετών, κατηγοριών, διαγνώσεων και βασικά ελλείμματος στον πολιτισμό μας. Παντού γύρω μας καθημερινά, ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα ακόμα πρόβλημα το οποίο πρέπει να προσέξουμε, έναν κίνδυνο τον οποίο θα μπορούσαμε να επιβάλλουμε στον εαυτό μας ή στους άλλους ή μία αξιολόγηση που θα μπορούσε να μολύνει το μέλλον το δικό μας ή των παιδιών μας. Ζούμε και είμαστε μέρη ενός Οργανισμού ο οποίος στην κυρίαρχη περιγραφή είναι ένας οργανισμός ο οποίος δέχεται συνεχώς και από παντού επιθέσεις που εποφθαλμιούν  των ευημερία ή/και την κανονικότητά του. Υπάρχει πάντα ένας κίνδυνος που καραδοκεί στους δρόμους, στους κοινωνικούς μας θεσμούς, στις σχέσεις μας και στα σώματά μας. Και αν δεν είμαστε σε θέση να αντιμετωπίσουμε αυτόν τον κίνδυνο, να τον διαχειριστούμε να τον ελέγξουμε, θα προσδιοριστούμε –θα ετικετοποιηθούμε – ως ανεπαρκείς από τους δασκάλους, τους θεραπευτές, τους γιατρούς, τους δικαστές, τους εργοδότες, τα μέλη της οικογένειας και τους φίλους μας.»

Τα παραπάνω αναφέρει η Sheila McNamee (καθηγήτρια Επικοινωνίας στο πανεπιστήμιο του New Hampshire. Η McNamee είναι κοινωνική κονστρουξιονίστρια, συνεργάτιδα του Kenneth Gergen, πρωτοπόρου του Κονστρουξιονισμού, και αντιπρόεδρος του Ινστιτούτου Taos στις ΗΠΑ (Οχάιο) ). Και  σημειώνει: « η αξιολόγηση είναι κυρίαρχη σε κάθε θεσμικό και πολιτισμικό πλαίσιο της κοινωνίας μας. Το βλέπουμε όχι μόνο στην ψυχική υγεία αλλά και στην εκπαίδευση, τη υγειονομική περίθαλψη, τις επιχειρήσεις, τη κυβέρνηση αλλά και στις οικείες σχέσεις μας με την οικογένεια, τους φίλους, τους συναδέλφους, τους γείτονες. Και αναρωτιέται γιατί υπάρχει τέτοια πληθώρα αξιολόγησης γενικά και μία επείγουσα ανάγκη να αποκαλύψουμε προβλήματα, παθολογίες, ελλείμματα, ανεπάρκειες;» Και υποθέτει (και εγώ συμφωνώ) ότι αυτή η τάση είναι αποτέλεσμα – συνέπεια  του Ατομικισμού ως κυρίαρχη ιδεολογία της Δυτικής παράδοσης.

Ας ορίσουμε τον Ατομικισμό:

Aτομικισμός ή ιντιβιντουαλισμός (γαλλ. individualisme):

 Κοσμοθεωρία που στηρίζεται ουσιαστικά στην απόδοση μιας απόλυτης αξίας στο μεμονωμένο άτομο, σε αντιπαράθεση με την κοινωνία, που δεν νοείται όμως ως συγκεκριμένο κοινωνικό σύστημα. Ο ατομικισμός εκφράζεται στην καθημερινή συμπεριφορά με την ηθική ατομικιστική διαγωγή , όπως επίσης και με αφηρημένες αντιλήψεις στον τομέα της ηθικής φιλοσοφίας, ιδεολογίας και πολιτικής. Στις ατομικιστικές αντιλήψεις ο άνθρωπος περιγράφεται ως αντικοινωνική οντότητα, εξαρχής ασύνδετη με την κοινωνία, την οποία ανέχεται, έχοντας παραχωρήσει σημαντικό μέρος των ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων του. Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία βασίζεται κατά κύριο λόγο στον ατομικισμό, με την έννοια ότι θεωρεί το άτομο βασικό κύτταρο της κοινωνίας. Από την άποψη της μεταφυσικής, είναι η διδασκαλία σύμφωνα με την οποία κάθε άτομο υπάρχει αποκλειστικά ατομικά και όχι κοινωνικά. Ο ατομικισμός, η απόλυτη δηλαδή πεποίθηση ότι το άτομο, στην επιδίωξη του συμφέροντός του, θα πράξει το καλύτερο, υπήρξε η βασική ιδέα της φιλελεύθερης σχολής που ιδρύθηκε από τον Άγγλο οικονομολόγο Σμιθ (Adam Smith) και είναι το φιλοσοφικό υπόβαθρο του  καπιταλισμού. Οι ιδέες του ατομικισμού εξακολουθούν να επηρεάζουν όλες τις σχολές, χωρίς να εξαιρούνται ούτε και οι σοσιαλιστικές.

Ο καθηγητής Φιλοσοφίας Άγγελος Μπέγζος ( καθηγητής Συγκριτικής Φιλοσοφίας της Θρησκείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών) αναφέρει: Μιλώντας για ατομικισμό εννοούμε την απόλυτη προτεραιότητα και μονομερή αποκλειστικότητα του ατομικού Εγώ απέναντι σε κάθε Άλλο (ατομικό ή συλλογικό) και υπεράνω κάθε  Όλου (πίστης, ιδεολογίας, κράτους, κόμματος, θρησκείας, έθνους). Με τον ατομικισμό υποσκάπτεται ο ολοκληρωτισμός των θρησκειών και των ιδεολογιών προσφέροντας στον άνθρωπο της νεωτερικότητας τη χειραφέτηση από δεσμά και την απελευθέρωση από φραγμούς, θεσμικούς ή/και συνειδησιακούς. Όμως ο ελλείπων κρίκος του ατομικισμού ως αντίδοτου στον ολοκληρωτισμό, η αναπόφευκτη σκιά και η αθέμιτη παρενέργεια του ατομικισμού, είναι ότι το Εγώ υπερδιογκώνεται σε βάρος του Άλλου και του Όλου, έτσι ώστε μαζί με τα δεσμά να αποκόπτονται και οι δεσμοί του Εγώ προς το Άλλο και η αναφορά του προς το Όλο.

Ο ατομικισμός σπαργανώθηκε στον ανθρωπισμό της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, αλλά αργότερα εκφυλίσθηκε στον άκρατο ατομικισμό του φιλελευθερισμού της αγοράς και με αυτόν τον τρόπο τα καθ΄ όλα θεμιτά και απαραίτητα ανθρώπινα δικαιώματα παραποιήθηκαν σε αυτόνομα ατομικά δικαιώματα

 

Η Sheila McNamee (σε άρθρο της (η κοινωνική κατασκευή της διαταραχής) στο Studies in Meaning: Exploring Constructivist Psychology) γράφει: «Ο ατομικισμός, ως ιδεολογία, μας προσκαλεί να προσεγγίσουμε τον κόσμο σαν εμείς, μόνοι, να μπορούμε να τον εξημερώσουμε. Είναι το άτομο που μπορεί να λύσει τα προβλήματα, να πάρει αποφάσεις, να σκεφτεί λογικά και να ενεργήσει αποτελεσματικά.»

Σκεφτείτε όλα τα βιβλία αυτοβοήθειας και καθοδήγησης για το πώς πρέπει να ζείτε. Κάνε αυτό! Κάνε το άλλο! Μην αφήσεις το τάδε να σου κάνει αυτό στο δείνα! Εσύ μπορείς! Στο χέρι σου είναι! 10 τρόποι για να πετύχεις το τάδε ή το δείνα! ΟΚ. Τι συμβαίνει όμως όταν οι ατομικές αυτές προσπάθειές μας αποτυγχάνουν; Η McNamee λέει:  «…σε εκείνες τις περιπτώσεις όταν τέτοιες δραστηριότητες δεν είναι δυνατές, όταν τα αποτελέσματα των ενεργειών κάποιου δεν τον οδηγούν μπροστά με επιτυχείς τρόπους, μένουμε με την επιλογή της επίπληξης του ατόμου για τις υποανεπτυγμένες ικανότητές του ή της επίπληξης των ευρύτερων πολιτιστικών θεσμών που εμφάνισαν τα άλυτα προβλήματα κατά πρώτο λόγο».

Ο κυρίαρχος λόγος του ατομικισμού στρέφει την προσοχή μας σε τεχνικές και διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι αναπτύσσουμε τα είδη των ατόμων που επιθυμούμε στον πολιτισμό μας. Η προσοχή τοποθετείται στη μετάδοση πληροφοριών, σε αντιδιαστολή με τη οικοδόμηση κοινοτήτων και σχέσεων εντός των οποίων οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν και να συντονίσουν τις δραστηριότητές τους.

Ο Retzer Arnold, (κονστρουκτιβιστής, γερμανός συστημικός θεραπευτής, εκπρόσωπος της Σχολής της Χαϊδελβέργης) σε άρθρο του στο περιοδικό Familiendynamik, αναφέρεται σ’ αυτή τη διαδικασία : «Η μεταφορά του μοντέρνου κράτους ως ένα κράτος που ασκεί την κηπουρική (Bauman Zygmunt πολωνός κοινωνιολόγος, 1991) συνοψίζει πολύ εύστοχα τη δραστηριότητα αυτή. Από αυτήν προκύπτουν πρακτικά καθήκοντα της διαφώτισης, καθήκοντα διεξαγωγής προδιαγραφών εκτροφής, της παιδαγωγικής – ενός είδους σχολής δενδροκομίας της διαφώτισης των ανθρώπων, του social engineering, το οποίο έχει κάνει καθήκον του να επιλαμβάνεται προβλημάτων αντίστοιχα με μία φύση που πρέπει να κυριευθεί, να τιθασευτεί, να βελτιωθεί και να αναμορφωθεί, όπως ένας κήπος, ο σχεδιασμός του οποίου πρέπει στην ανάγκη να επιβληθεί βίαια και να εξασφαλιστεί. Δημιουργήθηκε το καθήκον της επιστήμης: η δραστηριότητα της τακτοποίησης. Η επιστήμη θεωρούνταν δραστικό εργαλείο με το οποίο ο κόσμος μπορούσε να βελτιωθεί και να αναμορφωθεί σύμφωνα με το ανθρώπινο σχέδιο. Η τάξη της κανονικότητας, της υγείας και της υγιεινής ήταν περίπου οι στόχοι μιας μοντέρνας επιστήμης.» Μ’ αυτό τον τρόπο ο Retzer περιγράφει τον Μοντερνισμό, ως ρεύμα σκέψης, φιλοσοφίας, πολιτισμού που κυριάρχησε τα τελευταία πολλά χρόνια, μαζί με το σύστημα αξιών του. Οι ιδέες της λογικής, της διαφώτισης της επιστήμης και του ορθολογισμού, της τάξης. Ο Rene Descartes (φιλόσοφος, μαθηματικός, φυσικός επιστήμονας, 1596-1650) είναι ίσως ο βασικός πάροχος των ιδεών του Μοντερνισμού. Αυτός απαιτεί τη σαφήνεια και τον καθορισμό όλων των δεδομένων που συμπεριλαμβάνονται σε συμπεράσματα. Προϋπόθεση είναι «ότι για κάθε πράγμα υπάρχει μία και μόνη αλήθεια και ότι όποιος βρει την αλήθεια γνωρίζει για το πράγμα όλα όσα μπορεί κάποιος να γνωρίζει». Πρέπει από το χάος να δημιουργηθεί η τάξη της μονοσημίας, η μονοσημία της αλήθειας (Retzer).

Εξέλιξη της επιστήμης : Ήδη επισημάναμε ότι η επιστημονική σκέψη, βασισμένη στον ορθό λόγο, την παρατήρηση είναι η νέα θρησκεία. Η φαινομενικά απεριόριστη δυνατότητα γνώσης άνοιξε απέραντες προοπτικές τεχνολογικής εφαρμογής. ∆ημιουργήθηκε η ιδεολογία του επιστημονισμού, δηλαδή ιδεολογία της απεριόριστης πίστης στις δυνατότητες της επιστήμης, σε συνδυασμό με την ταύτιση της έννοιας της γνώσης αποκλειστικά με την επιστημονική γνώση: Το νέο δόγμα  (δηλ. το δόγμα του Μοντερνισμού) είναι ότι «μπορούμε να γνωρίζουμε μόνον ό,τι γνωρίζουμε με τους κανόνες της επιστήμης», δηλαδή δεν υπάρχει άλλη γνώση έξω από την επιστημονική. Έτσι δημιουργείται και η απεριόριστη αισιοδοξία στις δυνατότητες της επιστήμης ως προς τον συνετό έλεγχο του κόσμου για τα καλό του ανθρώπου. Τόσο για το υλικό καλό του κόσμου, όσο και για το πνευματικό και το κοινωνικό. Η έννοια της προόδου έγινε βασική αξία για την εκσυγχρονισμένη κοινωνία και ταυτίστηκε με τον λόγο ύπαρξής της.

Ο Retzer παραθέτει τις βασικές θεωρίες για τη βία:

 1) Η βία είναι μία λειτουργία του βιολογικού συστήματος

Σε αυτή τη θεμελιώδη προτίμηση βασίζονται οι διδασκαλίες του ορμέμφυτου και του ενστίκτου (Freud, Lorenz, Koestler). O Freud βλέπει την ανθρώπινη επιθετικότητα και τη βία ως έκφραση ενός θεμελιώδους, τελικά, βιολογικά θεμελιωμένου ενστίκτου, του ενστίκτου του θανάτου. Ο Koestler Arthur υποθέτει μία συναισθηματική κυριαρχία των παλαιότερων στην ιστορία του είδους εγκεφαλικών στοιβάδων, η οποία οδηγεί σε μία ενδημική ανεπάρκεια του ανθρώπινου νευρικού συστήματος, με τις οποίες μπορούν να εξηγηθούν οι πόλεμοι και η βία και οι οποίες καθιστούν το άτομο έναν ανεπίδοτο της εξέλιξης. Ο Lorenz (ηθολόγος – On Aggression) υποθέτει ένα κληρονομικό επιθετικό ένστικτο το οποίο βρίσκεται στην υπηρεσία ενός αγώνα επιβίωσης του είδους.

