Σε όλη μου τη ζωή δεν έχω ακούσει ποτέ ούτε ένα ΜΠΡΑΒΟ!

Άνθρωποι με τους οποίους μιλάω στο γραφείο μου, μου περιγράφουν παιδικά χρόνια με τραγικές, κατά δήλωσή τους, αφηγήσεις. Περιγράφουν περιόδους ζωής που θυμούνται τον εαυτό τους να περιμένουν, να προσδοκούν, να προσπαθούν, να κοιτάνε στα μάτια ανθρώπους σημαντικούς γι αυτούς και να περιμένουν την επιβεβαίωση. Να περιμένουν ένα «μπράβο», μια αναγνώριση της προσπάθειας, μία ανταμοιβή για ό,τι έχουν καταφέρει.

«Πάρε αυτά τα σπασμένα φτερά». Ντοκιμαντέρ για την αποθεραπεία από τη Σχιζοφρένεια χωρίς φάρμακα.

«Πάρε Αυτά τα Σπασμένα Φτερά», ένα ντοκιμαντέρ μεγάλου μήκους από τον παραγωγό και πρώην ψυχοθεραπευτή Ντάνιελ Μάκλερ, το οποίο δείχνει ότι οι άνθρωποι μπορούν να θεραπευτούν πλήρως από τη σχιζοφρένεια χωρίς ψυχοφάρμακα. Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη στο χώρο της ψυχικής υγείας και τις φαρμακευτικές βιομηχανίες αυτό δεν είναι δυνατόν. Το φιλμ εστιάζει στις ζωές δύο γυναικών –των ηρωίδων μου– που θεραπεύτηκαν από σχιζοφρένεια. Διερευνώνται οι ρίζες της σχιζοφρένειάς τους σε παιδικά τραύματα και περιγράφονται λεπτομέρειες από την πετυχημένη θεραπεία τους με χαρισματικούς ψυχοθεραπευτές. Η πρώτη γυναίκα είναι η Τζόαν Γκρήνμπεργκ (θεραπευμένη πλήρως πάνω από 50 χρόνια), συγγραφέας του μπεστ σέλερ «Ποτέ δεν Σου Υποσχέθηκα έναν Κήπο με Τριαντάφυλλα». Η δεύτερη είναι η Κάθριν Πέννυ (θεραπευμένη πλήρως πάνω από 30 χρόνια), μια ψυχιατρική νοσηλεύτρια, που την ιστορία της θεραπείας της κατέγραψε ο θεραπευτής της, ο Δρ Ντάνιελ Ντόρμαν στο βιβλίο «Η Θεραπεία του Δάντη: Έξοδος από την Τρέλα». Οι αφηγήσεις τους συνυφαίνονται με συνεντεύξεις από γίγαντες στον τομέα της θεραπείας της σχιζοφρένειας, όπως από τον Δρ Πήτερ Μπρέγκιν (συγγραφέα του «Τοξική Ψυχιατρική»), τον Ρόμπερτ Γουίτακερ (δημοσιογράφο και συγγραφέα του «Τρελός στην Αμερική») και τον Δρ Μπέρτραμ Κάρον (συγγραφέα του «Ψυχοθεραπεία της Σχιζοφρένειας: Θεραπεία Επιλογής»). Επίσης στη διάρκεια της ταινίας παρουσιάζονται πάνω από 100 στιγμιότυπα από συνεντεύξεις αγνώστων στην Πλατεία Γουάσιγκτον της Νέας Υόρκης, οι οποίοι μοιράστηκαν τις απόψεις τους για τη σχιζοφρένεια. Η ταινία είναι πλήρως υποτιτλισμένη σε 19 γλώσσες.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Αποφάσισα να διαθέσω δωρεάν όλες τις ταινίες μου στο Youtube, γιατί θέλω να τις μοιραστώ με τον κόσμο. Μπορείτε ακόμα να αγοράσετε τις ταινίες σε DVD αν επιθυμείτε, αλλά δεν θέλω τα χρήματα να εμποδίσουν οποιονδήποτε να λάβει το μήνυμα των ταινιών. Για μια επανάσταση στη βιομηχανία της ψυχικής υγείας! Daniel Mackler

ΠΗΓΗ: http://wildtruth.net/

new-broken-wings_image_larger

«Δέσμιοι της ροπής στη θλίψη». Όλο το βίντεο από την εκδήλωση στον Βόλο και την ομιλία του Σταύρου Γκουγκουσκίδη

Η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών, σε συνεργασία με την κοινωφελή εταιρεία ψυχοκοινωνικών παρεμβάσεων «Πορεία Υγείας» και με τον Σύνδεσμο Νέων της Ιεράς Μητροπόλεως Δημητριάδος, διοργάνωσαν για δεύτερη συνεχή χρονιά σειρά συναντήσεων, υπό τον γενικό τίτλο «Διάλογοι Θεολογίας και Ψυχολογίας». Με αυτή την προσπάθεια η Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών επιχειρεί να απευθυνθεί στο «πρόσωπο» που πάσχει στην καθημερινότητα και να απαντήσει στα ερωτήματά του με την συνδρομή της ψυχολογίας. Η 2η συνάντηση πραγματοποιήθηκε το Σάββατο 6/4 στο Δημαρχείο του Βόλου και είχε τίτλο:«Δέσμιοι της ροπής στη θλίψη». Πρώτος ομιλητής ήταν ο κ. Σταύρος Γκουγκουσκίδης, Κλινικός Ψυχολόγος (M.Sc.), Συστημικός Ψυχοθεραπευτής, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα: «Ψυχολογικές προσεγγίσεις για την υπέρβαση της κατάθλιψης». Δεύτερος ομιλητής ήταν ο π. Χαράλαμπος Παπαδόπουλος (π.Λίβυος), εφημέριος Ι.Ναού Αγ. Ειρήνης Πύργου Ηρακλείου, ο οποίος ανέπτυξε το θέμα: «Κατάθλιψη και χριστιανική ζωή».

 

θλίψη

«…και το όνομα αυτού: Bullying! Ο Ατομικισμός και η κοινωνική κατασκευή της Βίας ως διαταραχή»

 Bonsai

Προφορική Παρουσίαση: Σταύρος Γκουγκουσκίδης

Το εργαστήρι πραγματοποιήθηκε στη διημερίδα με θέμα: «πόλις, κρίσεις, αναθεωρήσεις. Έχουν Λόγο οι κοινωνικές επιστήμες σήμερα;», που διοργάνωσε η Συστημική Εταιρεία Βορείου Ελλάδος, στις 9 και 10 Νοεμβρίου 2013, στη Θεσσαλονίκη.

(Στο κείμενο, όπως και στις προηγούμενες διαλέξεις που φιλοξενούνται στη σελίδα, διατηρήθηκε αυτούσιος ο προφορικός λόγος)

Μία πρόσφατη άνοιξη, στο πλαίσιο μίας συνεργασίας μου με ένα σχολείο, μου παρουσιάστηκε ένα πρόβλημα: Ο Γιώργος (σ.σ.: το όνομα φυσικά δεν είναι αληθινό) , ετών 12, τρομοκρατούσε όλο το σχολείο. Όλο τον προηγούμενο χρόνο ο Γιώργος, μόνος του, αλλά και  ως αρχηγός μίας ομάδας παιδιών, εκφόβιζε τους πάντες: Στη διάρκεια των διαλειμμάτων στέκονταν έξω από τις τουαλέτες του σχολείου και είτε δεν άφηνε τα παιδιά να πάνε μέσα είτε, αν πήγαιναν, τα φώναζαν και τα κορόιδευαν. Στο δρόμο προς το σχολείο και από αυτό (το μεσημέρι) κορόιδευαν και χτυπούσαν τα παιδιά του σχολείου. Ακόμα και στη διάρκεια των μαθημάτων πετούσαν υπονοούμενα, απειλούσαν και έσπρωχναν άλλα παιδιά.

Η «διάγνωση» που μου δόθηκε από το σχολείο ήταν «συμπεριφορά bullying». Ο Γιώργος ήταν «bully» και το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού είχε εγκαθιδρυθεί στο σχολείο αυτό σχεδόν δύο χρόνια και ήταν αδύνατον να το αντιμετωπίσουν. Οι δάσκαλοι ήταν ανάστατοι και δεν μπορούσαν, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές τους να αντιδράσουν αποτελεσματικά. Έτσι ζήτησαν τη βοήθειά μου.

Ρωτώ: Tι πιστεύετε ότι συμβαίνει;

Απάντηση: Τι να συμβαίνει; Αυτός είναι ο ορισμός του bullying….!

Κατά την αφήγηση της κατάστασης από τους υπεύθυνους του σχολείου παρατήρησα τα εξής:

– Οι αναφορές ήταν για έναν βίαιο μαθητή. Ο οποίος ήταν βίαιος τα τελευταία 2 χρόνια. Όλοι τον φοβόντουσαν και δεν ήξεραν πώς να τον αντιμετωπίσουν.

            Ρωτώ: Και γιατί τώρα;

         Απάντηση: Γιατί τώρα λιποθύμησε ένας μαθητής από τη ντροπή του, όταν τον πρόσβαλε πάρα πολύ έντονα μπροστά σε όλο το σχολείο.

– Βασικό θύμα του βίαιου μαθητή ήταν ένας άλλος μαθητής, αδύναμος, ήσυχος και μαλθακός. «Κλασσικό θύμα», μου λένε…

– Οι μέχρι τότε προσπάθειες του σχολείου ήταν να τιμωρούν τον μαθητή με επιπλήξεις (ήπιες) και να προσπαθούν να επικαλεστούν το φιλότιμό του («έλα τώρα», «μη κάνεις έτσι», «γιατί να σε φοβούνται τα άλλα παιδιά», «μη στεναχωρείς τις δασκάλες σου» και άλλα τέτοια που κάνουν συνήθως στα σχολεία).

– Στους γονείς δεν είχαν πει τίποτα επί δύο χρόνια διότι φοβόντουσαν και τον πατέρα του παιδιού – «bully», ο οποίος περιγραφόταν ως βίαιος και φωνακλάς. Ήταν ο γονιός που έκανε συνεχώς καταγγελίες για παρατυπίες κατά το εκπαιδευτικό έργο και συχνά επισκεπτόταν το σχολείο για να μαλώσει και να φωνάξει στους δασκάλους.

Συζητώντας, ρωτώντας και ψάχνοντας και στη βιβλιογραφία έπεσα πάνω στο «manual» του σχολικού εκφοβισμού: Dan Olweus, (Όλβιους) «Εκφοβισμός και βία στα σχολεία. Τι γνωρίζουμε και τι μπορούμε να κάνουμε».

Όλες οι αναφορές που βρήκα, αλλά και η γνώση των δασκάλων, ουσιαστικά βασίζονταν σε αυτό το βιβλίο.

Για να δούμε τι λέει:

Το φαινόμενο του σχολικού εκφοβισμού μελετήθηκε για πρώτη φορά στη Νορβηγία το 1978 και 9 χρόνια μετά, 1987, εμφανίστηκε στα επιστημονικά περιοδικά η ονομασία bullying. Ο εκφοβισμός μπορεί να οριστεί με τον ακόλουθο τρόπο: «ένας μαθητής γίνεται αντικείμενο εκφοβισμού ή θυματοποιείται όταν υποβάλλεται, κατ’ επανάληψη και κατ’ εξακολούθηση, σε αρνητικές ενέργειες από έναν ή περισσότερους άλλους μαθητές.»

Αρνητικές ενέργειες: όταν κάποιος προκαλεί σκόπιμα ή αποπειράται να προκαλέσει βλάβη ή ενόχληση σε κάποιο άλλο άτομο. Η αρνητική ενέργεια μπορεί να είναι μόνο λόγια (λεκτική), απειλές, χλευασμός, πείραγμα, βρισιές ή και σωματική, να χτυπάει, να σπρώχνει, να κλοτσάει, να τσιμπάει, να στριμώχνει. Επίσης μπορεί να μην είναι κανένα από αυτά αλλά να γίνεται με γκριμάτσες ή άσεμνες χειρονομίες με τον σκόπιμο αποκλεισμό κάποιου ατόμου από  μία ομάδα ή την άρνηση συμμόρφωσης προς την επιθυμία του θύματος.