Σύμφωνα με αυτές τις θεωρίες η επιθετικότητα και η βία είναι φυσικά δεδομένα και απαράλλακτα. «Ειδικά η επίγνωση ότι το ένστικτο της επιθετικότητας είναι ένα γνήσιο πρωταρχικά συντηρητικό του είδους ένστικτο, μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε την πλήρη επικινδυνότητά του. Ο αυθορμητισμός του ενστίκτου είναι που το κάνει τόσο επικίνδυνο. Αν ήταν μόνο μία αντίδραση σε ορισμένες εξωτερικές συνθήκες, όπως υπέθεταν πολλοί κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι, τότε η κατάσταση της ανθρωπότητας δεν θα ήταν και τόσο επικίνδυνη όσο πραγματικά είναι (Lorenz). Ως διέξοδος προβλέπεται η δυνατότητα να μειωθεί η βία με το να γίνει τελετουργική: μπορεί από καιρό σε καιρό να εκτονωθεί σε ορισμένα πλαίσια π.χ. αθλητισμό και να στραφεί σε μη-προβληματικά αντικείμενα.

2) Η βία είναι μία λειτουργία ελλιπούς ηθικής συνείδησης.

Ο Erich Fromm (1974) βλέπει το αίτιο μιας κακοήθους βίας που στοχεύει στην καταστροφή σε μία αδυναμία του χαρακτήρα, σε μία έλλειψη ανθρωπιστικών αξιών. Η θεωρία υπονοεί ως  προφύλαξη από τη βία την εισαγωγή μας αλλαγής της συνείδησης μέσα από την ενίσχυση των ηθικών αξιών. Ταυτόχρονα φτάνει σε παθολογικοποιητικές διαγνώσεις των «μεγάλων αδύναμων χαρακτήρων»: Ο Στάλιν υπέφερε από «μη σεξουαλικό σαδισμό». Ο Χίμλερ από «πρωκτικό αποθησαυριστικό σαδισμό» Ο Χίτλερ από «νεκροφιλία». [Τα ίδια και για τα παιδιά που ασκούν βία στα σχολεία.]

Στην ίδια ομάδα θεωριών μπορούν να συνυπολογιστούν και οι ιδέες του Kohlberg Lawrence, 1984. Υποθέτουν μία άμεση συνάφεια ανάμεσα στο επίπεδο μιας «ηθικής – γνωστικής εξέλιξης» και στο βαθμό των πράξεων βίας. Συνεπώς καθορίζονται και οι προτάσεις για θεραπεία. Αυτές απαιτούν καλύτερη μόρφωση, η οποία θα πρέπει να οδηγεί σε ένα υψηλότερο επίπεδο της ηθικής – γνωστικής εξέλιξης.

Και οι δύο ομάδες θεωριών ακολουθούν στη λογική τους την κλασσική ορθολογική θέση ότι η ηθική και η επίγνωση είναι ταυτόσημες, ότι δηλαδή ο άνθρωπος μπορεί τόσο να ανακαλύπτει πώς είναι φτιαγμένος ο κόσμος, όσο και το πώς πρέπει να φέρεται σωστά ηθικά και ενάρετα στον κόσμο αυτό. Η λογική αυτή συνεχίζεται με συνέπεια στην πεποίθηση ότι οι άνθρωποι κάνουν εγκλήματα και πράξεις βίας μόνο επειδή κάνουν (ακόμα) λάθος. Δεν τα έχουν καταλάβει (ακόμα) όλα. Η παράσταση αυτή προϋποθέτει λοιπόν ότι μέσα από τον διαφωτισμό θα ήταν αναγνωρίσιμη η σωστή (ηθικά δικαιολογημένη) δράση.

Η μόρφωση, ο διαφωτισμός, η διαπαιδαγώγηση ή –σε οξύτερη μορφή – η θεραπεία αποτελούν στη συνέχεια τη μοναδική εγγύηση για τη μεταμόρφωση του εν δυνάμει βίαιου και απάνθρωπου ατόμου σε ένα ηθικό, δηλαδή κοινωνικοποιημένο και λογικό άτομο.

Κάπως έτσι δεν θα λέγαμε ότι είναι οργανωμένη και η Εκπαίδευση στη λεγόμενη Δυτική κοινωνία; Η υποχρεωτική εκπαίδευση των 9 ετών που όλοι πρέπει να περάσουν μου θυμίζει την μεταφορά με τον κήπο και τα φυτά (Bauman – Κηπουρική) που πρέπει να καλλιεργηθούν με συγκεκριμένο τρόπο ώστε να αποδώσουν καρπούς. Σκεφτείτε παρακαλώ ότι αυτή η μεταφορά είναι διάχυτη σε όλη την διαπαιδαγώγηση – ανατροφή των παιδιών σήμερα. Σπέρνεις για να θερίσεις αργότερα. Διάβαζε 15 ώρες την ημέρα για να καρπωθείς αργότερα τους κόπους σου κτλ κτλ.

Ο τρόπος διαπαιδαγώγησης επίσης θεωρείται ο ηθικά και –κυρίως- επιστημονικά ο σωστός. Μεγάλοι καθηγητές και ειδικές επιτροπές ασχολούνται συνεχώς με αυτόν και τον προσαρμόζουν στα νέα «δεδομένα» των σύγχρονων επιστημών. Σε αυτό το μοντέλο κάθε έλλειψη θεωρείται παθολογική. Κάθε συμπεριφορά που δεν ακολουθεί την προβλεπόμενα προσεγγίζεται με την οπτική της διαταραχής. Δεν θεωρώ τυχαίο ότι το ονομαζόμενο bullying μεταφράζεται ως σχολικός εκφοβισμός. Με έμφαση στο «σχολικός». Η έκπληξη της εξαίρεσης από τα προσδοκώμενα θετικά (ελεγχόμενα) αποτελέσματα της διαπαιδαγώγησης εκφράζεται μέσα από την ονομοτοδοσία του φαινομένου της νεανικής βίας με το επιθετικό προσδιορισμό «σχολικός». Είναι το σχολικό περιβάλλον που δημιουργεί το ειδικό πλαίσιο αυτή η συμπεριφορά να αποτελεί διαταραχή. Απόκλιση από το φυσιολογικό. Η επιστήμη της ψυχολογίας ενισχύει και υπογράφει αυτή τη προσέγγιση.

Η παραπάνω περιγραφή αλλά και η γενικότερη προσέγγιση του φαινομένου bullying βασίζεται στην αυθαίρετη ιδέα ότι τα πράγματα δεν θα έπρεπε να είναι έτσι. Στην ιδέα ότι τα πράγματα θα έπρεπε να είναι αλλιώς. Υπάρχει μία βασική ιδέα σχετικά με το πώς θα έπρεπε να λειτουργεί ο άνθρωπος. Και το πώς η Επιστήμη μπορεί να παρέμβει για να αλλάξει κατά το «πρέπον» τα πράγματα.

«Η ατομιστική παράδοση (γράφει η Sheila McNamee) υπερασπίζεται τον εαυτό ως μία πηγή η οποία δημιουργεί σκέψη και δράση. Συνεπώς, διεξάγουμε ψυχοθεραπεία, εκπαιδεύουμε ατομικά μυαλά, ανταμείβουμε και τιμωρούμε άτομα στην εργασία και θεωρούμε τα άτομα υπεύθυνα για όλες τις πράξεις, σκέψεις, πεποιθήσεις τους. Με δυο λόγια, το άτομο είναι η αδιαφιλονίκητη φυσική οντότητα του ενδιαφέροντος στις προσπάθειές μας να καταλάβουμε την κοινωνική ζωή. Προκειμένου να καταλάβουμε την πολυπλοκότητα της κοινωνικής συναλλαγής πρέπει να αρχίσουμε από το άτομο που είναι η βασική μονάδα εξέτασης.

Ο Ατομικισμός μας προσκαλεί σε πρότυπα επίπληξης και αξιολόγησης. Αν οι ενέργειές μου παρακινούνται από τις εσωτερικές μου, ατομικές πεποιθήσεις, αξίες, υποχρεώσεις, τότε οποιοδήποτε ελάττωμα ή έλλειμμα πρέπει επίσης να θεωρείται ότι βρίσκεται μέσα μου και έτσι θεωρούμαι υπεύθυνος για τις πράξεις μου. Αν είμαι υπεύθυνος για τις πράξεις μου και αυτές κρίνονται λανθασμένες ή ακατάλληλες, τότε είμαι ο μοναδικός που φταίει. Η δυσλειτουργία μου βρίσκεται μέσα μου. Η αποτυχία μου είναι η ανικανότητά μου. Οι άλλοι τότε γίνονται αξιολογητές και συμμετέχουν σε συνομιλίες επίπληξής μου.»

Τι κάνει λοιπόν η Παιδαγωγική όταν συναντά το φαινόμενο της σχολικής βίας;

– Καλεί την Ψυχολογία για βοήθεια. Την επιστήμη των Διαταραχών.

Και τι κάνει η Ψυχολογία;

– Διάγνωση: Η βία είναι διαταραχή.

Η κυρίαρχη τάση στην ψυχοθεραπεία, συνεχίζει η  Sheila McNamee, που ακολουθεί την κυρίαρχη τάση στην Ψυχολογία, παρέχει διάγνωση για τα ψυχολογικά δεινά ενός ατόμου. Το επάγγελμα απαιτεί πρώτα από όλα να προσδιορίζεται μία διάγνωση πριν τη μετακίνηση προς την επίλυση του προβλήματος ή τη θεραπεία. (το bullying θα μπορούσε να ονομαστεί και διάγνωση στο παράδειγμά μας). Στην πραγματικότητα η ψυχοθεραπεία είναι στενά συνδεδεμένη με το ιατρικό επάγγελμα και η κυρίαρχη πεποίθηση είναι ότι η θεραπεία, προκειμένου να προχωρήσει απαιτεί διάγνωση. Πώς θα μπορούσε ένας θεραπευτής να προχωρήσει τη θεραπεία ενός πελάτη αν αυτός ο θεραπευτής λειτουργούσε χωρίς μία σαφή ιδέα του ποιο είναι το πρόβλημα του πελάτη κατά πρώτο λόγο;

 -Η διάγνωση στην ψυχοθεραπεία απαιτεί τη διάγνωση ενός προσώπου. [Ο Olweus αναφέρεται συχνά στην προσωπικότητα του θύτη και του θύματος]. Αν η ταυτότητα κάποιου βρίσκεται μέσα στο πρόσωπο, όπως μας λέει ο ατομικισμός, τότε όλα αυτά που είναι προβληματικά πρέπει να προέρχονται από τον εσωτερικό νου ή την ψυχή αυτού του προσώπου. [παραπομπή στις θεωρίες για τη βία που ανέπτυξε ο Retzer]

– Η διάγνωση απαιτεί τη συζήτηση του προβλήματος. Η ψυχοθεραπεία, η διάγνωση και τα προβλήματα είναι όροι που φυσικά πηγαίνουν μαζί. Επιδιώκουμε τη θεραπεία όταν αισθανόμαστε άβολα, αναστατωμένοι ή διαταραγμένοι. Τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά και η θεραπεία είναι ένα από τα μέρη που στρεφόμαστε για βοήθεια. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή την υπόθεση είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τη χρησιμότητα μιας θεραπευτικής διαδικασίες όπου το κεντρικό θέμα συζήτησης δεν θα είναι προσανατολισμένο προς το πρόβλημα.

– Η διάγνωση γίνεται στίγμα για το άτομο. Ο τομέας της ψυχολογίας κουβαλάει μαζί του ένα υπονοούμενο (ή και νοούμενο) σύνολο αξιών. Υπάρχουν τρόποι του να υπάρχεις στον κόσμο οι οποίοι προτιμώνται έναντι άλλων.

– Η διάγνωση αποτελεί μία αξιολογητική διαδικασία. Δεν είναι ουδέτερη αξιών. Η διάγνωση δεν περιγράφει απλά το τι υπάρχει «εκεί». Μάλλον η διάγνωση λειτουργεί ως ηθική κρίση. Μεταδίδει το έλλειμμα του ενός σε άλλους. Σκεφτείτε την περίπτωση της Διαταραχής της Διάσπασης Προσοχής ή της Σχολικής Βίας. Η αδιαφιλονίκητη αξία μέσα σε αυτήν τη διάγνωση είναι μία ήσυχη, ήρεμη και τακτική σχολική τάξη. Υπάρχει μία υπόθεση ότι η κίνηση σε γρήγορο ρυθμό από το ένα πράγμα στο άλλο – ανάλογα με το τι συλλαμβάνει η προσοχή μας- είναι κακό ή λάθος.

Κι όμως: τα παιδιά που μεγαλώνουν στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία και κοινωνία του σήμερα δυσκολεύονται να αποφύγουν την πολλαπλότητα των δραστηριοτήτων που τα περιβάλλει. Αντί να τα παθολογικοποιήσουμε για τα πρότυπα συσχέτισης στα οποία έχουν εξοικειωθεί, ποια δυνατότητα θα μπορούσε να υπάρχει στα σχολεία και στους γονείς που να κινούσε μια διερεύνηση στο πώς η τάξη θα μπορούσε να ενσωματώσει ή να μιμηθεί τον ερεθισμό που παρέχεται από τη διάχυση της τεχνολογίας στις ζωές αυτών των παιδιών και το γρήγορα ρυθμό της σύγχρονης ζωής. [το ίδιο και για τη βία].

Διαβάζοντας κανείς τη βιβλιογραφία σχετικά με τη σχολική βία θα διαπιστώσει όλα τα παραπάνω. Διάγνωση και χαρακτηρισμοί, αξιολογήσεις και επιπλήξεις. Τα αναφέρω και στην αρχή.

Προτάσεις – Ιδέες – Σκέψεις

Ξεκινώντας τη συζήτηση για τις προτάσεις και τις νέες ιδέες έπεσα πάνω σε μία συνέντευξη του Διευθυντή του σχολείου Summerhill:

– Δηλαδή στο Summerhill επιτρέπεται να είσαι κακός;

– Όχι, δεν καταλάβατε. Δεν επιτρέπεται! Αν σε χτυπήσω, θα φάω πρόστιμο. Αλλά ηθικά δεν το θεωρούμε κάτι ανεπίτρεπτο. Δεν πιστεύουμε ότι είσαι ξαφνικά χειρότερος άνθρωπος, αλλά ότι περνάς μια κακή φάση. Αυτό είναι όλο. Και είναι τελείως διαφορετικό από τα περισσότερα σχολεία όπου όταν είσαι κακός, σε χαρακτηρίζουν και κακό. Αυτή είναι μια λεπτή και σημαντική διαφορά.