Για να μιλήσουμε όμως για σχολικό εκφοβισμό –βία- πρέπει να υπάρχει διαφορά δύναμης (σχέση ασύμμετρης δύναμης), πράγμα που σημαίνει ότι ο μαθητής ο οποίος εκτίθεται στις αρνητικές ενέργειες δυσκολεύεται να αμυνθεί και είναι αβοήθητος έναντι εκείνου ή εκείνων που τον παρενοχλούν.

Γενικά συμπεράσματα καταγραφής και αναγνώρισης του φαινομένου (με βάση τον Olweus):

– Αυτοί που εκτίθενται περισσότερο είναι οι μικρότεροι σε ηλικία και οι ασθενέστεροι μαθητές.

– Τα αγόρια εμφανίζονται να εμπλέκονται περισσότερο στον άμεσο εκφοβισμό απ΄ ό,τι τα κορίτσια.  Ενώ τα κορίτσια στον έμμεσο εμπλέκονται στον ίδιο βαθμό με τα αγόρια.

– Η επιθετική συμπεριφορά είναι ένα αρκετά σταθερό ατομικό χαρακτηριστικό. Το να είσαι νταής ή θύμα είναι κάτι που μπορεί να διαρκέσει για μεγάλο διάστημα ίσως και για αρκετά χρόνια.

– Οι εξωτερικές αποκλίσεις (παχυσαρκία, κόκκινα μαλλιά, ασυνήθιστη προφορά, γυαλιά μυωπίας) παίζουν πολύ μικρότερο ρόλο στη γέννηση των προβλημάτων εκφοβισμού/θυματοποίησης από ό,τι πιστεύεται γενικά. Η σωματική δύναμη είναι η μόνη εξωτερική απόκλιση που φάνηκε να παίζει ρόλο.

Χαρακτηριστικά των θυμάτων:

– Περισσότερο αγχώδη και ανασφαλή από τον μέσο όρο. Επιφυλακτικά, ευαίσθητα και ήσυχα. Όταν δέχονται επίθεση αντιδρούν με κλάματα ή με απόσυρση. Παρουσιάζουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και έχουν αρνητική άποψη για τον εαυτό τους. Συχνά θεωρούν τον εαυτό τους αποτυχημένο και αισθάνονται ανόητοι και άχαροι, ενώ είναι και ντροπαλοί. Είναι απομονωμένα στο σχολείο και δεν έχουν έναν καλό φίλο. Είναι μάλλον αδύναμα. Αυτό το είδος θύματος είναι το λεγόμενο παθητικό ή υποτακτικό θύμα.  Και υπάρχει και το λεγόμενο προκλητικό θύμα, που χαρακτηρίζεται από ένα συνδυασμό αγχώδους και επιθετικής συμπεριφοράς, έως και υπερκινητικότητας.

Χαρακτηριστικά των νταήδων:

– Η επιθετικότητα προς τους συνομηλίκους. Έχουν θετική στάση απέναντι στη βία. Είναι παρορμητικοί και έχουν την ανάγκη να κυριαρχούν στους άλλους. Δεν έχουν ενσυναίσθηση προς τους άλλους. Έχουν μεγαλύτερη σωματική δύναμη. Υπάρχει μία άποψη ότι οι νταήδες είναι ανασφαλείς και αγχώδεις τύποι. Ο Olweus διαφωνεί. Πιστεύει το αντίθετο. Όταν δεν έχουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και ότι έχουν λιγότερο άγχος από τους άλλους. Χαρακτηρίζονται από ένα πρότυπο επιθετικής αντίδρασης σε συνδυασμό με σωματική δύναμη (τα αγόρια).

Ψυχολογικά αίτια της συμπεριφοράς: α) Έχουν να ανάγκη να αποκτούν δύναμη και κυριαρχία. Β) ο τρόπος που ανατράφηκαν μας κάνει να υποθέτουμε ότι έχουν αναπτύξει έναν βαθμό εχθρότητας προς το περιβάλλον. Αντλούν ικανοποίηση από το να πληγώνουν τους άλλους. Β) Η συμπεριφορά τους έχει όφελος. Κερδίζουν τσιγάρα, μπίρες, υλικά αγαθά. Και έχει και την ανταμοιβή του γοήτρου (Bandura).

Ο Olweus (Όλβιους) προτείνει να εξετάσουμε το bullying ως συνιστώσα ενός πιο γενικευμένου αντικοινωνικού και αντισυστημικού (διαταραγμένης συμπεριφοράς) προτύπου συμπεριφοράς. Ως τέτοιο προτείνει ότι μπορούμε να προβλέψουμε και τις μελλοντικές συμπεριφορές (παραβατικότητα, αλκοολισμός).

Μία γενική εικόνα είναι: – αυτό που φαίνεται να χαρακτηρίζει τον νταή είναι ο συνδυασμός ενός προτύπου επιθετικής αντίδρασης και σωματικής δύναμης. – αυτό που φαίνεται να χαρακτηρίζει το θύμα είναι ένα πρότυπο αγχώδους αντίδρασης και σωματικής αδυναμίας.

Και ο Όλβιους δίνει μία συνοπτική εικόνα του πώς μπορεί να αναπτυχθεί το φαινόμενο του bullying:

Κατά κανόνα ανάμεσα στα αγόρια μιας τάξης προκύπτουν κάποιες συγκρούσεις και διάφορες εντάσεις. Συνήθως υπάρχουν και κάποιες κάπως επιθετικές αλληλεπιδράσεις, εν μέρει ως αστείο, καθώς είναι και μία μορφή αυτοπροβολής και συσχετισμού δυνάμεων ανάμεσα στα αγόρια. Αν σε μία παρόμοια ομάδα υπάρχει ένας εν δυνάμει νταής ή και περισσότεροι αυτό θα επηρεάσει τις δραστηριότητες των αγοριών. Οι αλληλεπιδράσεις θα είναι πιο βάναυσες, πιο ανταγωνιστικές και πιο βίαιες. Η οξύθυμη ιδιοσυγκρασία του νταή και η έκδηλη ανάγκη του να επιβληθεί, να εξουσιάσει και να υποτάξει τους άλλους θα φανούν έντονα. Ακόμα και οι άνευ σημασίας αντιπαλότητες και αποτυχίες οδηγούν σε έντονες αντιδράσεις, οι οποίες πολλές φορές προσλαμβάνουν επιθετική μορφή εξαιτίας της τάσης του νταή να χρησιμοποιεί βίαια μέσα στις συγκρούσεις. Λόγω της σωματικής του δύναμης οι επιθέσεις του συνήθως είναι δυσάρεστες και επώδυνες για τους άλλους. Παρόλο που προτιμά να επιτίθεται στα πιο αδύναμα αγόρια, τα οποία είναι σίγουρος ότι θα νικήσει, δεν φοβάται να τα βάλει και με τα υπόλοιπα αγόρια της τάξης. Γενικά αισθάνεται σκληρός και έχει αυτοπεποίθηση.

Αν μέσα στην τάξη υπάρχει και ένας εν δυνάμει αποδιοπομπαίος τράγος (θύμα) –αγχώδης, ανασφαλής, με αβέβαιο, φοβισμένο ύφος και σωματικά αδύναμος – ο νταής θα τον ανακαλύψει πολύ σύντομα. Πρόκειται για τον αδύναμο κρίκο, για εκείνον που σε ενδεχόμενη επίθεση δεν αντιδρά, που φοβάται και κλαίει ίσως δεν θέλει ή δεν μπορεί να αποτρέψει τις επιθέσεις ούτε των σχεδόν ακίνδυνων ανταγωνιστών του. Γενικά δεν του αρέσει να συμμετέχει σε βίαια παιχνίδια με τα άλλα αγόρια. Αισθάνεται μάλλον μόνος και απομονωμένος.

Για ένα αγόρι με τάσεις να κάνει τον νταή ο εν δυνάμει αποδιοπομπαίος τράγος είναι ο ιδανικός στόχος. Το άγχος του, ο ευάλωτος χαρακτήρας του και το κλάμα του του προσφέρουν σαφώς το συναίσθημα της ανωτερότητας και της υπεροχής, καθώς και ένα είδος ικανοποίησης των κάπως ακαθόριστων εκδικητικών επιθυμιών του.

Όμως, επειδή συνήθως ο νταής θέλει να τον ακολουθούν και άλλοι, ύστερα από λίγο προτρέπει τους κολλητούς του να «στριμώξουν» το θύμα. Πάντα υπάρχει κάτι στην εμφάνισή του, στο ντύσιμο ή στους τρόπους του αποδιοπομπαίου τράγου που λειτουργεί ως άλλοθι για να του ριχτούν. Πολλές φορές ο νταής αντλεί την ίδια ευχαρίστηση από το να βλέπει άλλα αγόρια να παρενοχλούν το θύμα σαν να το έκανε ο ίδιος.

Πότε πότε και άλλα αγόρια παίρνουν μέρος στην παρενόχληση του αποδιοπομπαίου τράγου, αφού πρόκειται για έναν ασφαλή στόχο: όλοι ξέρουν ότι είναι αδύναμος και δεν τολμά να ανταποδώσει. Ενώ κανένα από τα δυνατότερα παιδιά της τάξης δεν τον υπερασπίζεται. Κακομοίρης είναι, του αξίζει να φάει και καμιά σφαλιάρα.

Σταδιακά το θύμα απομονώνεται όλο και περισσότερο από τους συνομηλίκους του. Το ήδη χαμηλό κύρος του στην ομάδα πέφτει όλο και περισσότερο από τα προκλητικά πειράγματα και τις επιθέσεις. Όλοι βλέπουν ότι δεν αξίζει τίποτα. Φαίνεται πως μερικά αγόρια φοβούνται ότι αν κάνουν παρέα μαζί του, θα μειωθεί το δικό τους κύρος ή θα υποστούν την περιφρόνηση και την αποδοκιμασία των άλλων. Ορισμένοι μπορεί και να φοβούνται ότι θα καταλήξουν κι εκείνοι στην ίδια θέση. Στο τέλος η απομόνωση είναι ολοκληρωτική.

Αυτή είναι μία πολύ εύκολα κατανοητή ιστορία. Μία αφήγηση που κάνει νόημα σε όλους τους εκπαιδευτικούς (αλλά και άλλους ανθρώπους που την ακούνε). Τους φαίνεται πολύ οικεία. Και –κατά τη γνώμη μου- καθοδηγεί και τη σκέψη και τη δράση τους.

Αυτό που τράβηξε την δική μου προσοχή στην παραπάνω παρουσίαση (αλλά και σε όλο το βιβλίο) είναι ότι η έμφαση δίνεται στα λεγόμενα «χαρακτηριστικά» των παιδιών. Χαρακτηριστικά τα οποία τα παιδιά τα «έχουν» και, όταν οι συνθήκες το επιτρέψουν, αυτά εμφανίζονται, κάποιος τα ανακαλύπτει, τα φέρνει στην επιφάνεια από εκεί που είναι θαμμένα  και δημιουργείται το φαινόμενο γνωστό και ως bullying. Φαινόμενο το οποίο έρχεται να διαταράξει την κατά τα λοιπά ομαλή και δημιουργική σχολική ζωή…

Στη Συστημική λέμε συχνά, αν θέλεις να δει κάτι, όρισε το πλαίσιο. Οτιδήποτε συμβαίνει, συμβαίνει πάντα σε ένα πλαίσιο. Ποιο είναι λοιπόν το πλαίσιο στο οποίο αυτή τη περιγραφή, αυτή η αφήγηση, η προσέγγιση του Όλβιους κάνει νόημα στον κόσμο που την προσεγγίζει;

Επιτρέψτε μου να ορίσω (αυθαίρετα φυσικά) ότι: «Το πλαίσιο μέσα στο οποίο όμως η κατανόηση αυτού του φαινομένου είναι εύκολη είναι αυτό της εξοικείωσής μας με μία αφθονία ετικετών, κατηγοριών, διαγνώσεων και βασικά ελλείμματος στον πολιτισμό μας. Παντού γύρω μας καθημερινά, ερχόμαστε αντιμέτωποι με ένα ακόμα πρόβλημα το οποίο πρέπει να προσέξουμε, έναν κίνδυνο τον οποίο θα μπορούσαμε να επιβάλλουμε στον εαυτό μας ή στους άλλους ή μία αξιολόγηση που θα μπορούσε να μολύνει το μέλλον το δικό μας ή των παιδιών μας. Ζούμε και είμαστε μέρη ενός Οργανισμού ο οποίος στην κυρίαρχη περιγραφή είναι ένας οργανισμός ο οποίος δέχεται συνεχώς και από παντού επιθέσεις που εποφθαλμιούν  των ευημερία ή/και την κανονικότητά του. Υπάρχει πάντα ένας κίνδυνος που καραδοκεί στους δρόμους, στους κοινωνικούς μας θεσμούς, στις σχέσεις μας και στα σώματά μας. Και αν δεν είμαστε σε θέση να αντιμετωπίσουμε αυτόν τον κίνδυνο, να τον διαχειριστούμε να τον ελέγξουμε, θα προσδιοριστούμε –θα ετικετοποιηθούμε – ως ανεπαρκείς από τους δασκάλους, τους θεραπευτές, τους γιατρούς, τους δικαστές, τους εργοδότες, τα μέλη της οικογένειας και τους φίλους μας.»