Παρατηρώντας -και- τη σχολική βία μέσα από μία συστημική ματιά θα μπορούσαμε να πούμε τα εξής:

– Η συστημική οπτική μπορεί να δει τη σχολική βία μέσα από ένα σχεσιακό και πλαισιακό πρίσμα.

– Μία συστημική ματιά μπορεί να εξετάσει τις πιθανές πολύπλοκες σημασίες που μπορεί να έχει η βία για τους συμμετέχοντες, να αποκαλύψει άλλους τομείς στρες στο σύστημα και να επιτρέψει και στον θεραπευτή να μην είναι «υποχρεωμένος» να κυνηγά μία καμουφλαρισμένη «αλήθεια» αλλά να παραμείνει περίεργος και ανοιχτός ως προς το σύστημα που έχει απέναντί του.

–  Η βία μπορεί να νοηθεί αφηρημένα ως μία προσπάθεια αντιμετώπισης εσωτερικού ή εξωτερικού στρες μέσα σε καταστάσεις ζωής ή σχέσης που βιώνονται ως υπερπολύπλοκες, δηλ, ως στρατηγική ελέγχου, η οποία –τουλάχιστον προσωρινά- παρέχει ένα ατομικό αίσθημα ασφάλειας. Μπορούμε λοιπόν να δούμε τη βία όχι ως έκφραση ενός επιθετικού ενστίκτου ή μία αμετάβλητη προσωπική ιδιότητα, αλλά ως ένα πρωτόγονο μηχανισμό αντιμετώπισης για τη μείωση της πολυπλοκότητας. Η συστημική προσέγγιση είναι στραμμένη προς το να αυξάνει διαρκώς την ιδία πολυπλοκότητα των δρώντων συστημάτων (ατόμων, οικογενειών, φορέων), συνεπώς και τις δυνατότητες αντιμετώπισης των πολύπλοκων καταστάσεων της ζωής για όλους τους συμμετέχοντες. Η αύξηση της ιδίας πολυπλοκότητας μέσα από την ενίσχυση των αποθεμάτων σε δράστες και θύματα είναι μια κατεύθυνση πιο βοηθητική.

– Τα πάντα συμβαίνουν μέσα σε πλαίσιο. Το συναίσθημα, η σκέψη, η δράση των ανθρώπων συμβαίνει πάντα μέσα σε κάποιο πλαίσιο, το οποίο επηρεάζει την υποκειμενική νοηματοδότηση αυτού που συμβαίνει. Όταν μία συγκεκριμένη συμπεριφορά εμφανίζεται ως αδύνατη να την κατανοήσει κάποιος, να την συναισθανθεί, θα μπορούσε ενδεχομένως μία διευρυμένη αντίληψη του πλαισίου (διευρυμένη οικογένεια, βιογραφία, περιβάλλον, πολιτισμικό φόντο κτλ) να κάνει δυνατές καινούργιες σημασιοδοτήσεις και, συνεπώς, κατανόηση.

– Στη δυναμική της σχολικής βίας εμπλέκονται όλοι οι συμμετέχοντες, δηλ. συμβάλουν με τη δράση τους στις σχέσεις, στην παραγωγή, διατήρηση και επίλυση των προβλημάτων. Αυτό ισχύει τόσο για τους ενήλικες όσο και για τα παιδιά, αφού η εκάστοτε συμπεριφορά αποτελεί μέρος ενός υπό ορισμένες συνθήκες προβλέψιμου σχήματος συναλλαγών το οποίο μπορεί να ξεδιπλώσει μία ορισμένη δυναμική (η εμπλοκή δεν έχει ως προϋπόθεση ούτε τη συνειδητότητα ούτε την πρόθεση).

– Από την  παραπάνω εμπλοκή όμως όλων των συμμετεχόντων δεν συνάγεται ότι όλοι επηρεάζουν τα συμβαίνοντα στο σύστημα με την ίδια ένταση ή εξουσία. Τα κοινωνικά συστήματα χαρακτηρίζονται από θεμελιώδεις ασυμμετρίες στη σχέση των μελών του συστήματος. Από τη διαφορετική θέση των συμμετεχόντων προκύπτουν ειδικές προσδοκίες του ενός από τον άλλον σε σχέση με ικανοποίηση συγκεκριμένων αναγκών για προστασία, φροντίδα, προσοχή, υποταγή, συνεργασία κλπ.

– Η θεωρία των αυτοποιητικών συστημάτων (Maturana, Varela) και ο κονστρουκτιβισμός έχουν παρουσιάσει πειστικά ότι οι οργανισμοί ή και τα άτομα είναι, οντολογικά ιδωμένο με βάση την βιολογική και νευρολογική τους οργάνωση, αυτόνομα, δηλαδή καθορίζονται μόνο από τη δική τους εσωτερική κατάσταση, όχι από το περιβάλλον τους, το οποίο πάντοτε μόνον ερεθίσματα ή διαταράξεις για την αλλαγή της κατάστασης προσφέρει. Από οντολογική άποψη, δεν μπορεί ένας άνθρωπος να «διαπαιδαγωγηθεί» από άλλους με την έννοια της καθοδηγητικής επικοινωνίας, να οδηγηθεί κάπου, δηλαδή να καθοριστεί έξωθεν. Αν κάτι τέτοιο θα ήταν εφικτό η Παιδαγωγική, η επίσημη αλλά και η άτυπη Εκπαίδευση θα ήταν πολύ εύκολη διαδικασία.

–  Σε οριοθέτηση απέναντι στην έννοια της ενοχής μπορούμε να τοποθετήσουμε την έννοια της ευθύνης. Η ευθύνη μπορεί να αξιοποιηθεί ως αναφορά στο μέλλον και με προσανατολισμό στα αποθέματα.

Ο στόχος κάθε θεραπευτικής (συστημικής) παρέμβασης είναι ο μετασχηματισμός. Ο μετασχηματισμός των ιστοριών που μας φέρουν οι πελάτες μας σε άλλες πιο δημιουργικές αφηγήσεις. Αφηγήσεις που να δίνουν έμφαση στις δυνατότητες, παρά στις ελλείψεις, στις εφεδρείες παρά στις παθολογίες. Στο σύστημα παρά στο άτομο. Ο στόχος θα είναι από την κοινωνική κατασκευή της βίας ως διαταραχή να περάσουμε στην κοινωνική κατασκευή νέων δυνατοτήτων για το εμπλεκόμενο σύστημα.  Το να δει κανείς τη θεραπεία ως κοινωνική κατασκευή (McNamee) σημαίνει να ωθήσει τη συνομιλία προς τελείως διαφορετικές κατευθύνσεις. Θα μπορούσαν πελάτης και θεραπευτής να κερδίσουν εγκαινιάζοντας μία συνομιλία πάνω σε αυτά που είναι πολύτιμες και αξιόπιστες εφεδρείες για τη δράση του πελάτη; Ποιες ιστορίες μπορούν να ειπωθούν που να αποσαφηνίζουν αυτές τις πολύτιμες εφεδρείες; Αν ο πελάτης έπρεπε να φανταστεί ότι ήταν σε θέση να αντλήσει από αυτές τις εφεδρείες κατά βούληση, ποιες θα ήταν οι δραστηριότητες στις οποίες θα μπορούσε να μην εμπλέκεται; Σε ποιες νέες δραστηριότητες θα μπορούσε να προσκαλέσει άλλους για να τις συν-κατασκευάσουν; Σε αυτές τις συνομιλίες για τις εφεδρείες η διάγνωση χάνει τη δύναμή της. Αν μπορώ να μιλήσω με σένα και με άλλους για αυτές τις δυνατότητές μου, ίσως να μην χρειάζεται πλέον να εστιάζω την προσοχή μου στα ελλείμματά μου. Ή πιθανότερα, μία συζήτηση για τις σχεσιακές εφεδρείες που έχω ήδη κατασκευάσει επιτυχώς με άλλους, μπορεί να με εμπνεύσει ότι αυτές θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εποικοδομητικά στις σχέσεις όπου έχουν προκύψει τα εν λόγω προβλήματα.

Retzer: Στη Θέση του Μοντερνισμού (=Λογική, Ορθολογισμός, Αλήθεια, Τάξη, Κανονικότητα) ο Μεταμοντερνισμός αντι-Θέτει την «τυχαιότητα», δηλαδή την επιμονή ότι όλα θα μπορούσαν να είναι και διαφορετικά. Ο φιλόσοφος Richard Rorty  αναπτύσσει στη βάση αυτής της θεμελιώδους επίγνωσης της τυχαιότητας, τη θέση της «ειρωνείας». Μία θέση που τρέφει ριζοσπαστικά και αδιάκοπα αμφιβολίες για το δικό της λεξιλόγιο, το γλωσσικό οικοδόμημα της βεβαιότητας. Οι άνθρωποι από τη στάση της ειρωνείας «δεν είναι ποτέ σε θέση να πάρουν τον εαυτό τους στα σοβαρά, αφού έχουν πάντοτε συνείδηση ότι οι έννοιες με τις οποίες περιγράφουν τον εαυτό τους υπόκεινται σε αλλαγές. Έχουν πάντα συνείδηση της τυχαιότητας και της αβεβαιότητας των τελικών του λεξιλογίων, δηλαδή και της ίδιας τους της σκέψης».

Στον τομέα της θεραπείας, παρόμοιες συνέπειες έχει η θεωρία της Ασέβειας (Cecchin). Μέσα από την Ασέβεια απέναντι σε κάθε ιδέα που δηλώνεται ως αλήθεια εξασφαλίζεται ο χώρος ελευθερίας. Η στάση της Ασέβειας απέναντι σε κάθε αλήθεια μπορεί να οδηγήσει σε δράσεις γεμάτες νόημα θεραπευτικά και αποτελεσματικές.

Με την προϋπόθεση ότι, εκτός της δυνατότητας να αναπτύξουμε σεβασμό απέναντι στους ανθρώπους αναπτύσσοντας ασέβεια απέναντι σε ιδέες, περιγραφές, αξιολογήσεις και εξηγήσεις, η ασέβεια πρέπει να συμπεριλαμβάνει και τον ασεβή περιγράφοντα…..

Μια τέτοια στάση, της τυχαιότητας, της ειρωνείας, της ασέβειας θα μπορούσε να είναι για το σύστημα πηγή έμπνευσης, δημιουργικότητας και αυτονομίας.

Διότι, όπως λέει και ο Samuel Buttler, «Υπάρχει μόνο μία βεβαιότητα, ότι δεν μπορεί να υπάρχει καμία βεβαιότητα. Και γι΄αυτό δεν μπορεί να υπάρξει ούτε η βεβαιότητα ότι δεν μπορεί να υπάρξει καμία βεβαιότητα»

Στο σχολείο, απ΄ όπου και το παράδειγμά μας, οι άνθρωποι που ασχολήθηκαν με το πρόβλημα του bullying υιοθέτησαν τη στάση της αμφισβήτησης των θεωριών, των διαγνώσεων και της βεβαιότητας. Οργάνωσαν συναντήσεις ομαδικές και διαπροσωπικές όπου συζήτησαν τις δυνατότητες όλων των συμμετεχόντων στο σύστημα χωρίς  ενοχές και ετικέτες. Πρόσφεραν διεξόδους δράσης και ανάληψης ρόλων σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και αποδέχτηκαν τη βία ως κάτι που συμβαίνει.

Το πρόβλημα του bullying που τυραννούσε το σχολείο τους ενάμισι χρόνο εξαφανίστηκε σε 3 εβδομάδες.

Βιβλιογραφία:

– Olweus Dan, «Εκφοβισμός και βία στο σχολείο. Τι γνωρίζουμε και τι μπορούμε να κάνουμε», ΕΨΥΠΕ, 2009

– McNamee, S. The Social Construction of Disorder. From Pathology to Potential, Draft for J.D. Raskin and S.K. Bridges (Eds.) (2002). Studies in Meaning: Exploring Constructivist Psychology. New York. Pace University Press. (Μετάφραση: Γιάννα Καρανικολάου. Επιμ. Φ. Τριανταφύλλου).

– Retzer Arnold. Η βία της μονοσημίας – Η πολυσημία της βίας. Για τη σχέση έρωτα, λογικής και βίας. Familiendynamik 3/1993. Heidelberg (Μετάφραση Τ. Ζήσης)

– Τ. Ζήσης, Εργαστήρι για το Τραύμα. Προσωπικές Σημειώσεις, Θεσσαλονίκη 2010.

Η σχέση του ζευγαριού και η επίδρασή της στα παιδιά.

Σχέση

Η διάλεξη πραγματοποιήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 2010, στη Δεσκάτη Γρεβενών στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Κέντρου Πρόληψης Νομού Γρεβενών.

Στο κείμενο διατηρήθηκε αυτούσιος ο προφορικός του λόγος.

του Σταύρου Γκουγκουσκίδη

————————————————

Υποθέτω ότι αυτό που θέλουν να επιτύχουν οι διοργανωτές αυτής της εκδήλωσης είναι να τοποθετήσουν το ζευγάρι στο κέντρο της οικογένειας με έναν τέτοιο τρόπο ώστε να είναι βοηθητικό και για τα παιδιά. Αυτός είναι –μάλλον- και ο δικός μου στόχος. Να προσπαθήσω να σας μεταφέρω τις απόψεις μου για την θέση που πρέπει να έχει η σχέση του ζευγαριού στην οικογένεια. Αυτή η θέση είναι το κέντρο.

Συχνά ακούω να λένε οι γονείς ότι όλα τα κάνουμε πλέον για τα παιδιά. Δεν δίνουμε καμία σημασία στον εαυτό μας διότι μας ενδιαφέρουν πρωτίστως τα παιδιά μας και μετά ο εαυτός μας.  Και εγώ τους ρωτώ: και ο σύντροφός σας σε ποια θέση του ενδιαφέροντός σας είναι; Στην καλύτερη περίπτωση τρίτος…αν μάλιστα υπάρχουν περισσότερα από ένα παιδιά…τον τοποθετούν στην γαλαρία! Και η επόμενη ερώτησή μου είναι: και η σχέση σας με τον σύντροφό σας; Αυτή σε ποια θέση είναι; – Μάλλον έξω από το λεωφορείο! Την αφήσαμε στην αφετηρία του ταξιδιού! Αυτά είναι πολυτέλειες. ..

Πολλά ζευγάρια στις μέρες μας παραμελούν τη σχέση τους, παραμελούν τον σύντροφό τους διότι δεν έχουν χρόνο, δεν προλαβαίνουν ή δεν έχει πια σημασία γι’ αυτούς, καθώς η ανατροφή των παιδιών είναι η πρώτη  προτεραιότητα. Πρώτα απ’ όλα όμως μέσα από αυτή τη στάση και αυτές τις επιλογές παραμελούν τον ίδιο τους τον εαυτό. Ή τουλάχιστον ένα μέρος του.

Σε επίπεδο ψυχικής οργάνωσης μπορούμε να αναφερθούμε σε δύο μεγάλα, βασικά και θεμελιώδη κομμάτια του εαυτού του ανθρώπου. 1ον : Τον εαυτό των αναγκών και 2ον : τον εαυτό των επιδόσεων.

Ο πρώτος (των αναγκών) είναι αυτός που παραμελείται στο σχήμα που περιέγραψα παραπάνω. Η ανάγκη για ερωτισμό, για συντροφικότητα, για τρυφερότητα, για αγάπη, για έρωτα, για σεξ, για αγκαλιά Επίσης, η απόλαυση, οι πόθοι, το φαγητό, η διασκέδαση, η ψυχαγωγία, η χαλάρωση. Συχνά αναφερόμαστε σε αυτόν ως «το παιδί που έχουμε όλοι μέσα μας».

Ο δεύτερος, (των επιδόσεων) είναι αυτός που ασχολείται με τις επιδόσεις, τα επιτεύγματα, την ηθική, τις κατακτήσεις, τις επιτυχίες, το σωστό. Αυτός ο εαυτός έχει προτεραιότητα. Η κοινωνία όλη είναι προσανατολισμένη σε αυτόν. Αυτός έχει αξία.

Η λύση στο πρόβλημα ακούγεται απλή. Η ισορροπία ανάμεσα στους δύο. Η ικανοποίηση και των δύο σε ίσο βαθμό. Η αποδοχή των αναγκών και των δύο και η αφιέρωση χρόνου και ενέργειας και στους δύο ισότιμα. Όσο εύκολα λέγεται και ακούγεται όμως τόσο δύσκολο είναι να εφαρμοστεί.

Τι είναι η σχέση του ζευγαριού; Με τι μοιάζει;

Συζητώντας για την σχέση ενός ζευγαριού ήδη εμένα μου έρχεται στο μυαλό ότι συζητάμε για κάτι τρίτο. Για κάτι που είναι πέρα από τον έναν ή τον άλλον σύντροφο. Κάτι που δημιουργείται με την ένωση και την συμφωνία δύο ανθρώπων, αλλά από τη στιγμή που θα δημιουργηθεί και μετά είναι μόνο του, αυτόνομο, τρίτο, ανεξάρτητο. Αυτό το υπονοεί και ο τίτλος της σημερινής εκδήλωσης. «Η σχέση του ζευγαριού και η επίδρασή της στα παιδιά». Θα μπορούσαμε να πούμε ίσως ότι η σχέση ενός ζευγαριού είναι ένα πλάσμα. Έχει δική του ύπαρξη, δική του ζωή, δικές του ανάγκες, δικές του επιθυμίες. Είναι κάτι που γεννιέται, ωριμάζει, τρέφεται, καρποφορεί, δηλητηριάζεται, κάνει τον κύκλο του, πεθαίνει, ανασταίνεται κτλ. Τα ρήματα που χρησιμοποιώ, και είναι αυτά που χρησιμοποιούν οι περισσότεροι άνθρωποι όταν περιγράφουν τη σχέση τους, δείχνουν αυτό που υποστηρίζω. Την ύπαρξη της σχέσης ως τρίτου προσώπου.

Θα ήθελα τώρα να ζητήσω από εσάς να σκεφτείτε τη δική σας σχέση. Να την φανταστείτε ως ένα τρίτο πρόσωπο, ένα τρίτο πλάσμα, έναν ον έξω από εσάς και να την περιγράψετε. Φανταστείτε λοιπόν… Αν η σχέση σας με τον σύζυγο, τον σύντροφό σας ήταν ένα πλάσμα, ένα ον, τι πλάσμα θα ήταν…τι μορφή θα είχε… Γράψτε οτιδήποτε σας ήρθε πρώτο… Αυτό είναι πιο κοντά σε αυτό που έχετε στην ψυχή σας…πριν παρέμβει ο νους.

Θα μπορούσατε ας πούμε να φανταστείτε τι μορφή έχει…πόσο μεγάλο είναι…αν είναι ψηλό ή κοντό…αν έχει χρώμα…τι χρώμα έχει…αν μυρίζει…τι άρωμα αναδύει…αν έχει γεύση…τι γεύση έχει…υφή…ή τι ακούγεται αν το πλησιάσει κάποιος… Φανταστείτε το ως κάτι ζωντανό.. Τι λέτε…;

Ποια είναι η επίδραση της σχέσης του ζευγαριού στα παιδιά; Με ποιον τρόπο επηρεάζει τα παιδιά;

Τα παιδιά (τουλάχιστον τα περισσότερα) μεγαλώνουν μέσα σε οικογένεια. Καθώς μεγαλώνουν διαμορφώνουν αυτό που ονομάζουμε «εαυτό», «προσωπικότητα». Προσωπικότητα είναι το σύνολο των συμπεριφορών, στάσεων, απόψεων, πεποιθήσεων, συναισθημάτων που χαρακτηρίζουν έναν άνθρωπο και τον κάνουν να ξεχωρίζει από τους άλλους.

Ο τρόπος που τα παιδιά μαθαίνουν, που διαμορφώνουν την προσωπικότητά τους, που επιλέγουν τις συμπεριφορές τους είναι ένας και μοναδικός: τα πρότυπα. Η Μίμηση. Η ταύτιση. Όχι η διδαχή, όχι η διδασκαλία με τον παραδοσιακό τρόπο, αλλά η μίμηση. Και στην πράξη, η βιωματική μάθηση. Αυτό το έχει αντιληφθεί και η σύγχρονη παιδαγωγική ακόμα και στα ελληνικά σχολεία και –αν έχετε προσέξει- έχει προσανατολίσει πλέον τις μεθόδους της στα ελληνικά σχολεία προς αυτή την κατεύθυνση. Τα παιδιά λοιπόν αποκωδικοποιούν τα μηνύματα που λαμβάνουν από τους γύρω τους, από τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής τους, από αυτούς που οι ίδιοι επιλέγουν ως σημαντικούς και μιμούνται, τα χρησιμοποιούν ως πρότυπα που καθορίζουν τις δικές τους επιλογές.

Μιμούνται τον παππού, μιμούνται τη γιαγιά, μιμούνται θείους και άλλους στενούς συγγενείς, μιμούνται πρότυπα έξω από την οικογένεια –συνομηλίκους και άλλους- αλλά κυρίως μιμούνται και ταυτίζονται με τους γονείς τους.

Ο Αϊνστάιν είπε: «Δεν υπάρχει πιο λογική διαπαιδαγώγηση από το να είσαι παράδειγμα και αν δεν γίνεται  αλλιώς έστω και πρότυπο αποφυγής». Οι γονείς είναι για τα παιδιά ζωντανό παράδειγμα. Κατά κανόνα υιοθετούν τη συμπεριφορά τους. Τα παιδιά μας δείχνουν σαν καθρέφτης πως αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας και τους άλλους.«Δες τα παιδιά σου σαν καθρέφτη και δες αν σου αρέσει. Αν δεν σου αρέσει άλλαξε το με το να αλλάξεις εσύ προς τον επιθυμητό τρόπο».

Αυτό πιο εύκολα λέγεται παρά γίνεται και γι’ αυτό όταν οι γονείς κάνουν κάποια αλλαγή, είναι άξιο εκτίμησης. Είναι εφικτό.

Αυτή είναι η βασική αρχή: Το καθήκον του γονιού είναι να είναι καλό παράδειγμα. Αυτή είναι η πιο βασική συμβουλή διαπαιδαγώγησης. Τα παιδιά κάνουν αυτό που είδαν στο ζωντανό παράδειγμα και κυρίως όταν έχει καλή επίδραση πάνω τους.(Αν έχει κακή επίδραση πάνω τους με λιγότερη πιθανότητα θα την υιοθετήσουν κάνοντας το ακριβώς αντίθετο. Αυτό είναι πιο δύσκολο).

Τα παιδιά επιδεικνύουν εκπληκτική αφοσίωση στους γονείς με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Έχουν μια ακραία και ισχυρή τάση να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των γονιών για λόγους αφοσίωσης. Αν οι γονείς περιμένουν από τα παιδιά τους ότι θα τα βγάλουν πέρα στη ζωή κατά κανόνα αυτό θα κάνουν. Αν περιμένουν το αντίθετο τότε θα εκπληρώσουν την  τρομακτική προσδοκία επιδεικνύοντας αυτοθυσία. Η δεύτερη πιο βασική αρχή διαπαιδαγώγησης είναι να καλέσουμε τους γονείς να εξετάσουν τις προσδοκίες τους.

Αν λοιπόν όλα αυτά ισχύουν…τι θα μπορούσαν να μάθουν τα παιδιά από αυτό το τρίτο πλάσμα μέσα στην οικογένεια; Πώς θα μπορούσε να τους επηρεάσει στη ζωή τους; Τι θα μπορούσαν να μάθουν τα παιδιά από τη σχέση των γονιών τους;  Ενδεικτικές απαντήσεις…:

Η σχέση του ζευγαριού λειτουργεί:

  • Ως πρότυπο για τα παιδιά και τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να λειτουργήσουν τα ίδια αργότερα στη ζωή τους με τους συντρόφους τους και την οικογένειά τους. Συχνά λένε, οι γυναίκες στα αγόριά τους συνήθως, «δεν θέλω αργότερα να με κατηγορεί η γυναίκα σου». Τι σημαίνει αυτό;
  • Καθώς μεγαλώνουμε όλο και πιο πολύ απευθυνόμαστε στην οικογένειά προέλευσής μας για να αντλήσουμε πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργήσουμε ως ζευγάρι.
  • Για τον τρόπο που θα λειτουργήσουμε ως γονείς στα δικά μας παιδιά
  • Για τον αν θα επιλέξουμε να κάνουμε οικογένεια ή όχι.
  • Μέσα από τη σχέση των γονιών το παιδί μαθαίνει την έκφραση συναισθημάτων
  • – τη δημιουργία μακροχρόνιων δεσμών
  • – την διαχείριση συγκρούσεων και την επίλυσή τους
  • – την από κοινού διαχείριση της καθημερινότητας
  • – τη στήριξη, την αλληλοϋποστήριξη, την συντροφικότητα, την αλληλεγγύηo τη σχέση μεταξύ των δύο φύλων και την διαφορετικότητα

Η σχέση του ζευγαριού με το παιδί (ή τα παιδιά) είναι πάντα μία εξωσυζυγική σχέση. Όχι μία ενδο-συζυγική. Είναι μία σχέση έξω από το ζευγάρι.  Το παιδί (ή τα παιδιά) είναι τα τρίτα πρόσωπα στη σχέση του ζευγαριού. Είναι μία σχέση που έχει ο καθένας (πατέρας) και η κάθε μία (μητέρα) εκτός από τη σχέση του με τον σύντροφό του. Και έτσι πρέπει κανείς να την θεωρεί και να την αντιμετωπίζει. Άλλο το ζευγάρι, άλλο η οικογένεια και άλλο η σχέση των γονιών με τα παιδιά τους.

Τα παιδιά το ξέρουν ή καλύτερα το νιώθουν ότι η σχέση σας μαζί τους είναι εξωσυζυγική και προσπαθούν να μπουν ανάμεσα στο ζευγάρι. Όπως κάθε εξωσυζυγική σχέση που σέβεται τον εαυτό της… Μπαίνει στο κρεβάτι ανάμεσα στο ζευγάρι, αγκαλιάζει επιδεικτικά τον έναν γονιό, προσπαθεί να κατακτήσει τον έναν (ίσως τον κάθε έναν κάθε φορά), προσπαθεί να διασπάσει τη σχέση των δύο (όχι να τη διαλύσει, να την διασπάσει).  Την διάλυση της σχέσης του «επίσημου» ζευγαριού τις περισσότερες φορές δεν την θέλει ούτε η «κανονική» εξωσυζυγική σχέση, αντίθετα με ό,τι λέγεται συνήθως…

Πώς μπορείτε να βοηθήσετε τη σχέση σας.

Η σχέση ενός ζευγαριού περιέχει δύο κομμάτια. Το ερωτικό και το συντροφικό. Τις ερωτικές σχέσεις και τις συντροφικές σχέσεις. Και οι δύο είναι αναγκαίες. Και οι δύο συνυπάρχουν.  Η μία χρειάζεται την άλλη. Οι ερωτικές και οι συντροφικές σχέσεις είναι ο πιο ισχυρός δεσμός. Είναι πιο ισχυρές από κάθε σχέσεις γιατί δεν είναι αναγκαίες, δηλ μπορεί κάποιος να ζήσει και χωρίς αυτές. Σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τις σχέσεις των μικρών παιδιών με τους γονείς τους.

Τα παιδιά δεν μπορούν να μεγαλώσουν χωρίς γονείς, χωρίς γονεϊκό σύστημα. Ακόμα και τα παιδιά που για κάποιο λόγο χάνουν τους γονείς τους φροντίζουμε να αντικαταστήσουμε το γονεϊκό σύστημα με ένα υποκατάστατο. Κάποιοι θείοι, πατριοί, μητριές, ιδρύματα, ανάδοχες οικογένειες. Τα παιδιά έχουν ανάγκη τη σχέση με γονείς για να μεγαλώσουν. Οι ερωτικές και συντροφικές σχέσεις λοιπόν είναι σχέσεις επιλογής και με αυτόν τον τρόπο και οι πιο ισχυρές. Μπορεί κάποιος να ζήσει όλη τη ζωή του χωρίς να κάνει καμία ερωτική ή συντροφική σχέση. Επίσης, μπορεί να κάνει παιδιά χωρίς σχέση ή μπορεί ακόμα και αν κάνει παιδιά να χωρίσει και πάλι να συνεχίσει να ζει κανονικά χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα.    Για αυτό τον λόγο κυρίως, τα πάντα πρέπει να εξηγούνται στις σχέσεις. Δηλαδή να έχουν λόγο που συμβαίνουν.