Τα παραπάνω αναφέρει η Sheila McNamee (καθηγήτρια Επικοινωνίας στο πανεπιστήμιο του New Hampshire. Η McNamee είναι κοινωνική κονστρουξιονίστρια, συνεργάτιδα του Kenneth Gergen, πρωτοπόρου του Κονστρουξιονισμού, και αντιπρόεδρος του Ινστιτούτου Taos στις ΗΠΑ (Οχάιο) ). Και  σημειώνει: « η αξιολόγηση είναι κυρίαρχη σε κάθε θεσμικό και πολιτισμικό πλαίσιο της κοινωνίας μας. Το βλέπουμε όχι μόνο στην ψυχική υγεία αλλά και στην εκπαίδευση, τη υγειονομική περίθαλψη, τις επιχειρήσεις, τη κυβέρνηση αλλά και στις οικείες σχέσεις μας με την οικογένεια, τους φίλους, τους συναδέλφους, τους γείτονες. Και αναρωτιέται γιατί υπάρχει τέτοια πληθώρα αξιολόγησης γενικά και μία επείγουσα ανάγκη να αποκαλύψουμε προβλήματα, παθολογίες, ελλείμματα, ανεπάρκειες;» Και υποθέτει (και εγώ συμφωνώ) ότι αυτή η τάση είναι αποτέλεσμα – συνέπεια  του Ατομικισμού ως κυρίαρχη ιδεολογία της Δυτικής παράδοσης.

Ας ορίσουμε τον Ατομικισμό:

Aτομικισμός ή ιντιβιντουαλισμός (γαλλ. individualisme):

 Κοσμοθεωρία που στηρίζεται ουσιαστικά στην απόδοση μιας απόλυτης αξίας στο μεμονωμένο άτομο, σε αντιπαράθεση με την κοινωνία, που δεν νοείται όμως ως συγκεκριμένο κοινωνικό σύστημα. Ο ατομικισμός εκφράζεται στην καθημερινή συμπεριφορά με την ηθική ατομικιστική διαγωγή , όπως επίσης και με αφηρημένες αντιλήψεις στον τομέα της ηθικής φιλοσοφίας, ιδεολογίας και πολιτικής. Στις ατομικιστικές αντιλήψεις ο άνθρωπος περιγράφεται ως αντικοινωνική οντότητα, εξαρχής ασύνδετη με την κοινωνία, την οποία ανέχεται, έχοντας παραχωρήσει σημαντικό μέρος των ατομικών ελευθεριών και δικαιωμάτων του. Η αρχαία ελληνική φιλοσοφία βασίζεται κατά κύριο λόγο στον ατομικισμό, με την έννοια ότι θεωρεί το άτομο βασικό κύτταρο της κοινωνίας. Από την άποψη της μεταφυσικής, είναι η διδασκαλία σύμφωνα με την οποία κάθε άτομο υπάρχει αποκλειστικά ατομικά και όχι κοινωνικά. Ο ατομικισμός, η απόλυτη δηλαδή πεποίθηση ότι το άτομο, στην επιδίωξη του συμφέροντός του, θα πράξει το καλύτερο, υπήρξε η βασική ιδέα της φιλελεύθερης σχολής που ιδρύθηκε από τον Άγγλο οικονομολόγο Σμιθ (Adam Smith) και είναι το φιλοσοφικό υπόβαθρο του  καπιταλισμού. Οι ιδέες του ατομικισμού εξακολουθούν να επηρεάζουν όλες τις σχολές, χωρίς να εξαιρούνται ούτε και οι σοσιαλιστικές.

Ο καθηγητής Φιλοσοφίας Άγγελος Μπέγζος ( καθηγητής Συγκριτικής Φιλοσοφίας της Θρησκείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών) αναφέρει: Μιλώντας για ατομικισμό εννοούμε την απόλυτη προτεραιότητα και μονομερή αποκλειστικότητα του ατομικού Εγώ απέναντι σε κάθε Άλλο (ατομικό ή συλλογικό) και υπεράνω κάθε  Όλου (πίστης, ιδεολογίας, κράτους, κόμματος, θρησκείας, έθνους). Με τον ατομικισμό υποσκάπτεται ο ολοκληρωτισμός των θρησκειών και των ιδεολογιών προσφέροντας στον άνθρωπο της νεωτερικότητας τη χειραφέτηση από δεσμά και την απελευθέρωση από φραγμούς, θεσμικούς ή/και συνειδησιακούς. Όμως ο ελλείπων κρίκος του ατομικισμού ως αντίδοτου στον ολοκληρωτισμό, η αναπόφευκτη σκιά και η αθέμιτη παρενέργεια του ατομικισμού, είναι ότι το Εγώ υπερδιογκώνεται σε βάρος του Άλλου και του Όλου, έτσι ώστε μαζί με τα δεσμά να αποκόπτονται και οι δεσμοί του Εγώ προς το Άλλο και η αναφορά του προς το Όλο.

Ο ατομικισμός σπαργανώθηκε στον ανθρωπισμό της Αναγέννησης και του Διαφωτισμού, αλλά αργότερα εκφυλίσθηκε στον άκρατο ατομικισμό του φιλελευθερισμού της αγοράς και με αυτόν τον τρόπο τα καθ΄ όλα θεμιτά και απαραίτητα ανθρώπινα δικαιώματα παραποιήθηκαν σε αυτόνομα ατομικά δικαιώματα

 

Η Sheila McNamee (σε άρθρο της (η κοινωνική κατασκευή της διαταραχής) στο Studies in Meaning: Exploring Constructivist Psychology) γράφει: «Ο ατομικισμός, ως ιδεολογία, μας προσκαλεί να προσεγγίσουμε τον κόσμο σαν εμείς, μόνοι, να μπορούμε να τον εξημερώσουμε. Είναι το άτομο που μπορεί να λύσει τα προβλήματα, να πάρει αποφάσεις, να σκεφτεί λογικά και να ενεργήσει αποτελεσματικά.»

Σκεφτείτε όλα τα βιβλία αυτοβοήθειας και καθοδήγησης για το πώς πρέπει να ζείτε. Κάνε αυτό! Κάνε το άλλο! Μην αφήσεις το τάδε να σου κάνει αυτό στο δείνα! Εσύ μπορείς! Στο χέρι σου είναι! 10 τρόποι για να πετύχεις το τάδε ή το δείνα! ΟΚ. Τι συμβαίνει όμως όταν οι ατομικές αυτές προσπάθειές μας αποτυγχάνουν; Η McNamee λέει:  «…σε εκείνες τις περιπτώσεις όταν τέτοιες δραστηριότητες δεν είναι δυνατές, όταν τα αποτελέσματα των ενεργειών κάποιου δεν τον οδηγούν μπροστά με επιτυχείς τρόπους, μένουμε με την επιλογή της επίπληξης του ατόμου για τις υποανεπτυγμένες ικανότητές του ή της επίπληξης των ευρύτερων πολιτιστικών θεσμών που εμφάνισαν τα άλυτα προβλήματα κατά πρώτο λόγο».

Ο κυρίαρχος λόγος του ατομικισμού στρέφει την προσοχή μας σε τεχνικές και διαδικασίες που διασφαλίζουν ότι αναπτύσσουμε τα είδη των ατόμων που επιθυμούμε στον πολιτισμό μας. Η προσοχή τοποθετείται στη μετάδοση πληροφοριών, σε αντιδιαστολή με τη οικοδόμηση κοινοτήτων και σχέσεων εντός των οποίων οι άνθρωποι μπορούν να ζήσουν και να συντονίσουν τις δραστηριότητές τους.

Ο Retzer Arnold, (κονστρουκτιβιστής, γερμανός συστημικός θεραπευτής, εκπρόσωπος της Σχολής της Χαϊδελβέργης) σε άρθρο του στο περιοδικό Familiendynamik, αναφέρεται σ’ αυτή τη διαδικασία : «Η μεταφορά του μοντέρνου κράτους ως ένα κράτος που ασκεί την κηπουρική (Bauman Zygmunt πολωνός κοινωνιολόγος, 1991) συνοψίζει πολύ εύστοχα τη δραστηριότητα αυτή. Από αυτήν προκύπτουν πρακτικά καθήκοντα της διαφώτισης, καθήκοντα διεξαγωγής προδιαγραφών εκτροφής, της παιδαγωγικής – ενός είδους σχολής δενδροκομίας της διαφώτισης των ανθρώπων, του social engineering, το οποίο έχει κάνει καθήκον του να επιλαμβάνεται προβλημάτων αντίστοιχα με μία φύση που πρέπει να κυριευθεί, να τιθασευτεί, να βελτιωθεί και να αναμορφωθεί, όπως ένας κήπος, ο σχεδιασμός του οποίου πρέπει στην ανάγκη να επιβληθεί βίαια και να εξασφαλιστεί. Δημιουργήθηκε το καθήκον της επιστήμης: η δραστηριότητα της τακτοποίησης. Η επιστήμη θεωρούνταν δραστικό εργαλείο με το οποίο ο κόσμος μπορούσε να βελτιωθεί και να αναμορφωθεί σύμφωνα με το ανθρώπινο σχέδιο. Η τάξη της κανονικότητας, της υγείας και της υγιεινής ήταν περίπου οι στόχοι μιας μοντέρνας επιστήμης.» Μ’ αυτό τον τρόπο ο Retzer περιγράφει τον Μοντερνισμό, ως ρεύμα σκέψης, φιλοσοφίας, πολιτισμού που κυριάρχησε τα τελευταία πολλά χρόνια, μαζί με το σύστημα αξιών του. Οι ιδέες της λογικής, της διαφώτισης της επιστήμης και του ορθολογισμού, της τάξης. Ο Rene Descartes (φιλόσοφος, μαθηματικός, φυσικός επιστήμονας, 1596-1650) είναι ίσως ο βασικός πάροχος των ιδεών του Μοντερνισμού. Αυτός απαιτεί τη σαφήνεια και τον καθορισμό όλων των δεδομένων που συμπεριλαμβάνονται σε συμπεράσματα. Προϋπόθεση είναι «ότι για κάθε πράγμα υπάρχει μία και μόνη αλήθεια και ότι όποιος βρει την αλήθεια γνωρίζει για το πράγμα όλα όσα μπορεί κάποιος να γνωρίζει». Πρέπει από το χάος να δημιουργηθεί η τάξη της μονοσημίας, η μονοσημία της αλήθειας (Retzer).

Εξέλιξη της επιστήμης : Ήδη επισημάναμε ότι η επιστημονική σκέψη, βασισμένη στον ορθό λόγο, την παρατήρηση είναι η νέα θρησκεία. Η φαινομενικά απεριόριστη δυνατότητα γνώσης άνοιξε απέραντες προοπτικές τεχνολογικής εφαρμογής. ∆ημιουργήθηκε η ιδεολογία του επιστημονισμού, δηλαδή ιδεολογία της απεριόριστης πίστης στις δυνατότητες της επιστήμης, σε συνδυασμό με την ταύτιση της έννοιας της γνώσης αποκλειστικά με την επιστημονική γνώση: Το νέο δόγμα  (δηλ. το δόγμα του Μοντερνισμού) είναι ότι «μπορούμε να γνωρίζουμε μόνον ό,τι γνωρίζουμε με τους κανόνες της επιστήμης», δηλαδή δεν υπάρχει άλλη γνώση έξω από την επιστημονική. Έτσι δημιουργείται και η απεριόριστη αισιοδοξία στις δυνατότητες της επιστήμης ως προς τον συνετό έλεγχο του κόσμου για τα καλό του ανθρώπου. Τόσο για το υλικό καλό του κόσμου, όσο και για το πνευματικό και το κοινωνικό. Η έννοια της προόδου έγινε βασική αξία για την εκσυγχρονισμένη κοινωνία και ταυτίστηκε με τον λόγο ύπαρξής της.

Ο Retzer παραθέτει τις βασικές θεωρίες για τη βία:

 1) Η βία είναι μία λειτουργία του βιολογικού συστήματος

Σε αυτή τη θεμελιώδη προτίμηση βασίζονται οι διδασκαλίες του ορμέμφυτου και του ενστίκτου (Freud, Lorenz, Koestler). O Freud βλέπει την ανθρώπινη επιθετικότητα και τη βία ως έκφραση ενός θεμελιώδους, τελικά, βιολογικά θεμελιωμένου ενστίκτου, του ενστίκτου του θανάτου. Ο Koestler Arthur υποθέτει μία συναισθηματική κυριαρχία των παλαιότερων στην ιστορία του είδους εγκεφαλικών στοιβάδων, η οποία οδηγεί σε μία ενδημική ανεπάρκεια του ανθρώπινου νευρικού συστήματος, με τις οποίες μπορούν να εξηγηθούν οι πόλεμοι και η βία και οι οποίες καθιστούν το άτομο έναν ανεπίδοτο της εξέλιξης. Ο Lorenz (ηθολόγος – On Aggression) υποθέτει ένα κληρονομικό επιθετικό ένστικτο το οποίο βρίσκεται στην υπηρεσία ενός αγώνα επιβίωσης του είδους.

Σύμφωνα με αυτές τις θεωρίες η επιθετικότητα και η βία είναι φυσικά δεδομένα και απαράλλακτα. «Ειδικά η επίγνωση ότι το ένστικτο της επιθετικότητας είναι ένα γνήσιο πρωταρχικά συντηρητικό του είδους ένστικτο, μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε την πλήρη επικινδυνότητά του. Ο αυθορμητισμός του ενστίκτου είναι που το κάνει τόσο επικίνδυνο. Αν ήταν μόνο μία αντίδραση σε ορισμένες εξωτερικές συνθήκες, όπως υπέθεταν πολλοί κοινωνιολόγοι και ψυχολόγοι, τότε η κατάσταση της ανθρωπότητας δεν θα ήταν και τόσο επικίνδυνη όσο πραγματικά είναι (Lorenz). Ως διέξοδος προβλέπεται η δυνατότητα να μειωθεί η βία με το να γίνει τελετουργική: μπορεί από καιρό σε καιρό να εκτονωθεί σε ορισμένα πλαίσια π.χ. αθλητισμό και να στραφεί σε μη-προβληματικά αντικείμενα.

2) Η βία είναι μία λειτουργία ελλιπούς ηθικής συνείδησης.

Ο Erich Fromm (1974) βλέπει το αίτιο μιας κακοήθους βίας που στοχεύει στην καταστροφή σε μία αδυναμία του χαρακτήρα, σε μία έλλειψη ανθρωπιστικών αξιών. Η θεωρία υπονοεί ως  προφύλαξη από τη βία την εισαγωγή μας αλλαγής της συνείδησης μέσα από την ενίσχυση των ηθικών αξιών. Ταυτόχρονα φτάνει σε παθολογικοποιητικές διαγνώσεις των «μεγάλων αδύναμων χαρακτήρων»: Ο Στάλιν υπέφερε από «μη σεξουαλικό σαδισμό». Ο Χίμλερ από «πρωκτικό αποθησαυριστικό σαδισμό» Ο Χίτλερ από «νεκροφιλία». [Τα ίδια και για τα παιδιά που ασκούν βία στα σχολεία.]

Στην ίδια ομάδα θεωριών μπορούν να συνυπολογιστούν και οι ιδέες του Kohlberg Lawrence, 1984. Υποθέτουν μία άμεση συνάφεια ανάμεσα στο επίπεδο μιας «ηθικής – γνωστικής εξέλιξης» και στο βαθμό των πράξεων βίας. Συνεπώς καθορίζονται και οι προτάσεις για θεραπεία. Αυτές απαιτούν καλύτερη μόρφωση, η οποία θα πρέπει να οδηγεί σε ένα υψηλότερο επίπεδο της ηθικής – γνωστικής εξέλιξης.

Και οι δύο ομάδες θεωριών ακολουθούν στη λογική τους την κλασσική ορθολογική θέση ότι η ηθική και η επίγνωση είναι ταυτόσημες, ότι δηλαδή ο άνθρωπος μπορεί τόσο να ανακαλύπτει πώς είναι φτιαγμένος ο κόσμος, όσο και το πώς πρέπει να φέρεται σωστά ηθικά και ενάρετα στον κόσμο αυτό. Η λογική αυτή συνεχίζεται με συνέπεια στην πεποίθηση ότι οι άνθρωποι κάνουν εγκλήματα και πράξεις βίας μόνο επειδή κάνουν (ακόμα) λάθος. Δεν τα έχουν καταλάβει (ακόμα) όλα. Η παράσταση αυτή προϋποθέτει λοιπόν ότι μέσα από τον διαφωτισμό θα ήταν αναγνωρίσιμη η σωστή (ηθικά δικαιολογημένη) δράση.

Η μόρφωση, ο διαφωτισμός, η διαπαιδαγώγηση ή –σε οξύτερη μορφή – η θεραπεία αποτελούν στη συνέχεια τη μοναδική εγγύηση για τη μεταμόρφωση του εν δυνάμει βίαιου και απάνθρωπου ατόμου σε ένα ηθικό, δηλαδή κοινωνικοποιημένο και λογικό άτομο.

Κάπως έτσι δεν θα λέγαμε ότι είναι οργανωμένη και η Εκπαίδευση στη λεγόμενη Δυτική κοινωνία; Η υποχρεωτική εκπαίδευση των 9 ετών που όλοι πρέπει να περάσουν μου θυμίζει την μεταφορά με τον κήπο και τα φυτά (Bauman – Κηπουρική) που πρέπει να καλλιεργηθούν με συγκεκριμένο τρόπο ώστε να αποδώσουν καρπούς. Σκεφτείτε παρακαλώ ότι αυτή η μεταφορά είναι διάχυτη σε όλη την διαπαιδαγώγηση – ανατροφή των παιδιών σήμερα. Σπέρνεις για να θερίσεις αργότερα. Διάβαζε 15 ώρες την ημέρα για να καρπωθείς αργότερα τους κόπους σου κτλ κτλ.

Ο τρόπος διαπαιδαγώγησης επίσης θεωρείται ο ηθικά και –κυρίως- επιστημονικά ο σωστός. Μεγάλοι καθηγητές και ειδικές επιτροπές ασχολούνται συνεχώς με αυτόν και τον προσαρμόζουν στα νέα «δεδομένα» των σύγχρονων επιστημών. Σε αυτό το μοντέλο κάθε έλλειψη θεωρείται παθολογική. Κάθε συμπεριφορά που δεν ακολουθεί την προβλεπόμενα προσεγγίζεται με την οπτική της διαταραχής. Δεν θεωρώ τυχαίο ότι το ονομαζόμενο bullying μεταφράζεται ως σχολικός εκφοβισμός. Με έμφαση στο «σχολικός». Η έκπληξη της εξαίρεσης από τα προσδοκώμενα θετικά (ελεγχόμενα) αποτελέσματα της διαπαιδαγώγησης εκφράζεται μέσα από την ονομοτοδοσία του φαινομένου της νεανικής βίας με το επιθετικό προσδιορισμό «σχολικός». Είναι το σχολικό περιβάλλον που δημιουργεί το ειδικό πλαίσιο αυτή η συμπεριφορά να αποτελεί διαταραχή. Απόκλιση από το φυσιολογικό. Η επιστήμη της ψυχολογίας ενισχύει και υπογράφει αυτή τη προσέγγιση.

Η παραπάνω περιγραφή αλλά και η γενικότερη προσέγγιση του φαινομένου bullying βασίζεται στην αυθαίρετη ιδέα ότι τα πράγματα δεν θα έπρεπε να είναι έτσι. Στην ιδέα ότι τα πράγματα θα έπρεπε να είναι αλλιώς. Υπάρχει μία βασική ιδέα σχετικά με το πώς θα έπρεπε να λειτουργεί ο άνθρωπος. Και το πώς η Επιστήμη μπορεί να παρέμβει για να αλλάξει κατά το «πρέπον» τα πράγματα.

«Η ατομιστική παράδοση (γράφει η Sheila McNamee) υπερασπίζεται τον εαυτό ως μία πηγή η οποία δημιουργεί σκέψη και δράση. Συνεπώς, διεξάγουμε ψυχοθεραπεία, εκπαιδεύουμε ατομικά μυαλά, ανταμείβουμε και τιμωρούμε άτομα στην εργασία και θεωρούμε τα άτομα υπεύθυνα για όλες τις πράξεις, σκέψεις, πεποιθήσεις τους. Με δυο λόγια, το άτομο είναι η αδιαφιλονίκητη φυσική οντότητα του ενδιαφέροντος στις προσπάθειές μας να καταλάβουμε την κοινωνική ζωή. Προκειμένου να καταλάβουμε την πολυπλοκότητα της κοινωνικής συναλλαγής πρέπει να αρχίσουμε από το άτομο που είναι η βασική μονάδα εξέτασης.

Ο Ατομικισμός μας προσκαλεί σε πρότυπα επίπληξης και αξιολόγησης. Αν οι ενέργειές μου παρακινούνται από τις εσωτερικές μου, ατομικές πεποιθήσεις, αξίες, υποχρεώσεις, τότε οποιοδήποτε ελάττωμα ή έλλειμμα πρέπει επίσης να θεωρείται ότι βρίσκεται μέσα μου και έτσι θεωρούμαι υπεύθυνος για τις πράξεις μου. Αν είμαι υπεύθυνος για τις πράξεις μου και αυτές κρίνονται λανθασμένες ή ακατάλληλες, τότε είμαι ο μοναδικός που φταίει. Η δυσλειτουργία μου βρίσκεται μέσα μου. Η αποτυχία μου είναι η ανικανότητά μου. Οι άλλοι τότε γίνονται αξιολογητές και συμμετέχουν σε συνομιλίες επίπληξής μου.»

Τι κάνει λοιπόν η Παιδαγωγική όταν συναντά το φαινόμενο της σχολικής βίας;

– Καλεί την Ψυχολογία για βοήθεια. Την επιστήμη των Διαταραχών.

Και τι κάνει η Ψυχολογία;

– Διάγνωση: Η βία είναι διαταραχή.

Η κυρίαρχη τάση στην ψυχοθεραπεία, συνεχίζει η  Sheila McNamee, που ακολουθεί την κυρίαρχη τάση στην Ψυχολογία, παρέχει διάγνωση για τα ψυχολογικά δεινά ενός ατόμου. Το επάγγελμα απαιτεί πρώτα από όλα να προσδιορίζεται μία διάγνωση πριν τη μετακίνηση προς την επίλυση του προβλήματος ή τη θεραπεία. (το bullying θα μπορούσε να ονομαστεί και διάγνωση στο παράδειγμά μας). Στην πραγματικότητα η ψυχοθεραπεία είναι στενά συνδεδεμένη με το ιατρικό επάγγελμα και η κυρίαρχη πεποίθηση είναι ότι η θεραπεία, προκειμένου να προχωρήσει απαιτεί διάγνωση. Πώς θα μπορούσε ένας θεραπευτής να προχωρήσει τη θεραπεία ενός πελάτη αν αυτός ο θεραπευτής λειτουργούσε χωρίς μία σαφή ιδέα του ποιο είναι το πρόβλημα του πελάτη κατά πρώτο λόγο;

 -Η διάγνωση στην ψυχοθεραπεία απαιτεί τη διάγνωση ενός προσώπου. [Ο Olweus αναφέρεται συχνά στην προσωπικότητα του θύτη και του θύματος]. Αν η ταυτότητα κάποιου βρίσκεται μέσα στο πρόσωπο, όπως μας λέει ο ατομικισμός, τότε όλα αυτά που είναι προβληματικά πρέπει να προέρχονται από τον εσωτερικό νου ή την ψυχή αυτού του προσώπου. [παραπομπή στις θεωρίες για τη βία που ανέπτυξε ο Retzer]

– Η διάγνωση απαιτεί τη συζήτηση του προβλήματος. Η ψυχοθεραπεία, η διάγνωση και τα προβλήματα είναι όροι που φυσικά πηγαίνουν μαζί. Επιδιώκουμε τη θεραπεία όταν αισθανόμαστε άβολα, αναστατωμένοι ή διαταραγμένοι. Τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά και η θεραπεία είναι ένα από τα μέρη που στρεφόμαστε για βοήθεια. Λαμβάνοντας υπόψη αυτή την υπόθεση είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς τη χρησιμότητα μιας θεραπευτικής διαδικασίες όπου το κεντρικό θέμα συζήτησης δεν θα είναι προσανατολισμένο προς το πρόβλημα.