Ο έρωτας:

  • όταν αγοράζεται, πεθαίνει
  • όταν κάποιος προσπαθεί να πάρει εγγυήσεις και ασφάλεια, αμέσως πεθαίνει§ δεν είναι αναγκαίος. Δηλαδή μπορεί κάποιος να ζήσει και χωρίς αυτόν.

Η συντροφική σχέση:

Μπορεί να τα βγάλει πέρα και χωρίς έρωτα. Εκεί προσπαθεί κανείς να παράξει ασφάλεια, να μειώσει το ρίσκο υπογράφοντας συμβόλαια.

Ο έρωτας δίνεται τη στιγμή που κάποιος δίνεται και μάλιστα  άνευ όρων! Η συντροφική σχέση είναι υπό όρους!
Το δυναμικό μίας σχέσης ενός ζευγαριού βρίσκεται στην ερωτική του ιστορία, στην περίοδο που γνωρίστηκε το ζευγάρι και αποφάσισε ο ένας για τον άλλον.
Το δυναμικό μιας σχέσης βρίσκεται στην περίοδο που δεν υπήρχαν αιτήματα.

Πρακτική συμβουλή: να μιλάνε τα ζευγάρια για την περίοδο της γνωριμίας τους. Με αυτό τον τρόπο κρατάνε επαφή με το κομμάτι του δυναμικού της σχέσης.

 

Για να έχω μία σχέση ζευγαριού πρέπει να κάνω πράγματα για να τη διατηρώ. Κάθε στιγμή αποφασίζω για το αν θα μείνω με τον σύντροφό μου. Η διατήρηση μιας σχέσης δεν είναι αποτέλεσμα της αδράνειας. Αλλά απόφαση. Δεν είμαι με κάποιον σήμερα επειδή αποφάσισα να είμαι μαζί του πριν από κάποιο χρονικό διάστημα αλλά επειδή το αποφασίζω σήμερα και κάθε μέρα.

Οι σχέσεις των ζευγαριών χρειάζονται εξηγήσεις. Λόγους. Για ποιο λόγο αποφασίζω θετικά κάθε στιγμή να παραμείνω στη σχέση. Τίποτα δεν είναι δεδομένο στις σχέσεις, ερωτικές ή συντροφικές, διότι αυτές οι σχέσεις δεν είναι αναγκαίες. Άρα κάθε στιγμή παίρνω την απόφαση να μείνω. Εκεί χρειάζονται εξηγήσεις. «γιατί μένω;» όλοι οι λόγοι μετράνε. Οι λόγοι είναι οι συνήγοροι της σχέσης. Τη σχέση δεν τη διαταράσσουν αυτά που δεν έχει αλλά όταν αυτά που έχει είναι λίγα και δεν την αντέχουν.

 

Η σχέση του ζευγαριού είναι ένα τρίτο πρόσωπο. Δείτε την έτσι. Δείτε τη σχέση σας σαν ένα τρίτο πρόσωπο. Εγώ, εσύ και η σχέση μας. Τρίγωνο.

– αν υποθέσουμε ότι η σχέση σας είναι ένα ιδιαίτερο πλάσμα, τρίτο, πώς θα ήταν; – Πώς θα έπρεπε να είναι;- Τι θα μπορούσε ο καθένας να κάνει γι’ αυτό, ώστε να αλλάξει προς την κατεύθυνση αυτού που θα έπρεπε να είναι; – Αν θα έπρεπε να δώσετε μία δυναμωτική τροφή στην σχέση σας, τι θα της δίνατε;- Τι θα χρειαζόταν η σχέση σας για να μπορέσει να ανθίσει;- Αν την ρωτούσατε πως εκτιμά τη σχέση σας μεταξύ των δύο τι θα σας υποδείκνυε, τι θα συνιστούσε ώστε να αντιμετωπίζετε καλύτερα ο ένας τον άλλον;- Πώς θα μπορούσατε να συμβάλετε ώστε η σχέση σας να πει: «Ευχαριστώ που μου το έδωσες αυτό.»- …

…και αφήστε τον εαυτό σας να εκπλαγεί από τις απαντήσεις και από όσα θα ακολουθήσουν…

Η ερωτική σχέση υπακούει στην πλεονασματική λογική. Η συντροφική σχέση υπακούει στον κανόνα των ανταλλαγμάτων.
Η λογική της αγάπης είναι πλεονασματική, πληθωριστική. Πώς λοιπόν μπορεί να ενεργοποιηθεί η πλεονασματική λογική; Αυτό γίνεται ανατρέχοντας στην νεανική μας απερισκεψία και αναζητώντας τρόπους που εκφράζαμε τον έρωτά μας στον αγαπημένο μας.

Χωρισμός και Διαζύγιο

Τι γίνεται όμως όταν η σχέση δεν πάει καλά; Όταν υπάρχουν συγκρούσεις; Όταν έρχεται το διαζύγιο; Η κρίση στις ερωτικές σχέσεις είναι δοκιμές μήπως υπάρχουν ακόμα κάποιες δυνατότητες γι’ αυτούς τους δύο. Οι εξωσυζυγικές σχέσεις αποτελούν λύση. Η πιο συχνή «εξωσυζυγική» σχέση είναι κάποιου με τα παιδιά του. Πρέπει να είναι εξωσυζυγική. Ποτέ συζυγική. Πρέπει να υπάρχει διάκριση της συζυγικής σχέσης από τη σχέση με τα παιδιά. Τα παιδιά δεν είναι κακό να παραβρίσκονται στις συγκρούσεις των γονιών αρκεί να είναι ξεκάθαρο ότι η σύγκρουση αφορά το ζευγάρι και όχι τα παιδιά. Τα περισσότερα παιδιά, δυστυχώς, νιώθουν ότι συμμετέχουν στο γάμο των γονιών τους. Το ζητούμενο είναι η απόσταση. «Παιδί μου αυτό που συμβαίνει μεταξύ της μαμάς και του μπαμπά δεν σε αφορά. Είναι δικό μας».

Συγκρούσεις στο ζευγάρι.

Οι γονείς πρέπει να είναι ορατοί ως πρότυπα που οργίζονται, θλίβονται, χάνουν τη υπομονή τους, αρρωσταίνουν, είναι τρυφερά. Τα παιδιά που δεν μπορούν να έχουν εμπειρία από το θυμό των γονιών τους δεν μπορούν να έχουν την εμπειρία ότι η αγάπη των γονιών τους είναι γνήσια. Οι ψυχολόγοι προτείνουν να μην συγκρατούν πολύ οι γονείς τα συναισθήματά τους. Η ανακάλυψη από το παιδί ότι η ιδιοσυγκρασία της μητέρας ταυτίζεται με την ίδια (ότι έτσι είναι η μαμά) γλιτώνει το παιδί από το εφιαλτικό άγχος ότι είναι πολύ κακός άνθρωπος επειδή σκέφτεται άσχημα για έναν άλλο άνθρωπο.

Χωρισμός:

«σου  επιτρέπω να κρατήσεις τα δώρα μου κι εγώ θα κρατήσω τα δώρα που μου χάρισες. Και για ό,τι πήγε στραβά αναλαμβάνω το δικό μου μερίδιο της ευθύνης».

Στο χωρισμό το μεγάλο θέμα είναι το θέμα της απότισης τιμής στον πρώην σύντροφο, στον εαυτό μου και στην απόφασή μου να ζήσω μαζί του. Υποτιμώντας δεν χωρίζεις. Η υποτίμηση είναι διαδικασία μη χωρισμού. Τα κακά αισθήματα για τον πρώην σύζυγο είναι ένδειξη συνέχισης της σχέσης.

Ο χωρισμός σε ένα τέτοιο πλαίσιο μειώνει δραματικά τον κίνδυνο εμφάνισης προβλημάτων στα παιδιά, προβλημάτων που πηγάζουν από ένα επίπονο –έτσι κι αλλιώς- διαζύγιο. Η απότιση τιμής στον έως τότε σύντροφο και –κυρίως- στη σχέση (ως τρίτο πρόσωπο) που δεν ζει πια με την οικογένεια, βοηθά τα παιδιά να συνεχίζουν να έχουν γονείς, να συνεχίσουν να διατηρούν καλές επαφές και με τους δύο.

Τελικά: ευτυχισμένοι γονείς κάνουν ευτυχισμένα παιδιά…ευτυχισμένοι γονείς δεν είναι απαραίτητα οι γονείς μέσα στον γάμο…

Συναισθηματική και σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών.

Abuse

Προφορική Παρουσίαση:

Σταύρος Γκουγκουσκίδης,Ψυχολόγος

Το εργαστήρι πραγματοποιήθηκε στην διημερίδα με θέμα: «Με κρίση σε κρίση. Ανθρώπινα συστήματα σε δύσκολους καιρούς» που διοργάνωσε η Συστημική Εταιρεία Βορείου Ελλάδος στις 16 – 17 Οκτωβρίου 2010 στη Θεσσαλονίκη.

(σημείωση:  το παρακάτω κείμενο έχει συνταχθεί σε προφορικό λόγο. Στην μεταφορά του σε γραπτό κείμενο επέλεξα να διατηρήσω το ύφος με το οποίο προετοιμάστηκε και παρουσιάστηκε η εισήγηση. Επίσης, από το κείμενο έχουν αφαιρεθεί λεπτομέρειες και περιεχόμενα σε σχέση με την προφορική παρουσίαση) .

—————————————————

1.  «Στο μέρος όπου μένω, υπάρχει ένας λοφίσκος. Βουνό των αλόγων τον λέει ο κόσμος εδώ, μόλο που χρόνια τώρα άλογα δε βόσκουν πια εκεί. Ένας μοναχικός χορταριασμένος δρόμος οδηγεί ως επάνω. Σπάνια ξεστρατίζει άνθρωπος ίσαμε εδώ. Απ’ το ψήλωμα βλέπει κανείς ως πέρα μακριά την πεδιάδα. Τη διατρέχει ένα δίκτυο από δρόμους και δρομάκια και πάνω τους, σαν τα μυρμήγκια, κινούνται άνθρωποι μέσα στα αυτοκίνητά τους, πάνω σε ποδήλατα ή πεζοί. Βιαστικοί τρέχουν απ’ τα γύρω χωριά στην πόλη και πάλι πίσω στα χωριά. Μέσα από δρόμους κι ατραπούς διασχίζουν χωράφια και δάση. Μείνετε λίγο μαζί μου εδώ πάνω. Γιατί είναι φορές που καταφέρνω εδώ σε τούτη τη θέση να σταματήσω το χρόνο. Κι όσο καλά το καταφέρνω τόσο πιο γρήγορα κυλάει ο χρόνος γι’ εκείνους εκεί κάτω. Μόνο όποιος μένει ήρεμος σε ένα μέρος βλέπει πώς κινούνται οι άλλοι, βλέπει προς τα πού πάνε ολοένα και τι ίχνη αφήνουν. Εκεί πέρα μέσα στο δάσος άνοιξε μια οικογενειακή ταβέρνα για τους εκδρομείς. Για δείτε πώς φαρδαίνει διαρκώς ο δρομάκος που έρχεται ως εκεί απ’ την πόλη, πώς οι φιδίσιες του γραμμές γίνονται όλο και πιο ίσιες. Έγινε κιόλας δρόμος και καταφθάνουν και τα πρώτα αυτοκίνητα. Ή πάλι εκεί κοντά στην πόλη, εκεί χτίζεται ένα εργοστάσιο: ο κακοτράχαλος αγροτικός δρόμος που οδηγεί ως εκεί ισοπεδώνεται και να που ασφαλτοστρώθηκε κιόλας, φαρδύς, με τέσσερις λωρίδες. Ένας δρόμος που πρώτα ήθελε κανείς μία ώρα να τον περπατήσει. Έγινε τώρα απόσταση δέκα λεπτών. Κάτω στο ποτάμι το πορθμείο ανέστειλε τα δρομολόγιά του. Χτίστηκε μία γέφυρα λίγο πιο πάνω. Το παλιό στέκι του πορθμέα ερήμωσε κι ο δρόμος προς τα εκεί μένει αχρησιμοποίητος. Η άσφαλτος έχει σκάσει κιόλας τόπους τόπους. Οι πρώτοι θάμνοι αρχίζουν να φουντώνουν, σε λίγο ούτε που θα μπορεί πια κανείς να βρει το δρόμο…»

Διάλεξα αυτό το εισαγωγικό κομμάτι από το βιβλίο του Gerald Huther “Η Βιολογία του φόβου” εντυπωσιασμένος από την απλότητα με την οποία περιγράφει το θέμα του. Ο Gerald Huther αναφέρεται στο βιβλίο του στον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος (νευρωνικές συνάψεις και οι δρόμοι του) αντιδρούν στην χρήση ή  την εγκατάλειψη.

“Experience – dependent plasticity of neuronal networks” και εννοεί με αυτό το χαρακτηρισμό τη σταθεροποίηση ή και το μαρασμό των συνδέσεων μεταξύ των νευρικών κυττάρων μέσα στον εγκέφαλό μας, ανάλογα με τη χρήση. Το πώς έχουν εγκατασταθεί μέσα στον εγκέφαλό μας οι διασυνδέσεις μεταξύ  των νευρικών κυττάρων, οι οποίες καθορίζουν το πώς σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε και ενεργούμε, εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο τις χρησιμοποιούμε. Εξαρτάται δηλαδή από το τι κάνουμε με το μυαλό μας, τι σκεφτόμαστε συχνά, τι νιώθουμε συχνά, αν περνάμε, για παράδειγμα, καθημερινά τα βράδια μας μπροστά στην τηλεόραση ή αν, αντί γι’ αυτό, παίζουμε βιολί, αν διαβάζουμε πολύ ή είμαστε συνέχεια με τον υπολογιστή μας στο διαδίκτυο. Για κάθε μία από αυτές τις ασχολίες χρησιμοποιούμε τελείως διαφορετικές διασυνδέσεις ανάμεσα στα νευρικά κύτταρα του εγκεφάλου μας. Τα κύτταρα στον εγκέφαλό μας μπορεί να μην είναι σε θέση να διαιρεθούν μετά την ενδομήτρια ωρίμανση του εγκεφάλου, ήδη πριν από τη γέννηση, διατηρούν όμως εφ όρου ζωής την ικανότητα να αναδιοργανώνουν προσαρμοστικά τις νευρωνικές διασυνδέσεις τους (Experience – dependent plasticity)

Ο  Huther περιγράφει στο βιβλίο του το «Σύνδρομο Κεντρικής Προσαρμογής| (Huther , 1996) το οποίο είναι μία θεώρηση που προβαίνει σε επαναξιολόγηση των αιτιών και των συνεπειών του φόβου και του στρες. Καθιστά δυνατή την αποστασιοποίηση από τη μονόπλευρη στερεότυπη αντίληψη ως προς την κακοήθεια και την παθογένεια των ψυχικών φορτίσεων και εξηγεί τη σημασία που έχουν από βιολογικής πλευράς ο φόβος και το στρες στις διεργασίες αυτοοργάνωσης και προσαρμογής.

Αυτό που εγώ κρατάω από αυτό το βιβλίο είναι η δυνατότητα που υπάρχει να χαραχθούν νέοι δρόμοι και να εγκαταλειφθούν οι παλιοί, χωρίς αυτό κατ’ ανάγκη να θεωρηθεί καταπίεση, κρύψιμο, άρνηση, κατάλοιπο παιδικής ηλικίας ή παρελθόντος, απωθημένο.

Τα συναισθήματα και οι σκέψεις με τα οποία προσεγγίζουμε την παιδική κακοποίηση, τα συναισθήματα και οι σκέψεις με τα οποία οι εμπλεκόμενοι (θύματα – δράστες) προσεγγίζουν την παιδική κακοποίηση ανήκουν αποκλειστικά στο παρόν. «Το παρελθόν ποτέ δεν καθορίζει το παρόν. Και ο λόγος είναι ότι το παρελθόν έχει περάσει. Όταν υποφέρω από το παρελθόν, αυτό πάντα το κάνω στο παρόν. Διότι μόνο το παρόν καθορίζει την επίδραση που θα έχει το παρελθόν επάνω του.»  Οι νέοι δρόμοι τους οποίους σχεδιάζω, ανοίγω, ασφαλτοστρώνω και χρησιμοποιώ κάθε μέρα είναι διαδικασία που ανήκει στο παρόν, όχι στο παρελθόν. Το ποιον δρόμο θα πάρει κανείς, αν θα παρατήσει τον παλιό και θα τον αφήσει να χορταριάσει και αν θα χαράξει έναν καινούργιο, με νέες δυνατότητες, νέες προοπτικές και καλύτερη χρήση είναι η καθοριστική απόφαση στην αντιμετώπιση της παιδικής κακοποίησης για τους εμπλεκόμενους σε αυτήν.

2. Όποιος έχει εργαστεί με ανθρώπους (παιδιά ή ενήλικες) που εμπλέκονται στην παιδική κακοποίηση έχει κάνει την εμπειρία ότι, το πόσο μακροχρόνιες, επίπονες ή επιβαρυντικές θα είναι οι συνέπειες αυτής της εμπειρίας για τη ζωή του εξαρτάται ή καθορίζεται από το νόημα που θα δώσει ο ίδιος. Δεν υπάρχει καμία αντικειμενική καταμέτρηση των συνεπειών της κακοποίησης και καμία δυνατότητα πρόβλεψης ή και πρόγνωσης της πορείας της εξέλιξης του ενδεχόμενου ψυχικού πόνου του ατόμου.Η εμπειρία μας από τον κόσμο, λέει ο Κονστρουκτιβισμός (Marurana, G. Kelly, Ernst von Glasersfeld, Heinz von Foerster) εξαρτάται από την λειτουργία των αισθήσεών μας και ο τρόπος μας να βλέπουμε τον κόσμο εξαρτάται από το πώς η αισθητηριακή μας δομή έχει εξηγήσει στον εαυτό της τον κόσμο αλληλεπιδραστικά στην πορεία του χρόνου.

Ως λογική συνέπεια αυτής της άποψης μπορεί κανείς να πει ότι η πράξη της παρατήρησης αλλάζει το παρατηρούμενο. Δεδομένου ότι δεν μπορεί να υπάρξει μια αναγνωρίσιμη πραγματικότητα που να είναι ανεξάρτητη από την πράξη της παρατήρησης ζούμε σε μία εξαρτώμενη από τον παρατηρητή πραγματικότητα. Ούτε, όμως, η παρατήρηση, ούτε η γνώση απορροφάται παθητικά. Και εδώ ισχυρίζεται ο κονστρουκτιβισμός ότι στο «Βλέπω και Αναγνωρίζω» ανήκουν διαδικασίες κατασκευής –κατασκευής πραγματικοτήτων-, οι οποίες εξαρτώνται από το πώς αυτός που βλέπει και αναγνωρίζει έχει εξελιχθεί στην πορεία του χρόνου. Μια τέτοιου είδους εξέλιξη στα ανθρώπινα συστήματα εμπεριέχει μία πολύπλοκη επαναδρομική αλληλεπίδραση στην οποία δημιουργείται σημασία μέσω της γλώσσας. Καθώς η γλώσσα είναι που ποιεί νόημα…

Η κονστρουκτιβιστική θεραπεία επικεντρώνεται στη γλώσσα και τη σημασία. Η θεραπεία δεν είναι ούτε μία ανάθεση ούτε η διάθεση πληροφοριών, αλλά η δημιουργία εναλλακτικών ιστοριών και πραγματικοτήτων. Ο ρόλος του θεραπευτή είναι η διατάραξη μέσω των ερωτήσεων και των παρεμβάσεών του.

3. Όταν μιλάμε για σεξουαλική και συναισθηματική κακοποίηση των παιδιών περιγράφουμε τις καταστάσεις εκείνες όπου άνθρωποι παιδικής ηλικίας βρίσκονται αντιμέτωποι ή βιώνουν μία φορά ή/και κατ’ επανάληψη συνθήκες και συμπεριφορές υποτίμησης, χλευασμού,  βίας, παραβίασης ορίων, απώλειας ελέγχου.  Στις καταστάσεις αυτές, στις συνθήκες αυτές υπάρχει εξ αρχής ένας σαφής διαχωρισμός θέσης. Κάποιος υπερτερεί έναντι κάποιου άλλου. Κατά κανόνα συμβαίνει στην παιδική ηλικία και γίνεται από σωματικά υπέρτερους δράστες. Η συχνότητα είναι υπέρ των αντρών με θύματα  τα κορίτσια. Η κακοποίηση χρειάζεται και αυτόν που «υπερτερεί», αλλά και αυτόν που «υπολείπεται» ώστε να εγκατασταθεί μία σχέση κακοποίησης ή βίας.   Έχω μία σχετική εμπειρία στον χώρο της παιδικής κακοποίησης. Εδώ και 13 χρόνια συνεργάζομαι με φορείς που παρέχουν υπηρεσίες προστασίας,  υποστήριξης και ενδυνάμωσης παιδιών και νέων που έχουν στο ιστορικό τους ιστορίες κακοποίησης. Από φορέα υποστήριξης και ενδυνάμωσης νέων που προέρχονται από κακοποιητικά οικογενειακά ή κοινωνικά περιβάλλοντα μέχρι φορέα υποδοχής και προστασίας, ανατροφής και περίθαλψης παιδιών  που ήταν θύματα βίας ή κακοποίησης από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Η εμπειρία μου περικλείεται πολύ συνοπτικά στην έκφραση: επιμονή στο παρελθόν. Μία έμφαση σε παγιωμένες και καθορισμένες ετικέτες (που στην περίπτωση των παιδιών στα ιδρύματα πρόκειται για φωτεινές πινακίδες νέον πάνω από τα κεφάλια τους) και στη χρήση όρων άκαμπτων που δεν δίνουν τη δυνατότητα μιας διαφορετικής προσέγγισης. Η κυρίαρχη πολιτική στην παιδική κακοποίηση καθορίζεται από την αντίληψη ότι τα πρώιμα τραύματα επηρεάζουν καθοριστικά στην ανάπτυξη συμπτωματολογίας και ψυχοπαθολογίας. Επίσης, όσο πιο βαθιά πιο σοβαρά ή πιο σκληρά ήταν στα τραύματα τόσο πιο δύσκολη είναι η αντιμετώπισή τους.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η βασική θεραπευτική στάση και αντιμετώπιση, σε ψυχοθεραπευτική διαδικασία, που προτείνεται. Η στάση και η αντίληψη ότι κάποιος που έχει κακοποιηθεί κουβαλά μέσα του μια εμπειρία, ένα τραύμα, το οποίο τον σιγο-τρώει. Είτε το ξέρει είτε όχι. Και αργά ή γρήγορα πρέπει να λύσει αυτήν την ψυχική προβληματική με το να την αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο. Θέλει θάρρος, θέλει προετοιμασία, θέλει ένα ασφαλές πλαίσιο, μία καλή σχέση με έναν καλό θεραπευτή με πολύ σχετική εμπειρία και θέλει και μία απόφαση. Όλα αυτά (και άλλα ίσως) θα τον βοηθήσουν ώστε κάποια στιγμή να αντιπαρατεθεί με αυτό και να το νικήσει και/ή να το αποβάλει ή να το θεραπεύσει ή να κλείσει την πληγή. Η αναβίωση του τραύματος σε προστατευτικό πλαίσιο. Η λεγόμενη «επανορθωτική εμπειρία». Η πρόσκληση είναι η αναβίωση των συναισθημάτων χωρίς τους αμυντικούς μηχανισμούς (αποπροσωποποίηση κτλ) σε ένα ασφαλές πλαίσιο, αυτό της θεραπευτικής σχέσης. Τις περισσότερες φορές αυτό είναι κάτι που προτείνεται –συχνά και με μία σχετική πίεση- από τους θεραπευτές. Σε μία λογική: τώρα είναι η ευκαιρία σου, τώρα θα το ξεφορτωθείς. Αν μιλήσεις γι’ αυτό, αν το ξαναβιώσεις με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες και όσο το δυνατόν περισσότερη ομοιότητα, θα απελευθερωθείς.

Το Τραύμα είναι γοητευτικό και ασκεί μία έλξη. Τόσο στον πελάτη όσο και στον θεραπευτή. Κάπως έτσι θα μπορούσε να εξηγηθεί η πολύ εμφανής τάση των συγγραφέων άρθρων για την παιδική κακοποίηση να αφηγούνται με απίστευτες λεπτομέρειες όλες τις τραυματικές εμπειρίες των πελατών τους – θυμάτων  σεξουαλικής κακοποίησης στα άρθρα και τα επιστημονικά περιοδικά.

Η «επανορθωτική εμπειρία» όμως, ως τεχνική αντιμετώπισης του Τραύματος, θα μπορούσε να είναι ακόμα και βλαπτική. Δεν είμαι σίγουρος  ότι για να επιλυθεί αυτή η εσωτερική – ψυχική προβληματική πρέπει απαραίτητα να βγάλουμε στο φως της ημέρας αυτό το κρυφό και σκοτεινό τραύμα. Αυτό που ίσως διαφεύγει από αυτήν είναι το προσωπικό νόημα που έχει δώσει ο καθένας στην προσωπική του εμπειρία. Ο κάθε άνθρωπος που έχει υποστεί μία τραυματική εμπειρία ξέρει περί τίνος πρόκειται και τι θα του κάνει καλό. Το «τι να κάνω γιατρέ;» δεν ισχύει. Όπως δεν ισχύει και σε καμία ουσιαστικά συνεργασία μας στο πλαίσιο της θεραπευτικής σχέσης με πελάτες μας. Το σημαντικό είναι η διαίσθηση των πελατών. ΑΥΤΟΣ ΞΕΡΕΙ. Η θεραπευτική αντιμετώπιση ενός τραύματος αφορά μόνο ανθρώπους που το θυμούνται και που νιώθουν ότι η ανάμνηση αυτή τους καταπιέζει και υποφέρουν από αυτήν. Όχι αυτούς που εμείς θεωρούμε ότι έχουν τραύμα και δεν το ξέρουν ή δεν το θυμούνται ή κάτι άλλο…Εμπιστοσύνη στη διαίσθηση των πελατών. Φυσικά δεν είναι τυχαία και η επιλογή του όρου «Πελάτης» στη θεραπευτική σχέση. Αυτός ξέρει.

Η βασική μου εμπειρία στη διάρκεια αυτών των χρόνων, η οποία επαναλαμβανόταν σε κάθε αλλαγή του εργασιακού μου πλαισίου ή των συνεργασιών μου, ήταν μία εικόνα…υγείας. Μου έκανε πάντα εντύπωση η πρώτη εικόνα που μου έδιναν κάθε φορά που ξεκινούσα μία συνεργασία σε έναν τέτοιο χώρο, μία εικόνα αρρώστιας, πόνου, καθήλωσης στο παρελθόν, σύνδεσης με το παρελθόν και τις ιστορίες συναισθηματικής και σεξουαλικής βίας που το κάθε παιδί είχε βιώσει πριν την απομάκρυνσή του από το κακοποιητικό οικογενειακό του περιβάλλον. Αυτό που έκανε όμως μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το πώς σε κάθε περίπτωση, τις περιόδους που έπιανα τον εαυτό μου να «ξεχνιέται» (λόγω διοικητικών καθηκόντων και πιεστικής καθημερινότητας) και να αποσυνδέεται από το παρελθόν των παιδιών και την τραυματική τους εμπειρία, συναντούσα παιδιά υγιή, συγκροτημένα, με όνειρα και στόχους για το μέλλον, με ένα καθαρό και οργανωμένο παρόν.  Παιδιά με αποθέματα, με δυνατότητες, όχι παιδιά με ελλείψεις. Αυτό δεν ήταν μόνο δική μου εμπειρία. Ήταν και εμπειρία και άλλων συναδέλφων που, προερχόμενοι από το ίδιο θεωρητικό πεδίο (της συστημικής σκέψης), συναντούσαν και αυτοί τα παιδιά στο παρόν τους και όχι στο παρελθόν. Αυτές τις υποθέσεις μας τις συγκεντρώσαμε και προσπαθήσαμε να τις κάνουμε παρέμβαση. Οργανώσαμε λοιπόν έναν τρόπο επικοινωνίας και συναλλαγής με τα παιδιά που «ξεχνούσε» το παρελθόν και απόκοβε τον συνδετικό κρίκο των συμπεριφορών του σήμερα από τις εμπειρίες του χθες. Τις περιπτώσεις που το παρελθόν και οι κακοποιητικές εμπειρίες τους ερχόταν και εμφανιζόταν στο παρόν, τότε φροντίζαμε και πάλι να τις αντιμετωπίζουμε στο παρόν, στο εδώ και τώρα. Να τις βλέπουμε ως ανάμνηση του παρελθόντος που ταλαιπωρεί κάποιον στο σήμερα. Το αντιμετωπίζαμε όμως ως πρόβλημα του παρόντος.