– Η διάγνωση γίνεται στίγμα για το άτομο. Ο τομέας της ψυχολογίας κουβαλάει μαζί του ένα υπονοούμενο (ή και νοούμενο) σύνολο αξιών. Υπάρχουν τρόποι του να υπάρχεις στον κόσμο οι οποίοι προτιμώνται έναντι άλλων.

– Η διάγνωση αποτελεί μία αξιολογητική διαδικασία. Δεν είναι ουδέτερη αξιών. Η διάγνωση δεν περιγράφει απλά το τι υπάρχει «εκεί». Μάλλον η διάγνωση λειτουργεί ως ηθική κρίση. Μεταδίδει το έλλειμμα του ενός σε άλλους. Σκεφτείτε την περίπτωση της Διαταραχής της Διάσπασης Προσοχής ή της Σχολικής Βίας. Η αδιαφιλονίκητη αξία μέσα σε αυτήν τη διάγνωση είναι μία ήσυχη, ήρεμη και τακτική σχολική τάξη. Υπάρχει μία υπόθεση ότι η κίνηση σε γρήγορο ρυθμό από το ένα πράγμα στο άλλο – ανάλογα με το τι συλλαμβάνει η προσοχή μας- είναι κακό ή λάθος.

Κι όμως: τα παιδιά που μεγαλώνουν στην παγκοσμιοποιημένη οικονομία και κοινωνία του σήμερα δυσκολεύονται να αποφύγουν την πολλαπλότητα των δραστηριοτήτων που τα περιβάλλει. Αντί να τα παθολογικοποιήσουμε για τα πρότυπα συσχέτισης στα οποία έχουν εξοικειωθεί, ποια δυνατότητα θα μπορούσε να υπάρχει στα σχολεία και στους γονείς που να κινούσε μια διερεύνηση στο πώς η τάξη θα μπορούσε να ενσωματώσει ή να μιμηθεί τον ερεθισμό που παρέχεται από τη διάχυση της τεχνολογίας στις ζωές αυτών των παιδιών και το γρήγορα ρυθμό της σύγχρονης ζωής. [το ίδιο και για τη βία].

Διαβάζοντας κανείς τη βιβλιογραφία σχετικά με τη σχολική βία θα διαπιστώσει όλα τα παραπάνω. Διάγνωση και χαρακτηρισμοί, αξιολογήσεις και επιπλήξεις. Τα αναφέρω και στην αρχή.

Προτάσεις – Ιδέες – Σκέψεις

Ξεκινώντας τη συζήτηση για τις προτάσεις και τις νέες ιδέες έπεσα πάνω σε μία συνέντευξη του Διευθυντή του σχολείου Summerhill:

– Δηλαδή στο Summerhill επιτρέπεται να είσαι κακός;

– Όχι, δεν καταλάβατε. Δεν επιτρέπεται! Αν σε χτυπήσω, θα φάω πρόστιμο. Αλλά ηθικά δεν το θεωρούμε κάτι ανεπίτρεπτο. Δεν πιστεύουμε ότι είσαι ξαφνικά χειρότερος άνθρωπος, αλλά ότι περνάς μια κακή φάση. Αυτό είναι όλο. Και είναι τελείως διαφορετικό από τα περισσότερα σχολεία όπου όταν είσαι κακός, σε χαρακτηρίζουν και κακό. Αυτή είναι μια λεπτή και σημαντική διαφορά.

Παρατηρώντας -και- τη σχολική βία μέσα από μία συστημική ματιά θα μπορούσαμε να πούμε τα εξής:

– Η συστημική οπτική μπορεί να δει τη σχολική βία μέσα από ένα σχεσιακό και πλαισιακό πρίσμα.

– Μία συστημική ματιά μπορεί να εξετάσει τις πιθανές πολύπλοκες σημασίες που μπορεί να έχει η βία για τους συμμετέχοντες, να αποκαλύψει άλλους τομείς στρες στο σύστημα και να επιτρέψει και στον θεραπευτή να μην είναι «υποχρεωμένος» να κυνηγά μία καμουφλαρισμένη «αλήθεια» αλλά να παραμείνει περίεργος και ανοιχτός ως προς το σύστημα που έχει απέναντί του.

–  Η βία μπορεί να νοηθεί αφηρημένα ως μία προσπάθεια αντιμετώπισης εσωτερικού ή εξωτερικού στρες μέσα σε καταστάσεις ζωής ή σχέσης που βιώνονται ως υπερπολύπλοκες, δηλ, ως στρατηγική ελέγχου, η οποία –τουλάχιστον προσωρινά- παρέχει ένα ατομικό αίσθημα ασφάλειας. Μπορούμε λοιπόν να δούμε τη βία όχι ως έκφραση ενός επιθετικού ενστίκτου ή μία αμετάβλητη προσωπική ιδιότητα, αλλά ως ένα πρωτόγονο μηχανισμό αντιμετώπισης για τη μείωση της πολυπλοκότητας. Η συστημική προσέγγιση είναι στραμμένη προς το να αυξάνει διαρκώς την ιδία πολυπλοκότητα των δρώντων συστημάτων (ατόμων, οικογενειών, φορέων), συνεπώς και τις δυνατότητες αντιμετώπισης των πολύπλοκων καταστάσεων της ζωής για όλους τους συμμετέχοντες. Η αύξηση της ιδίας πολυπλοκότητας μέσα από την ενίσχυση των αποθεμάτων σε δράστες και θύματα είναι μια κατεύθυνση πιο βοηθητική.

– Τα πάντα συμβαίνουν μέσα σε πλαίσιο. Το συναίσθημα, η σκέψη, η δράση των ανθρώπων συμβαίνει πάντα μέσα σε κάποιο πλαίσιο, το οποίο επηρεάζει την υποκειμενική νοηματοδότηση αυτού που συμβαίνει. Όταν μία συγκεκριμένη συμπεριφορά εμφανίζεται ως αδύνατη να την κατανοήσει κάποιος, να την συναισθανθεί, θα μπορούσε ενδεχομένως μία διευρυμένη αντίληψη του πλαισίου (διευρυμένη οικογένεια, βιογραφία, περιβάλλον, πολιτισμικό φόντο κτλ) να κάνει δυνατές καινούργιες σημασιοδοτήσεις και, συνεπώς, κατανόηση.

– Στη δυναμική της σχολικής βίας εμπλέκονται όλοι οι συμμετέχοντες, δηλ. συμβάλουν με τη δράση τους στις σχέσεις, στην παραγωγή, διατήρηση και επίλυση των προβλημάτων. Αυτό ισχύει τόσο για τους ενήλικες όσο και για τα παιδιά, αφού η εκάστοτε συμπεριφορά αποτελεί μέρος ενός υπό ορισμένες συνθήκες προβλέψιμου σχήματος συναλλαγών το οποίο μπορεί να ξεδιπλώσει μία ορισμένη δυναμική (η εμπλοκή δεν έχει ως προϋπόθεση ούτε τη συνειδητότητα ούτε την πρόθεση).

– Από την  παραπάνω εμπλοκή όμως όλων των συμμετεχόντων δεν συνάγεται ότι όλοι επηρεάζουν τα συμβαίνοντα στο σύστημα με την ίδια ένταση ή εξουσία. Τα κοινωνικά συστήματα χαρακτηρίζονται από θεμελιώδεις ασυμμετρίες στη σχέση των μελών του συστήματος. Από τη διαφορετική θέση των συμμετεχόντων προκύπτουν ειδικές προσδοκίες του ενός από τον άλλον σε σχέση με ικανοποίηση συγκεκριμένων αναγκών για προστασία, φροντίδα, προσοχή, υποταγή, συνεργασία κλπ.

– Η θεωρία των αυτοποιητικών συστημάτων (Maturana, Varela) και ο κονστρουκτιβισμός έχουν παρουσιάσει πειστικά ότι οι οργανισμοί ή και τα άτομα είναι, οντολογικά ιδωμένο με βάση την βιολογική και νευρολογική τους οργάνωση, αυτόνομα, δηλαδή καθορίζονται μόνο από τη δική τους εσωτερική κατάσταση, όχι από το περιβάλλον τους, το οποίο πάντοτε μόνον ερεθίσματα ή διαταράξεις για την αλλαγή της κατάστασης προσφέρει. Από οντολογική άποψη, δεν μπορεί ένας άνθρωπος να «διαπαιδαγωγηθεί» από άλλους με την έννοια της καθοδηγητικής επικοινωνίας, να οδηγηθεί κάπου, δηλαδή να καθοριστεί έξωθεν. Αν κάτι τέτοιο θα ήταν εφικτό η Παιδαγωγική, η επίσημη αλλά και η άτυπη Εκπαίδευση θα ήταν πολύ εύκολη διαδικασία.

–  Σε οριοθέτηση απέναντι στην έννοια της ενοχής μπορούμε να τοποθετήσουμε την έννοια της ευθύνης. Η ευθύνη μπορεί να αξιοποιηθεί ως αναφορά στο μέλλον και με προσανατολισμό στα αποθέματα.

Ο στόχος κάθε θεραπευτικής (συστημικής) παρέμβασης είναι ο μετασχηματισμός. Ο μετασχηματισμός των ιστοριών που μας φέρουν οι πελάτες μας σε άλλες πιο δημιουργικές αφηγήσεις. Αφηγήσεις που να δίνουν έμφαση στις δυνατότητες, παρά στις ελλείψεις, στις εφεδρείες παρά στις παθολογίες. Στο σύστημα παρά στο άτομο. Ο στόχος θα είναι από την κοινωνική κατασκευή της βίας ως διαταραχή να περάσουμε στην κοινωνική κατασκευή νέων δυνατοτήτων για το εμπλεκόμενο σύστημα.  Το να δει κανείς τη θεραπεία ως κοινωνική κατασκευή (McNamee) σημαίνει να ωθήσει τη συνομιλία προς τελείως διαφορετικές κατευθύνσεις. Θα μπορούσαν πελάτης και θεραπευτής να κερδίσουν εγκαινιάζοντας μία συνομιλία πάνω σε αυτά που είναι πολύτιμες και αξιόπιστες εφεδρείες για τη δράση του πελάτη; Ποιες ιστορίες μπορούν να ειπωθούν που να αποσαφηνίζουν αυτές τις πολύτιμες εφεδρείες; Αν ο πελάτης έπρεπε να φανταστεί ότι ήταν σε θέση να αντλήσει από αυτές τις εφεδρείες κατά βούληση, ποιες θα ήταν οι δραστηριότητες στις οποίες θα μπορούσε να μην εμπλέκεται; Σε ποιες νέες δραστηριότητες θα μπορούσε να προσκαλέσει άλλους για να τις συν-κατασκευάσουν; Σε αυτές τις συνομιλίες για τις εφεδρείες η διάγνωση χάνει τη δύναμή της. Αν μπορώ να μιλήσω με σένα και με άλλους για αυτές τις δυνατότητές μου, ίσως να μην χρειάζεται πλέον να εστιάζω την προσοχή μου στα ελλείμματά μου. Ή πιθανότερα, μία συζήτηση για τις σχεσιακές εφεδρείες που έχω ήδη κατασκευάσει επιτυχώς με άλλους, μπορεί να με εμπνεύσει ότι αυτές θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν εποικοδομητικά στις σχέσεις όπου έχουν προκύψει τα εν λόγω προβλήματα.

Retzer: Στη Θέση του Μοντερνισμού (=Λογική, Ορθολογισμός, Αλήθεια, Τάξη, Κανονικότητα) ο Μεταμοντερνισμός αντι-Θέτει την «τυχαιότητα», δηλαδή την επιμονή ότι όλα θα μπορούσαν να είναι και διαφορετικά. Ο φιλόσοφος Richard Rorty  αναπτύσσει στη βάση αυτής της θεμελιώδους επίγνωσης της τυχαιότητας, τη θέση της «ειρωνείας». Μία θέση που τρέφει ριζοσπαστικά και αδιάκοπα αμφιβολίες για το δικό της λεξιλόγιο, το γλωσσικό οικοδόμημα της βεβαιότητας. Οι άνθρωποι από τη στάση της ειρωνείας «δεν είναι ποτέ σε θέση να πάρουν τον εαυτό τους στα σοβαρά, αφού έχουν πάντοτε συνείδηση ότι οι έννοιες με τις οποίες περιγράφουν τον εαυτό τους υπόκεινται σε αλλαγές. Έχουν πάντα συνείδηση της τυχαιότητας και της αβεβαιότητας των τελικών του λεξιλογίων, δηλαδή και της ίδιας τους της σκέψης».

Στον τομέα της θεραπείας, παρόμοιες συνέπειες έχει η θεωρία της Ασέβειας (Cecchin). Μέσα από την Ασέβεια απέναντι σε κάθε ιδέα που δηλώνεται ως αλήθεια εξασφαλίζεται ο χώρος ελευθερίας. Η στάση της Ασέβειας απέναντι σε κάθε αλήθεια μπορεί να οδηγήσει σε δράσεις γεμάτες νόημα θεραπευτικά και αποτελεσματικές.

Με την προϋπόθεση ότι, εκτός της δυνατότητας να αναπτύξουμε σεβασμό απέναντι στους ανθρώπους αναπτύσσοντας ασέβεια απέναντι σε ιδέες, περιγραφές, αξιολογήσεις και εξηγήσεις, η ασέβεια πρέπει να συμπεριλαμβάνει και τον ασεβή περιγράφοντα…..

Μια τέτοια στάση, της τυχαιότητας, της ειρωνείας, της ασέβειας θα μπορούσε να είναι για το σύστημα πηγή έμπνευσης, δημιουργικότητας και αυτονομίας.

Διότι, όπως λέει και ο Samuel Buttler, «Υπάρχει μόνο μία βεβαιότητα, ότι δεν μπορεί να υπάρχει καμία βεβαιότητα. Και γι΄αυτό δεν μπορεί να υπάρξει ούτε η βεβαιότητα ότι δεν μπορεί να υπάρξει καμία βεβαιότητα»

Στο σχολείο, απ΄ όπου και το παράδειγμά μας, οι άνθρωποι που ασχολήθηκαν με το πρόβλημα του bullying υιοθέτησαν τη στάση της αμφισβήτησης των θεωριών, των διαγνώσεων και της βεβαιότητας. Οργάνωσαν συναντήσεις ομαδικές και διαπροσωπικές όπου συζήτησαν τις δυνατότητες όλων των συμμετεχόντων στο σύστημα χωρίς  ενοχές και ετικέτες. Πρόσφεραν διεξόδους δράσης και ανάληψης ρόλων σε όλα τα εμπλεκόμενα μέρη και αποδέχτηκαν τη βία ως κάτι που συμβαίνει.

Το πρόβλημα του bullying που τυραννούσε το σχολείο τους ενάμισι χρόνο εξαφανίστηκε σε 3 εβδομάδες.

Βιβλιογραφία:

– Olweus Dan, «Εκφοβισμός και βία στο σχολείο. Τι γνωρίζουμε και τι μπορούμε να κάνουμε», ΕΨΥΠΕ, 2009

– McNamee, S. The Social Construction of Disorder. From Pathology to Potential, Draft for J.D. Raskin and S.K. Bridges (Eds.) (2002). Studies in Meaning: Exploring Constructivist Psychology. New York. Pace University Press. (Μετάφραση: Γιάννα Καρανικολάου. Επιμ. Φ. Τριανταφύλλου).

– Retzer Arnold. Η βία της μονοσημίας – Η πολυσημία της βίας. Για τη σχέση έρωτα, λογικής και βίας. Familiendynamik 3/1993. Heidelberg (Μετάφραση Τ. Ζήσης)

– Τ. Ζήσης, Εργαστήρι για το Τραύμα. Προσωπικές Σημειώσεις, Θεσσαλονίκη 2010.

Το Σύνδρομο Επαγγελματικής Εξουθένωσης (Burnout) ως Καταθλιπτική Αντίδραση.

burnout

Μία από τις συνθήκες που ευνοούν την εμφάνιση καταθλιπτικών αντιδράσεων είναι και αυτή στην οποία εμφανίζεται το ονομαζόμενο «Σύνδρομο Επαγγελματικής Εξουθένωσης», ή Σύνδρομο Burn-Out.

Η έκφραση αυτή χρησιμοποιείται για να κατηγοριοποιήσει ή να ομαδοποιήσει συμπτώματα που αντιμετωπίζει ένας άνθρωπος σε εργασιακό περιβάλλον, τον οποίων η κλινική εικόνα είναι καταθλιπτική, με κύριο στοιχείο της την ψυχική εξάντληση.

Η συνθήκη αυτή περιλαμβάνει τρία βασικά σημεία:
1ο: Μία χρόνια κατάσταση όπου κάποιος αντιμετωπίζει υπερβολικά υψηλές απαιτήσεις για επαγγελματικές επιδόσεις. Ο χρόνος στην περίπτωση αυτή είναι ατομική μεταβλητή και ποικίλλει από άνθρωπο σε άνθρωπο.
2ο: Καλές προθέσεις για τους άλλους ανθρώπους, τους λήπτες των υπηρεσιών ή τους συναδέλφους.
3ο: Μη ύπαρξη συγκεκριμένων ελέγξιμων κριτηρίων και συνθηκών για την επιτυχία.

Όταν κάποιος άνθρωπος λειτουργεί μέσα στο παραπάνω πλαίσιο και για μία περίοδο λείψουν ή δεν γίνονται φανερές οι επιτυχίες, μπορεί να φτάσει σε καταθλιπτική αντίδραση. Το τρίτο σημείο, τα «μη ελέγξιμα κριτήρια για την επιτυχία» είναι και ο λόγος που το σύνδρομο burn-out θερίζει στα ψυχοκοινωνικά επαγγέλματα.

Οι καλές προθέσεις δεν αποφασίζουν για την αντίδραση των άλλων. Ως επαγγελματίας μπορώ να έχω όσες καλές προθέσεις θέλω. Την αντίδραση των άλλων δεν μπορώ να την ελέγξω. Και η αντίδραση των άλλων είναι η λεγόμενη «επιτυχία». Τα κοινωνικά επαγγέλματα πρέπει να βρουν άλλες μεθόδους που να ορίζουν τι συνιστά επιτυχία και τι αποτυχία σε κάθε πλαίσιο εργασίας. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσαν να ελέγξουν την τρίτη μεταβλητή της παραπάνω συνθήκης και να προλάβουν καταθλιπτικές αντιδράσεις εξουθενωμένων, ψυχικά, επαγγελματιών.

Αν κάποιος με ψυχοκοινωνικό επάγγελμα επιμένει και …θέλει να πάθει burn-out μπορεί να το κάνει με έναν απλό τρόπο: πρέπει να αρχίσει να αναλαμβάνει την ευθύνη για πράγματα που δεν μπορεί να ελέγξει! Για παράδειγμα, τη συμπεριφορά των άλλων ανθρώπων.

Γκουγκουσκίδης Σταύρος

Ο Θυμός ως σύμβουλος εσωτερικών αναγκών

Θυμός

Στην ελληνική Μυθολογία αναφέρεται, πως «κάποτε ο Κιθαιρώνας, όταν ήταν άνθρωπος, συναντήθηκε με την Οργή, που του έμαθε τι αποτελέσματα έχει ο θυμός… Από τότε ο οξύθυμος νέος δεν έκανε τίποτα άλλο παρά να τσακώνεται με τ’ αγρίμια. 

Μια μέρα, μάλιστα, μάλωσε και με την ίδια την Οργή, οπότε αυτή βγάζει απότομα το τσεμπέρι της, τραβά μια τρίχα από τα μαλλιά της και του την πετάει. Η κάθε τρίχα όμως των μαλλιών της ήταν κι ένα φίδι, και τούτη δω, τυλίχτηκε στο λαιμό του Κιθαιρώνα και τον έπνιξε. 

Γι’ αυτό από τότε λέει ο κόσμος για τον κάθε οξύθυμο, πως τον «πνίγει ο θυμός του». Έτσι οι αρχαίοι πρόγονοί μας έλεγαν: «Θυμού κράτει» δηλ. Κυριάρχησε το θυμό σου. Πνίξε τον εσύ στις αρχές του πριν σε πνίξει αυτός….»

Η σχέση του ανθρώπου με τον θυμό παρουσιάζεται συνήθως ως εχθρική. Ένας ατελείωτος πόλεμος με άγνωστο νικητή και άγνωστο ηττημένο. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, πόλεμος: «πνίξε τον θυμό σου, πριν σε πνίξει αυτός…». Στον πόλεμο δύο τρόποι καθορίζουν την έκβαση: Είτε η φυσική εξόντωση του ενός από τους δύο, είτε η αναγνώριση της ήττας από τον ηττημένο. Σε κάθε περίπτωση, το τέλος του πολέμου το αποφασίζει ο ηττημένος. Ποτέ ο νικητής.

Ο θυμός είναι ένα συναίσθημα που τις περισσότερες φορές βιώνεται ως δυσάρεστο, ενοχλητικό ή / και απειλητικό. Η έκφρασή του μάλιστα έχει συνέπειες τόσο στο εσωτερικό του ανθρώπου όσο και στις σχέσεις του με τους γύρω του. Επιπτώσεις στην υγεία, όπως καρδιαγγειακά νοσήματα, αρτηριακή πίεση αναφέρονται συχνά από τους γιατρούς ως συνοδά ενός οξύθυμου χαρακτήρα. Επιπτώσεις στις διαπροσωπικές σχέσεις, φιλικές, ερωτικές, οικογενειακές, εργασιακές. Επιπτώσεις και στον ίδιο τον εσωτερικό εαυτό, με συναισθήματα ενοχών, τύψεων, απαξίωσης και απόρριψης. Ο θυμός εμφανίζεται ως κάτι που είναι κακό και πρέπει κανείς να το πολεμήσει και να το εξαφανίσει.

Είναι όμως απαραίτητα ο θυμός κάτι κακό; Κάτι που ο άνθρωπος δεν θα έπρεπε να έχει προκειμένου να ζει καλύτερα; Είναι κάτι το οποίο πρέπει να ξεφορτωθούμε και να μην το βιώσουμε ποτέ ξανά; Και αν ναι, είναι κάτι τέτοιο δυνατό; Υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο θυμός θα μπορούσε να είναι χρήσιμος και να γίνει δημιουργική αξιοποίησή του;

Ο θυμός είναι μέσα μας. Είναι ένα συναίσθημα που η εμφάνιση και η έντασή του εξαρτάται από παράγοντες και μεταβλητές. Εξωτερικοί παράγοντες όπως ο χρόνος, οι συνθήκες, η στιγμή, γεγονότα εξωτερικά, αλλά και «εσωτερικοί» παράγοντες, όπως η ανατροφή μας, τα παιδικά μας χρόνια, η συμπεριφορά των γονιών και των σημαντικών ανθρώπων στη ζωή μας επιδρούν στην διαμόρφωση μιας συμπεριφοράς που εμπεριέχει τον θυμό και την έκφρασή του με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Πολύ συχνά συναντά κανείς ανθρώπους που εκφράζουν τον θυμό τους μέσω συμπεριφορών με αντανακλαστικό τρόπο, ως μία μαθημένη αντανακλαστική αντίδραση σε εξωτερικά γεγονότα ή σε εσωτερικές παρορμήσεις, κυρίως λόγω της μάθησης και των προτύπων από τις οικογένειές προέλευσής τους, αλλά και του ευρύτερου περιβάλλοντος των παιδικών τους χρόνων. Μετά την οικογένεια και η κοινωνία σε όλους τους τομείς της, «διδάσκει» -κυρίως μέσω της λειτουργίας των προτύπων- την έκφραση του θυμού μέσα από εκφράσεις ή / και πράξεις βίας. Ένας άνθρωπος που μεγαλώνει στην σημερινή κοινωνία έρχεται αντιμέτωπος από πολλή μικρή ηλικία με τη βία ως έκφραση του συναισθήματος του θυμού. Η κοινωνία δικαιολογεί και ενσωματώνει αρκετές βίαιες συμπεριφορές και τις αποδέχεται, αρκεί να εμφανίζονται σε θεωρούμενα από αυτήν λογικά και αποδεκτά πλαίσια. Γι’ αυτή την κοινωνία, ένας πατέρας που είναι οξύθυμος και φωνάζει που και που στο σπίτι –συνήθως όταν είναι κουρασμένος γυρνώντας από τη δουλειά το βράδυ- δεν αποτελεί προσβολή ούτε απειλή για την οικογενειακή ζωή. Η τηλεόραση, τα ηλεκτρονικά παιχνίδια, τα λεγόμενα σύγχρονα πρότυπα όλων των ΜΜΕ προβάλουν συνεχώς τη βία ως έκφραση θυμού με αποδεκτούς όρους για τους συμμετέχοντες.