Η βασική συμπεριφορά των παιδιών όσον αφορά στα τραύματα του παρελθόντος τους χαρακτηριζόταν από δύο φάσεις: α) τη φάση συνεχούς ενασχόλησης με την εμπειρία τους και β) την απόσπαση της προσοχής τους από αυτό και την ενασχόληση με ευχάριστα πράγματα. Τα παιδιά το κάνουν από μόνα τους ακολουθώντας τη διαίσθησή τους. Αυτά ξέρουν.Αυτή η διαδικασία, αν τη σεβαστεί κανείς, είναι μία από τις θεμελιώδεις διαδικασίες αντιμετώπισης ενός τραυματικού παρελθόντος. Ασχολούμαι και μιλώ συνέχεια γι’ αυτό και αποσπώ την προσοχή μου και ασχολούμαι με ευχάριστα πράγματα.  Εκκρεμές. Αυτή η διαδικασία επαναφέρει σιγά σιγά τους ανθρώπους στη θέση αυτού που έχει τον έλεγχο. Αυτού που καθορίζει το τι του συμβαίνει και πότε. Γιατί στις περιπτώσεις παιδικής κακοποίησης η πεμπτουσία της τραυματικής εμπειρίας είναι η απώλεια ελέγχου. Η παραβίαση των ορίων ελέγχου.

Μια εμπειρία καθίσταται τραύμα όταν έχει κανείς την εμπειρία ότι ετεροκαθορίζεται. Ότι υπάρχει κάτι το εξωτερικό που τον καθορίζει και δεν έχει κανέναν έλεγχο πάνω σε αυτό που συμβαίνει. Άρα το τραύμα συνιστά μία εμπειρία απειλής της αυτονομίας κάποιου. Όταν κάποιος παρακινεί (όσο καλοπροαίρετα και να το κάνει) τον πελάτη του να κάνει κάτι συγκεκριμένο (αναβίωση) ουσιαστικά μιλάμε για απειλή αυτής της αυτονομίας.  «Η διαμόρφωση της σχέσης ανάμεσα σε έναν θεραπευτή που συμπεριφέρεται ενεργητικά, καθοδηγητικά και απαιτητικά και σε έναν πελάτη που αισθάνεται παθητικός, εξαρτημένος και εκτεθειμένος  λόγω της ψυχικής του οδύνης μοιάζει πολύ με την διαμόρφωση σχέσης θύματος δράστη σε ένα τραύμα που έχει προκληθεί από άνθρωπο. Πολλοί άνθρωποι (θύματα) συναινούν στην κακοποίησή τους από θεραπευτές».

4.Παρατηρώντας την παιδική κακοποίηση μέσα από μία συστημική ματιά μπορούμε να πούμε τα εξής:

Α) Η βία στην οικογένεια μπορεί να νοηθεί αφηρημένα ως μία προσπάθεια αντιμετώπισης εσωτερικού ή εξωτερικού στρες μέσα σε καταστάσεις ζωής ή σχέσης που βιώνονται ως υπερπολύπλοκες, δηλ, ως στρατηγική ελέγχου, η οποία –τουλάχιστον προσωρινά- παρέχει ένα ατομικό αίσθημα ασφάλειας. Μπορούμε λοιπόν να δούμε τη βία όχι ως έκφραση ενός επιθετικού ενστίκτου ή μία αμετάβλητη προσωπική ιδιότητα, αλλά ως ένα πρωτόγονο μηχανισμό αντιμετώπισης για τη μείωση της πολυπλοκότητας. Η απλή υιοθέτηση μιας αντι-θέσης της καταδίωξης και της τιμωρίας των δραστών προς το θεωρούμενο συμφέρον του θύματος, χρησιμοποιεί κατά βάθος τα ίδια σχήματα μείωσης της πολυπλοκότητας και επιβεβαιώνει τη δυναμική τους, αντί να τα αλλάζει. Η συστημική προσέγγιση είναι στραμμένη προς το να αυξάνει διαρκώς την ιδία πολυπλοκότητα των δρώντων συστημάτων (ατόμων, οικογενειών, φορέων), συνεπώς και τις δυνατότητες αντιμετώπισης των πολύπλοκων καταστάσεων της ζωής για όλους τους συμμετέχοντες. Η αύξηση της ιδίας πολυπλοκότητας μέσα από την ενίσχυση των αποθεμάτων σε δράστες και θύματα είναι μια κατεύθυνση πιο βοηθητική.
Β) τα πάντα συμβαίνουν μέσα σε πλαίσιο. Το συναίσθημα, η σκέψη, η δράση των ανθρώπων συμβαίνει πάντα μέσα σε κάποιο πλαίσιο, το οποίο επηρεάζει την υποκειμενική νοηματοδότηση αυτού που συμβαίνει. Όταν μία συγκεκριμένη συμπεριφορά εμφανίζεται ως αδύνατη να την κατανοήσει κάποιος, να την συναισθανθεί, θα μπορούσε ενδεχομένως μία διευρυμένη αντίληψη του πλαισίου (διευρυμένη οικογένεια, βιογραφία, περιβάλλον, πολιτισμικό φόντο κτλ) να κάνει δυνατές καινούργιες σημασιοδοτήσεις και, συνεπώς, κατανόηση.
Γ) Στη δυναμική της οικογενειακής βίας εμπλέκονται όλοι οι συμμετέχοντες, δηλ. συμβάλουν με τη δράση τους στις σχέσεις, στην παραγωγή, διατήρηση και επίλυση των προβλημάτων. Αυτό ισχύει τόσο για τους ενήλικες όσο και για τα παιδιά, αφού η εκάστοτε συμπεριφορά αποτελεί μέρος ενός υπό ορισμένες συνθήκες προβλέψιμου σχήματος συναλλαγών το οποίο μπορεί να ξεδιπλώσει μία ορισμένη δυναμική (η εμπλοκή δεν έχει ως προϋπόθεση ούτε τη συνειδητότητα ούτε την πρόθεση).
Δ) Από την  παραπάνω εμπλοκή όμως όλων των συμμετεχόντων δεν συνάγεται ότι όλοι επηρεάζουν τα συμβαίνοντα στο σύστημα με την ίδια ένταση ή εξουσία. Τα κοινωνικά συστήματα χαρακτηρίζονται από θεμελιώδεις ασυμμετρίες στη σχέση των μελών του συστήματος. Από τη διαφορετική θέση των συμμετεχόντων προκύπτουν ειδικές προσδοκίες του ενός από τον άλλον σε σχέση με ικανοποίηση συγκεκριμένων αναγκών για προστασία, φροντίδα, προσοχή, υποταγή, συνεργασία κλπ.
Ε)  Η θεωρία των αυτοποιητικών συστημάτων (Maturana, Varela) και ο κονστρουκτιβισμός έχουν παρουσιάσει πειστικά ότι οι οργανισμοί ή και τα άτομα είναι, οντολογικά ιδωμένο με βάση την βιολογική και νευρολογική τους οργάνωση, αυτόνομα, δηλαδή καθορίζονται μόνο από τη δική τους εσωτερική κατάσταση, όχι από το περιβάλλον τους, το οποίο πάντοτε μόνον ερεθίσματα ή διαταράξεις για την αλλαγή της κατάστασης προσφέρει. Από οντολογική άποψη δεν μπορεί ένας άνθρωπος να «διαπαιδαγωγηθεί» από άλλους με την έννοια της καθοδηγητικής επικοινωνίας, να οδηγηθεί κάπου, δηλαδή να καθοριστεί έξωθεν. Αν κάτι τέτοιο θα ήταν εφικτό η Παιδαγωγική, η επίσημη αλλά και η άτυπη Εκπαίδευση θα ήταν πολύ εύκολη διαδικασία.
ΣΤ) Σε οριοθέτηση απέναντι στην έννοια της ενοχής μπορούμε να τοποθετήσουμε την έννοια της ευθύνης. Η ευθύνη μπορεί να αξιοποιηθεί ως αναφορά στο μέλλον και με προσανατολισμό στα αποθέματα. Η προσκόλληση στην ενοχή των γονέων, έχει μικρή θεραπευτική χρησιμότητα. Αυτό που θα είναι χρήσιμο είναι η αξιοποίηση της προσωπικής κατασκευής της ενοχής από το κάθε μέρος. Η ενασχόληση με το είδος και το μέγεθος της ενοχής εκπληρώνει μία ομοιοστατική λειτουργία η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί θεραπευτικά.

Όποιος στη ζωή του έχει απαξιωθεί ή κακοποιηθεί σεξουαλικά ή με άλλους τρόπους μπορούμε να θεωρήσουμε εύλογο να τρέφει έντονα συναισθήματα εκδίκησης. Γι’ αυτό πρέπει να τρέφουμε κατανόηση. Θέλει να εκδικηθεί. (Παράδειγμα είναι η σύνδεση των ανθρώπων που έχουν κακοποιηθεί στο παρελθόν με την κακοποίηση που οι ίδιοι ασκούν. Κύκλος της βίας. «ΕΚΕΙ ΜΠΟΡΕΙΣ… να διοχετεύσεις την τάση σου για εκδίκηση».)Πρόκειται για έναν τρόπο κακοποίησης που στρέφεται στον εαυτό του. Αυτός που κακοποιεί παιδιά στρέφεται εναντίον του εαυτού του. Δηλαδή κάνει τον εαυτό του κακό. Αυτοεκδικητικό. Απλά χρειάζεται και έναν θύμα για να είναι κακός και αυτό είναι τα παιδιά. Το επίμονο αίσθημα ενοχής των θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης τροφοδοτεί και συντηρεί και το σχήμα «αν είμαι και εγώ κακός τότε δεν είναι τόσο κακός αυτός ο τόσο σημαντικός άνθρωπος στη ζωή μου που με κακοποιεί». Επίσης, το γίνομαι κακός όταν ενηλικιώνομαι ασκώντας και εγώ κακοποίηση σε παιδιά, ώστε πάλι να μειωθεί η κακία του σημαντικού για μένα προσώπου που με κακοποίησε.  Γιατί ενοχή; Γιατί είναι πιο εύκολα υποφερτό αν δεν είμαι απλό θύμα. Είναι πιο εύκολα υποφερτό από το δεν μπορούσα να κάνω απολύτως τίποτα. (βλ. ανάγκη για έλεγχο). Τι κέρδος μπορεί να έχω όταν φταίω κι εγώ; Αν φταίω κι εγώ, όχι μόνο δεν είμαι ένα αθώο θύμα αλλά και οι άλλοι δεν είναι τόσο κακοί. Ποιοι άλλοι; Αυτοί που έχω ανάγκη για την ύπαρξή μου. Μου χρειάζεται η ιδέα ότι οι άλλοι δεν είναι τόσο κακοί. (Π.χ.: η λογική ότι οι εβραίοι είχαν ένα ποσοστό της ευθύνης για ό,τι τους συνέβη. Αυτό ανακουφίζει το ανθρώπινο είδος από τον καταλογισμό της ικανότητάς του να χάσει κάθε τι ανθρώπινο. Το οποίο είναι αναγκαίο σε υπαρξιακό επίπεδο.) «Ο τραυματισμός από άνθρωπο συμπαρασύρει σε ρευστοποίηση την κατάσταση της βασικής εμπιστοσύνης απέναντι στον άνθρωπο που είναι αναγκαία για την επιβίωση».

Θεραπευτική παρέμβαση και στάση του θεραπευτή στην παιδική κακοποίηση.
Η συστημική – κονστουκτιβιστική οπτική μπορεί να δει την παιδική κακοποίηση μέσα από ένα σχεσιακό και πλαισιακό πρίσμα. Μία συστημική ματιά μπορεί να εξετάσει τις πιθανές πολύπλοκες σημασίες που μπορεί να έχει η κακοποίηση για τους συμμετέχοντες, να αποκαλύψει άλλους τομείς στρες στο σύστημα και να επιτρέψει και στον θεραπευτή να μην είναι «υποχρεωμένος» να κυνηγά μία καμουφλαρισμένη «αλήθεια» αλλά να παραμείνει περίεργος και ανοιχτός ως προς το σύστημα που έχει απέναντί του.

Η δική μου εμπειρία μέσα από τους χώρους της παιδικής κακοποίησης έρχεται να συνταιριάξει με αυτή τη λογική. Νιώθει καλύτερα σε αυτό το πλαίσιο. Τα παιδιά (αλλά και οι ενήλικες στο γραφείο μου) που είδα και είχαν ιστορικό παιδικής κακοποίησης δεν κατάφεραν μέχρι τώρα να με συνδέσουν με το στερεότυπο του κακοποιημένου ανθρώπου που καθορίζεται αποφασιστικά από το τραύμα στην παιδική του ηλικία.

Σε αυτό το σημείο, αναδύεται το θεμελιώδες ερώτημα:Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι που έχουν βιώσει σεξουαλική βία ή και κακοποίηση και να καταφέρνουν να  ζουν με υγεία; Τι είναι αυτό που κάνει ή τι κάνουν κάποιοι άνθρωποι και μπορούν να ζήσουν και να συν-χωρέσουν με το παρελθόν τους και την ιστορία τους και να ζήσουν μία ευτυχισμένη ή και επιτυχημένη ζωή; Πώς δηλαδή μπορεί κανείς να παράξει την υγεία;

Πώς είναι δυνατόν – και ουσιαστικά ΠΩΣ (και όχι πώς είναι δυνατόν) έχουν καταφέρει και έχουν πετύχει μία τόσο ιδιαίτερη επίδοση στην ζωή τους και έχουν ευτυχίσει παρά την κακοποίηση. Έχουν –ίσως- και αξιοποιήσει την τραυματική τους εμπειρία. Και τα έχουν καταφέρει.