Παράλληλα, οι επιστήμες της συμπεριφοράς αλλά και της υγείας  παρουσιάζουν συχνά απόψεις για την καταστροφή που φέρνει στον οργανισμό, ως βιολογική κατασκευή, η λεγόμενη «εσωτερίκευση των συναισθημάτων». Η διαδικασία κατά την οποία κάποιος δεν εκφράζει και δεν εξωτερικεύει τα συναισθήματά του (κυρίως τα αρνητικά) και αναγκάζεται να τα εσωτερικεύσει, δηλαδή να τα στρέψει προς τον εαυτό του, με αρνητικές συνέπειες για το ίδιο του το σώμα. Η πρόταση των επιστημών είναι η εξωτερίκευση και η διαχείριση των αρνητικών συναισθημάτων με υγιή και δημιουργικό –θα πρόσθετα εγώ- τρόπο.

Πώς θα μπορούσε όμως κάποιος να ελέγξει, να διαχειριστεί, να επικοινωνήσει και να αξιοποιήσει ένα τέτοιου είδους συναίσθημα στο οποίο οι περισσότεροι μοιάζουμε να στεκόμαστε ανήμποροι και αδύναμοι απέναντι στη δύναμη και την ορμή του;

Ο άνθρωπος έρχεται σε επαφή με το εξωτερικό του περιβάλλον μέσω των αισθητηρίων οργάνων του. Αντιλαμβάνεται την «εξωτερική πραγματικότητα» μέσα από τον τρόπο που τα αισθητήρια όργανά του αποκωδικοποιούν όσα συμβαίνουν γύρω του. Η αποκωδικοποίηση αυτή με τον τρόπο που γίνεται καθορίζει και τα μηνύματα που ο κάθε άνθρωπος λαμβάνει από τα όσα συμβαίνουν «έξω από αυτόν». Αυτή η διαδικασία συμβάλει στην «κατασκευή της πραγματικότητας» του κάθε ανθρώπου, δηλ. τον τρόπο που ο καθένας αντιλαμβάνεται και βλέπει τον κόσμο. Η κάθε «πραγματικότητα» είναι μοναδική, καθώς κατασκευάζεται από κάθε μοναδικό άνθρωπο συμμετέχοντας σε αυτό ο δικός του ατομικός οργανισμός, το δικό του ατομικό ψυχικό και βιολογικό σύστημα, η δική του ατομική και μοναδική ιστορία.

Η μέχρι τώρα περιγραφή της κατάστασης και του συναισθήματος του θυμού  εννοεί και υπονοεί δύο σημαντικά πράγματα τα οποία θα μπορούσαμε, αυθαίρετα ίσως, να τα θεωρήσουμε κρίσιμα.

Το πρώτο είναι ότι ο θυμός είναι συναίσθημα. Όπως και τα υπόλοιπα συναισθήματα έχει την τάση να εμφανίζεται χωρίς απαραίτητα να έχει προσκληθεί. Έχει την τάση να γεννιέται και να μεγαλώνει, να καταλαμβάνει χώρο ή / και να κυριεύει χωρίς να μπορεί εύκολα κανείς να τον ελέγξει. Αν και φαίνεται πολύ αυτόνομος και ανεξάρτητος, στην πραγματικότητα δεν είναι. Εξαρτάται και εμφανίζεται πάντα μέσα σε πλαίσιο και  σε σχέση με κάτι που συμβαίνει είτε «εξωτερικά» είτε «εσωτερικά» του ανθρώπου. Από κάπου παίρνει τροφή και μεγαλώνει και κάπου κουρνιάζει και περιμένει το επόμενο οικείο περιβάλλον του για να εμφανιστεί.

Δεύτερο και εξίσου σημαντικό είναι ότι ο θυμός εκφράζεται μέσω της συμπεριφοράς.  Είτε η συμπεριφορά είναι λόγος, είτε πράξη, είτε έκφραση μη λεκτική, σωματική ή άλλη, η συμπεριφορά είναι κάτι που μπορεί ο άνθρωπος να ελέγξει. Η συμπεριφορά προϋποθέτει βούληση, επιλογή και απόφαση. Η συμπεριφορά δεν είναι ανεξέλεγκτη. Κάθε στιγμή ο άνθρωπος μπορεί να αποφασίσει πώς θα ενεργήσει και τι θα πράξει. Αν θα εκφράσει το θυμό του ή αν θα επικοινωνήσει και θα διαπραγματευτεί μαζί του.

Υιοθετώντας την περιγραφή του θυμού ως ένα συναίσθημα με τα χαρακτηριστικά που περιγράφηκαν παραπάνω, μπορεί κανείς να προσανατολιστεί προς μία κατεύθυνση λύσης του αδιεξόδου της ανεξέλεγκτης οργής. Αντιμετωπίζοντας το συναίσθημα αυτό ως κάτι που εμφανίζεται σε πλαίσιο, που μέσα από την ατομική μας ιστορία μαθαίνει και συνηθίζει, ο άνθρωπος έχει τη δυνατότητα να επικοινωνήσει μαζί του και να το γνωρίσει. Η γνωριμία αυτή προϋποθέτει μία κατ’ αρχήν αλλαγή στάσης.

Από την στάση της επίθεσης ή της άμυνας ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση με τα ίδια του τα συναισθήματα, σε μία κατάσταση καλέσματος, συμφιλίωσης και γνωριμίας, άρα επικοινωνίας με τον ίδιο του τον εαυτό ή με κάποιον από τους «εαυτούς» του. Αυτό το θυμωμένο παιδί που έχει μάθει να αντιδρά με θυμό και οργή όταν πληγώνεται ή πικραίνεται ή όταν βρίσκεται σε πλαίσιο και καταστάσεις που τον οδηγούν –για τους δικούς του λόγους- στην ενίσχυση των αρνητικών συναισθημάτων του.  Όταν ο θυμός εκφράζεται συνήθως ακολουθεί μία κατάσταση ανακούφισης και ηρεμίας. Αυτό είναι ένα πρώτο μήνυμα ότι υπάρχουν συγκεκριμένες ανάγκες που ικανοποιούνται μέσα από την έκφρασή του. Οι ανάγκες αυτές αν δεν αναγνωριστούν από τον ίδιο τον άνθρωπο και δεν ικανοποιηθούν μέσα από μία άλλη πιο δημιουργική και ίσως αποτελεσματική διαδικασία, τότε θα συνεχίσουν να έχουν την τάση να εμφανίζονται αναζητώντας ικανοποίηση με τον ίδιο έως τότε τρόπο.

Οι ανάγκες αυτές εμφανίζονται πάντα σε σχέση με το πλαίσιο που υπάρχει την κάθε δεδομένη στιγμή. Η προσεκτική και κάθε φορά λεπτομερής παρατήρηση του συγκεκριμένου πλαισίου στο οποίο εμφανίζεται ο θυμός μπορεί να προσφέρει χρήσιμες και καθοριστικές πληροφορίες για το νόημά του. Σε σχέση με τι; Πότε; Πώς λειτουργεί και επιδρά στους άλλους; Και οι άλλοι μετά τι κάνουν; Και ο ίδιος μετά πώς αντιδρά; Παρακολουθώντας κανείς τον εαυτό του, σαν να ήταν σκηνοθέτης σε ταινία με θέμα τη ζωή του, μπορεί να αποκαλύψει όλο το σενάριο που του έχει δοθεί, αλλά και έχει συν-διαμορφώσει, στη διάρκεια της ζωής του. Μπορεί μετά, ως σκηνοθέτης, να παρέμβει, ως το βαθμό που επιλέγει, και να αλλάξει ακόμα και το ίδιο το σενάριο. Να τοποθετήσει τους ήρωες σε άλλες σκηνές και να προσθέσει ή να αφαιρέσει μελλοντικές σκηνές και συμβάντα. Συναντήσεις και πληροφορίες. Επικοινωνίες και αλληλεπιδράσεις. Θέσεις και Στάσεις.

Και να οργανώσει τη ζωή του, ωσάν ο σκηνοθέτης της.

Όλα αυτά -όπως λέμε συχνά στις ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες- πιο εύκολα λέγονται πάρα γίνονται. Και η κάθε, μικρή ή μεγάλη, προσπάθεια αλλαγής, χρειάζεται και έχει ανάγκη αναγνώρισης και θετικής επιβράβευσης. 

Σταύρος Γκουγκουσκίδης

Οι έφηβοι εκβιάζουν τη γονική παρουσία!

Κατά τον προηγούμενο αιώνα, ο γονιός ήταν ένας θεσμός που όφειλε να επιτελεστεί χωρίς συναισθήματα, αλλά με μία σειρά από διαδικασίες. Το ίδιο και ο γάμος. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι άνθρωποι δεν αγαπιόντουσαν, αλλά ήταν σαφές το τι συνιστά γονικό ρόλο. Στις περιπτώσεις συγκρούσεων μέσα στην οικογένεια, ανάμεσα στους γονείς και τα παιδιά, η τιμωρία ήταν αυτονόητη και συνώνυμη της διαπαιδαγώγησης.

Η σημερινή εποχή χαρακτηρίζεται από το τέλος των αυθεντιών,

Ο Έφηβος είναι το Υποκείμενο στη ζωή και τη μάθησή του.

Η σχέση των γονιών με τα έφηβα παιδιά τους παρουσιάζει στις μέρες μας αξιοσημείωτες αλλαγές σε σχέση με τα παλιότερα χρόνια. Στο παρελθόν η σχέση βασιζόταν στην απόσταση. Ο γονιός είχε και διατηρούσε μία απόσταση από τα παιδιά του. Ακόμα και στην εφηβεία. Πολλοί έφηβοι, της δικιάς μου γενιάς, για να μη μιλήσω για τις προηγούμενες, παραπονιόντουσαν ότι οι γονείς τους ήταν μακριά τους. Δεν τους στέκονταν όσο θα ήθελαν, δεν τους στήριζαν, ήταν άγνωστοι, ζούσαν παράλληλες ζωές, δεν τολμούσαν να μιλήσουν μαζί τους για προσωπικά τους θέματα.

Βγαίνοντας από τα ψυχοφάρμακα. Παρουσίαση βιβλίου.

Ψυχοφάρμακα2

Η παρουσίαση αυτή πραγματοποιήθηκε:

1) στο πλαίσιο του 1ου Εκπαιδευτικού σεμιναρίου του «ΔΙΚΤΥΟΥ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΜΕΙΩΣΟΥΝ Ή ΝΑ ΔΙΑΚΟΨΟΥΝ ΤΑ ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΑ» στις 28 – 29  Μαρτίου 2009 στη Θεσσαλονίκη και

2) στις 23 Ιουνίου 2010 στο  Μικρόπολις – Κοινωνικός Χώρος για την ελευθερία. Θεσσαλονίκη.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

«ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΑ ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΑ. Εμπειρίες επιτυχημένης διακοπής νευροληπτικών, αντικαταθλιπτικών, λιθίου και άλλων ρυθμιστικών της διάθεσης, Ritalin και αγχολυτικών»

Πέτερ Λέμαν – Άννα Εμμανουηλίδου (επιμ.) (2008), (Μετάφραση: Άννα Εμμανουηλίδου)

εκδ. ΝΗΣΙΔΕΣ

από τον Σταύρο Γκουγκουσκίδη

——————————————

Το βιβλίο αυτό ανήκει στην πολύ ενδιαφέρουσα –για μένα- κατηγορία των βιβλίων που αναφέρουν εμπειρίες, μαρτυρίες, γνώμες, απόψεις, προσωπικά βιώματα ανθρώπων που έχοντας ζήσει μία κατάσταση αποφασίζουν να μοιραστούν την εμπειρία τους αυτή με τον υπόλοιπο κόσμο.