Έχει συμβεί. Σε πάρα πολλούς ανθρώπους. Άρα γίνεται. Και το έχουν κάνει χωρίς απαραίτητα να περάσουν από όλες τις προτεινόμενες θεραπευτικές διαδικασίες που θεωρούμε απαραίτητες ως αναγκαίο δρόμο.
«Όταν έχω βιώσει μία γεμάτη αγάπη προσοχή, οι πιθανότητες να αποδεχτώ γεμάτος αγάπη τον εαυτό μου αυξάνονται ραγδαία».
Θα αναφερθώ κυρίως στη στάση και την θεραπευτική προσέγγιση των ατόμων που έχουν υποστεί κακοποίηση, αναφερόμενος σε βασικές κατευθύνσεις δουλειάς μαζί τους, που εγώ πήρα από την διά βίου εκπαίδευσή μου, και τις χρησιμοποιώ τελευταία με αξιοσημείωτη –για μένα- επιτυχία. Οι προσεγγίσεις αυτές συνοδεύονται ή εφαρμόζονται στην πράξη μέσω ασκήσεων ή οργανωμένων παρεμβάσεων στις οποίες  δεν θα αναφέρω εδώ.

1) Η πρώτη  και βασική στάση και συμπεριφορά που θεωρώ αναγκαία είναι η αναγνώριση της Οδύνης και του πόνου που βίωσε κάποιος και ο σεβασμός σε αυτό το συναίσθημα. Συχνά, διαταραχές της ταυτότητας και διαταραχές της αντίληψης παρουσιάζονται ως συμπτώματα σε διαγνώσεις ψύχωσης, όταν σημαντικά πρόσωπα αναφοράς δεν πιστεύουν τα παιδιά στις περιγραφές τους για σημαντικά τραύματα στη ζωή τους. Π.χ. σεξουαλική κακοποίηση.

2) Αναγνώριση των αναγκών που έχει  ο κάθε άνθρωπος. Ένα παρελθόν το οποίο επιμένει να επανέρχεται και να «ενοχλεί» στο παρόν ξανά και ξανά θα μπορούσε κανείς να το δει ως έναν πολύ χρήσιμο βοηθό υπενθύμισης. Έναν εσωτερικό σύμβουλο αξιολόγησης της ικανοποίησης των προσωπικών αναγκών. «Ειδικά εσύ, που έχεις στην παιδική σου ηλικία κακοποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο και δεν πήρες τότε, που τα είχες πολύ ανάγκη, τα βασικά δώρα της ανάπτυξής σου, έχεις κάθε δικαίωμα να διαμαρτύρεσαι και να απαιτείς». Και αν εσύ δεν το κάνεις εξωτερικά, το κάνει ένα κομμάτι του εαυτού σου, ένας από τους εαυτούς σου εσωτερικά.  Αγάπη, κατανόηση, ενίσχυση, παρηγοριά, προστασία, κράτημα.

3) Έχεις δικαίωμα ειδικά εσύ που έχεις υποφέρει να ζητάς έναν καλύτερο κόσμο. Βέβαια, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι κάτι τέτοιο θα το καταφέρεις για τον εξωτερικό κόσμο…για τον εσωτερικό όμως…?
Υπάρχει μέσα σας και λαγοκοιμάται μια δύναμη που μπορεί να μας δώσει πρόσβαση σε έναν εσωτερικό πλούτο. Αυτή η δύναμη είναι η φαντασία μας.

4) Στροφή της προσοχής στο παρόν. Τώρα είσαι εδώ! Η δύναμη της φαντασίας, οι σκέψεις, τα συναισθήματα είναι ίσως συχνά δύσκολο να ελεγχθούν. Δεν μπορείς να τα σταματήσεις από το να έρχονται. Δεν μπορείς να τους αντισταθείς. Να τα πολεμήσεις. Τουλάχιστον όχι πρόσωπο με πρόσωπο. Μπορείς όμως να στρέψεις την προσοχή σου αλλού. Στο τώρα! Τώρα είσαι εδώ!

5) Επανάκτηση του ελέγχου της ζωής του, ακόμα και (ή κατ’ αρχήν)  στη συνεργασία του με τον θεραπευτή.  Αυτό το μαθαίνουμε από την ίδια την συμπτωματολογία που παρουσιάζουν τα θύματα κακοποίησης. Τον μηχανισμό αποσύνδεσης (την αποπροσωποποίηση) ως αμυντικό μηχανισμό. Αυτό που περιγράφουν είναι μία διαδικασία αυτόματης απόστασης, μία περιγραφή των γεγονότων σαν να μη συνέβαιναν στους ίδιους, σαν να τα παρακολουθούσαν σε ταινία. Σαν να τα έβλεπαν να γίνονται μπροστά τους αλλά οι ίδιοι βρίσκονται σε ασφαλή θέση. Αποσύνδεση από το σώμα. Ήμουν σε ασφαλή θέση.Αν εμπιστευτεί κανείς αυτή τη συμπεριφορά και της αποδώσει νόημα θα βρει τη χρησιμότητά της. Είναι η αναζήτηση για ασφάλεια. Και ασφάλεια νιώθει κανείς όταν έχει τον έλεγχο. Θεραπευτικός στόχος θα μπορούσε να είναι η επανάκτηση του ελέγχου της ζωής του, ακόμα (ή κατ΄αρχήν) στη συνεργασία του με τον θεραπευτή μέσα από το μοντέλο «ΑΥΤΟΣ (ο πελάτης) ΞΕΡΕΙ».

6) Απόδοση νοήματος. Η επεξεργασία του τραύματος και των συνεπειών του γίνεται καλύτερα όταν σε αυτό μπορεί να αποδώσει κανείς ένα νόημα. (π.χ. Victor Frankl, «Αναζητώντας νόημα ζωής και ελευθερίας»). Μία άλλη δυνατότητα είναι να το κάνει κανείς αυτό χρήσιμο για τον εαυτό του. Να βγάλει από αυτό μία μαθησιακή εμπειρία οποιουδήποτε είδους. Προϋπόθεση είναι να έχει γνωστικά και συναισθηματικά τη συνείδηση ότι δεν είμαι υπεύθυνος για το τραύμα. Ότι είναι κάτι που του συνέβη. Ότι είναι κάτι που έχει υποστεί.

7) Απόδοση τα του Καίσαρα στον Καίσαρα

Οι άνθρωποι που έχουν εμπειρία σεξουαλικής βίας υποφέρουν από  αισθήματα ενοχής. Δίνουν στον εαυτό τους την ευθύνη ή ένα μέρος της ευθύνης του συμβάντος. Αντί όμως να υιοθετήσει κανείς την ξένη ενοχή θα έπρεπε να την καταλογίσει εκεί που ανήκει.     Έμφαση να παραμείνεις στη θέση του θύματος που ήσουνα και όχι στη θέση του θύτη. Όχι να συγχωρήσεις τον δράστη αλλά να του αναγνωρίσεις την ενοχή του. Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι.

ΚΑΙ… ΚΑΙ αντί για ΕΙΤΕ ΕΙΤΕ. Το ή πατέρας ή βιαστής διατηρεί ανεπίλυτο το πρόβλημα. Δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί απλά. Δεν είναι ή το ένα ή το άλλο. Πρέπει να συναινούν όλα τα κομμάτια του Εαυτού. «Μπορώ να αφήσω το κακό που μου έχει κάνει και να κρατήσω το καλό που μου έχει κάνει». Πρέπει να φωτιστούν ΚΑΙ οι δύο πλευρές.

9) Παράσημα της ζωής. Ένα πράγμα μπορούμε να πούμε σίγουρα: Ο άνθρωπος αυτός έχει επιβιώσει από αυτό το τρομερό συμβάν. Τον έχουμε απέναντί μας. «είμαι κάποιος που έχει επιβιώσει». Έχει αποδείξει ικανότητα και ανθεκτικότητα να μείνει στη ζωή παρά τις αντίξοες συνθήκες. Τα παράσημα της ζωής τα κερδίζουμε στις δυσκολίες, όχι στα εύκολα.

10)«Ποτέ δεν είναι αργά για να αποκτήσει κάποιος μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία».

Πολλές φορές οι άνθρωποι με πόνο μειώνουν τη λαχτάρα τους για ζωή για να μειώσουν τον πόνο. Αυτό στο οποίο μπορεί κανείς να επικεντρωθεί είναι οι ευτυχισμένες και χαρούμενες στιγμές στη ζωή του. Η προσωπική του συλλογή χαρούμενων στιγμών… «Η βιογραφία της χαράς». Ως μία προσπάθεια να ξεκολλήσει από την βιογραφία της δυστυχίας.
Όσο πιο συχνά πηγαινοέρχεται κανείς στα νέα σχήματα, δημιουργείται ένα pattern καινούργιο.
Λέξη κλειδί: ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ
«Χρειάζεται μία ΑΠΟΣΤΑΣΗ. Μας ενδιαφέρει η ικανότητα ενός ανθρώπου να παίρνει απόσταση. Κάθε άνθρωπος που χρησιμοποιεί την παρατηρητικότητά του, την απόστασή του χρησιμοποιεί. Αποστασιοποιείται. Η εμπειρία ότι εγώ είμαι ξεχωριστός από αυτό που παρατηρώ. Δεν είμαι αυτό που παρατηρώ. Ούτε μπορώ να το αλλάξω. Μπορώ να αλλάξω όμως την ανάμνηση και τους συνειρμούς που συνδέονται με αυτό.»

Θα τελειώσω όπως ξεκίνησα. Με το βιβλίο του Huther:Γράφει:«Πριν από χρόνια βρήκα το απόφθεγμα ενός φιλοσόφου της Αναγέννησης, που από τότε δεν μου φεύγει από τον νου: “Naturae enim non imperator, nisi parendo”. (=γιατί η φύση δεν κυριαρχείται, αν πρώτα δεν την υπακούσουμε), Bacon, Novum Organum. Μόλις τώρα αρχίζω να κατανοώ τι σημαίνει αυτή η φράση. Μόνο όταν καταφέρουμε να αναγνωρίσουμε ποιοι νόμοι και ποιες αρχές διέπουν την ανάπτυξη έμβιων συστημάτων, μόνο όταν κατανοήσουμε γιατί συγκεκριμένες διεργασίες οδηγούνται σε συγκεκριμένη κατεύθυνση, θα έχουμε τη δυνατότητα να επηρεάσουμε επί τούτου τις εξελίξεις ως προς τις κατευθύνσεις τους αυτές και να επέμβουμε διορθωτικά σε προβλέψιμες διαταραχές. Μόνο όταν καταλάβουμε τι και γιατί φοβούνται οι άνθρωποι και τι συμβαίνει τότε μέσα τους, μπορούμε να αναζητήσουμε διεξόδους. Δεν πρέπει να ακολουθούμε σαν αβέβαια παιδιά, τους δρόμους που χάραξαν οι γονείς και που εκείνοι μας προδιέγραψαν, μέχρι να φτάσουμε στο τελικό αδιέξοδο. Ούτε πρέπει πια να ακολουθούμε, σαν να είμαστε τυφλοί, τις πανταχόθεν συμβουλές, προειδοποιήσεις και καλοπροαίρετες επισημάνσεις εκείνων που πιστεύουν ότι βλέπουν εξαιρετικά καλά, επειδή φορούν πολύ χοντρά γυαλιά. Μπορούμε να κρίνουμε κατά πόσο είναι σωστή η κατεύθυνση προς την οποία προσπαθούν να μας οδηγήσουν. Επειδή ξέρουμε ότι ο φόβος, οι ελεγχόμενες προκλήσεις και οι ανεξέλεγκτες φορτίσεις θα ορίζουν τους δρόμους της σκέψης και της αίσθησής μας, μπορούμε να αναρωτηθούμε κατά πόσο η συμβουλή που μας δίνουν είναι συμβατή με αυτά που εμείς θέλουμε, κατά πόσο μπορεί δηλαδή να μας οδηγήσει σε έναν δρόμο που δεν καταλήγει υποχρεωτικά και πάλι σε αδιέξοδο….

Και αυτό φυσικά ισχύει και για όλα αυτά που είπαμε εδώ σήμερα….

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Ζήσης Τάσος, Εργαστήρι για το Τραύμα, προσωπικές σημειώσεις, Θεσσαλονίκη, 2010

2. Tom Levord, Erhard Wedekond & Hans Georgi, «Βία στις οικογένειες. Δυναμική του συστήματος και θεραπευτικές προοπτικές», Familiendynamic, Κολωνία, 1993

3. Herington Steve, «Κονστρουκτιβισμός και παιδική κακοποίηση», Familendynamic, Λονδίνο, 1993

4. Huther Gerald, «Η βιολογία του φόβου. Πώς από το στρες γεννιούνται συναισθήματα», Εκδόσεις Πολύτροπον, Αθήνα 2007

Σχολική φοβία ή διεκδίκηση ικανοποίησης των προσωπικών αναγκών;

Ένα μικρό κορίτσι ξεκίνησε την …επανάστασή του μέσα στην οικογένεια. Μία μέρα, όπως όλες τις άλλες, άρχισε να κλαίει και να οδύρεται. «Δεν θέλω το σχολείο. Δεν θέλω να πάω στο σχολείο. Εκεί τα παιδιά δεν με παίζουν! Δεν μου αρέσει!». Οι γονείς πέφτουν επάνω του με τις συνήθεις τακτικές τους. «Εσύ μπορείς! Θα τα καταφέρεις! Πάντα τα καταφέρνεις! Θα το ξεπεράσεις και αυτό!»

Καλές και άγιες οι προθέσεις των γονιών. Καλοί γονείς. Αγαπάνε τα παιδιά τους. Θέλουν το καλό τους και προσπαθούν με κάθε τρόπο.  Όμως, εδώ η κατάσταση φαίνεται να τους ξεπερνά.