Ανήκει επίσης στην κατηγορία των βιβλίων που έρχονται για να ανατρέψουν δεδομένα και να προτείνουν διαφορετικά πράγματα από όσα μέχρι τώρα έχουμε συνηθίσει.

Στο βιβλίο του ο Lehmman δίνει τον λόγο στους ανθρώπους που έχουν ή είχαν στη ζωή τους αυτό που ονομάζεται ψυχιατρική εμπειρία. Αναφέρεται σε και περιγράφει εμπειρίες ανθρώπων που έζησαν ή ζουν ακόμα  με τα λεγόμενα «ψυχοφάρμακα». Αναφέρεται σε και περιγράφει εμπειρίες και  απόψεις ανθρώπων που έζησαν με τα ψυχοφάρμακα και βγήκαν από αυτά.  Αναφέρεται σε και περιγράφει εμπειρίες και απόψεις θεραπευτών ή υποστηρικτών ανθρώπων που έζησαν την προσπάθειά τους αυτή και στάθηκαν στο πλάι τους.

Το βιβλίο ξεκινά με τις ιστορίες των άμεσα ενδιαφερομένων. Σαν να ξεκινά ένας διάλογος, μία συζήτηση γύρω από το θέμα, όπου οι άμεσα εμπλεκόμενοι περιγράφουν τις ιστορίες τους όπως τις έχουν ζήσει ή τις ζουν ακόμα.

Τα πρώτα 6 κεφάλαια τοποθετούν τον αναγνώστη μέσα στην ιστορία. Ακούς –διαβάζοντας – την ιστορία μιας γυναίκας που εξαναγκάστηκε από την αδερφή της να νοσηλευτεί και να πάρει φάρμακα. Η γιατρός της την προειδοποιεί αυστηρά μετά την έξοδό της από το ψυχιατρείο, «να μην διανοηθεί να σταματήσει τα φάρμακα διότι είναι πολύ επικίνδυνο και να μην περιμένει γρήγορα να γίνει καλά». Η ίδια νιώθει φόβο, ανήμπορη, εντελώς αβοήθητη. Ξεκινά τις αλλαγές στη ζωή της όταν γεμίζει από συναισθήματα οργής και θυμού. Και τότε τα καταφέρνει.  Την ιστορία ενός άντρα που εξαναγκάστηκε με εντολή των –ανήμπορων- γονιών του να εισαχθεί σε ψυχιατρείο. Τα ίδια συναισθήματα, οι ίδιες σκέψεις συνοδευμένες και από μία βαθιά πίστη του ιδίου ότι «ήμουν ψυχικά άρρωστος και χρειαζόμουν τα φάρμακά μου, γιατί χωρίς αυτά θα ερχόταν αμέσως η υποτροπή». Περνώντας ο καιρός και μη- ζώντας, το αίσθημα της απελπισίας τον κυρίευσε: «μου ήταν ξεκάθαρο πως η ζωή μου ήταν κατεστραμμένη πια και δεν είχα να περιμένω κανένα απολύτως ίχνος χαράς, και φυσικά καμία αλλαγή».

Ο συγκεκριμένος συγγραφέας (που στην περίπτωση αυτή είναι ο ίδιος ο Lehmman) βάζει στη συζήτηση και το θέμα της συμμετοχής. Ο ίδιος ήταν αμέτοχος στην «αρρώστια και την θεραπεία του». Ποτέ –αν και έκανε πολλούς δικαστικούς αγώνες- δεν τους επετράπη να δει τον ψυχιατρικό του φάκελο και επίσης, όπως λέει ο ίδιος «δεν υπήρξε στη διάρκεια της ψυχιατρικής μου καριέρας κανένας ψυχίατρος που να έχασε έστω και μία λέξη ενημερώνοντάς με για τα φάρμακά του».

Στο επόμενο κεφάλαιο η ιστορία μιας γυναίκας που έπαθε νευρικό κλονισμό. «Αυτό που νιώθει κανείς όταν παίρνει ψυχοφάρμακα είναι συνεχώς κουρασμένος (ειδικά μόλις έχει πάρει τα χάπια). Όλα μέσα σου, τα συναισθήματα, η λογική και η κινητικότητα λειτουργούν κατά κάποιο τρόπο μόνο στο μισό των δυνατοτήτων τους». Όταν αποφασίζει να σταματήσει τα φάρμακα η γιατρός που την υποστηρίζει λέει στην οικογένειά της: «Αν καταφέρετε να την αντέξετε θα πάνε όλα καλά και χωρίς ψυχιατρείο». Ο επόμενος άνθρωπος που γράφει, στα δεκαέξι του, επειδή η μητέρα του κουβαλούσε μία διάγνωση «μανιοκαταθλιπτική ασθενής», ερμηνεύτηκε –ψυχιατρικά- η κακή του διάθεση ως πιθανή κατάθλιψη και ξεκίνησε να παίρνει αντικαταθλιπτικά. Υπάρχουν και άλλες τέτοιες ιστορίες ανθρώπων μέσα στο βιβλίο, όπως τις έχουν γράψει οι ίδιοι. Ανθρώπων που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ξεκίνησαν το ταξίδι στον κόσμο των ψυχοφαρμάκων και δοκίμασαν και πέτυχαν να κατέβουν από το πλοίο. Άλλοι μεσοπέλαγα, άλλοι σε λιμάνι. Όλοι όμως έφτασαν αργά ή γρήγορα στη στεριά. Οι ιστορίες παρουσιάζονται απλά, ως λόγια ριγμένα πάνω στο τραπέζι του διαλόγου. Είναι εδώ μπροστά σου, απλά, κατανοητά, σαν να σου τα διηγείται κάποιος κι εσύ να ακούς.

Αυτός, ο ρόλος του ακροατή, μου ήταν πολύ ξεκάθαρος καθώς διάβαζα το βιβλίο. Και βρήκα το νόημα όλου αυτού όταν, προς το τέλος του βιβλίου, διάβασα ότι η καλύτερη ιατρική συμβουλή που έχει ακούσει ο Bob Johnson (ένας από τους συγγραφείς) είναι το «Άκου προσεκτικά τους ασθενείς σου. Αυτοί σου λένε τη διάγνωση». Του το είχε πει ο Sir William Osler, ο –κατ’ αυτόν- καλύτερος νοσοκομειακός γιατρός του 20ου αιώνα.

Στον αναγνώστη του βιβλίου (όπως και σε μένα) δίνεται μία πρώτης τάξης ευκαιρία να «ακούσει» ανθρώπους που έχουν εμπλακεί με τα ψυχοφάρμακα να περιγράφουν αυτά που έζησαν ή ζουν ακόμα από τη σκοπιά του ανθρώπου που βίωσε και παρατήρησε το ταξίδι αυτό. Το κατέγραψε με την κάμερά του και τώρα έρχεται να τα παρουσιάσει. Στα κεφάλαια αυτά υπάρχουν περιγραφές που δεν μπορεί κανείς να τις αμφισβητήσει. Που κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν έχουν καταμετρηθεί σωστά. Που κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν χρησιμοποιήθηκε το κατάλληλο εργαλείο. Που κανείς δεν μπορεί να πει ότι έχει διαφορετική άποψη. Ακόμα κι αν έχει διαφορετική άποψη, μόνο να προστεθεί στη συζήτηση θα μπορούσε και όχι να αντικρούσει ή να αναιρέσει ή να διαψεύσει. Εύστοχα παρατηρεί η επιμελήτρια της ελληνικής έκδοσης Άννα Εμμανουηλίδου στην εισαγωγή της ότι «οι ιστορίες αυτές υπερβαίνουν σε δύναμη χιλιάδες επιστημονικά ή ψευδοεπιστημονικά κείμενα πάνω στο θέμα των ψυχοφαρμάκων». Εγώ θα παρατηρούσα ίσως επιπλέον πως, καθώς άκουγα τις ιστορίες που διάβαζα, αυτά όλα μου φαινόταν …άτοπα. Δηλαδή, τι σημασία έχει το τι λένε τα «επιστημονικά» κείμενα όταν μπροστά σου έχεις έναν άνθρωπο που έκανε το αντίθετο από αυτό που λένε οι επιστήμες και είναι καλά. Όχι γιατί καταρρίπτονται οι θεωρίες και οι έρευνες απαραίτητα, αλλά μάλλον γιατί η συζήτηση μεταξύ των δύο –των επιστημονικών κειμένων και των ανθρώπων που βγήκαν από τα ψυχοφάρμακα- θα ήταν μάλλον δύσκολη. Ακόμα κι αν κάποιος θα μπορούσε τελικά να υποστηρίξει ότι οι ιστορίες αυτές έχουν τρωτά σημεία ή είναι μειοψηφία αυτό δεν θα μείωνε σε τίποτα την αξία τους. Γιατί οι ιστορίες αυτές είναι πραγματικές, τις έχουν ζήσει άνθρωποι, έχουν ήδη συμβεί και αποτελούν παράδειγμα για άλλους.

Οι ψυχίατροι, οι «ειδικοί», το επίσημο κρατικό ή επιστημονικό παράδειγμα δημιουργεί σκοτάδι. Κινείται μέσα στο σκοτάδι και το αναπαράγει. Αντί να το δει, να το περιγράψει, να το φωτίσει το ενισχύει. Τις ελάχιστες κουρτίνες που βάζουν λίγο φως στον σκοτεινό χώρο τις κλείνει για να μη δει κανείς τι γίνεται μέσα.

O Marc Rufer αναφέρει: Η πάγια στάση των ψυχιάτρων απέναντι στους ψυχιατρικούς ασθενείς συνοψίζεται στα ακόλουθα: «Είσαι άρρωστος. Είσαι σχιζοφρενής. Έτσι έχει το πράγμα. Αυτό είναι το πεπρωμένο σου. Η μοναδική δυνατότητα που έχεις να ζήσεις μία σε γενικές γραμμές φυσιολογική ζωή, συνίσταται στο να παίρνεις νευροληπτικά φάρμακα. Αυτό πρέπει να το δεις, απαιτούμε από εσένα να συνειδητοποιήσεις την ασθένειά σου. Αν την συνειδητοποιήσεις θα σου δώσουμε γρήγορα εξιτήριο. Θα φροντίσουμε όμως να πηγαίνεις μετά το εξιτήριο συστηματικά στον γιατρό ή τον ψυχίατρό  και εκείνος να σου γράφει τα φάρμακά σου. Τα καλύτερο κατά τη γνώμη μας είναι να σου γίνεται κάθε 2 ή 3 εβδομάδες μία ένεση ντεπό με νευροληπτικά. Έτσι θα είμαστε σίγουροι ότι δεν πρόκειται να σταματήσεις τα φάρμακα από αμέλεια ή από μη κατανόηση της κατάστασής σου. Αν δεν μας πιστεύεις και αρνηθείς αυτή την αναγκαία θεραπεία, τότε κάνεις ένα τεράστιο λάθος, γιατί σύντομα θα βιώσεις υποτροπή και θα μεταφερθείς αργά ή γρήγορα πίσω στο ψυχιατρείο. Μην ξεχνάς ποτέ ότι είσαι άρρωστος. Έχεις την προδιάθεση της σχιζοφρένειας, είσαι ευάλωτος. Τα συμπτώματα αυτής της αρρώστιας μπορούν κάθε στιγμή να ξαναεμφανιστούν, ακόμα από καιρού εις καιρόν νιώθεις πολύ καλύτερα. Μην παρασυρθείς ποτέ από οποιουσδήποτε ανεύθυνους ανθρώπους, που θα σου πουν πως είσαι δήθεν υγιής και πως θα μπορούσες να ζήσεις καλά και με νόημα χωρίς φάρμακα. Αυτό είναι τεράστιο λάθος. Εμείς γνωρίζουμε καλύτερα. Έχουμε μεγάλη εμπειρία από αυτή την αρρώστια. Πρέπει να μας πιστέψεις, δεν έχεις άλλη επιλογή. Χρειάζεσαι τα νευροληπτικά όπως ο διαβητικός χρειάζεται την ινσουλίνη του».

Ποιος και πώς μπορεί ένας άνθρωπος με ψυχιατρική εμπειρία στη ζωή του να αντισταθεί και να αντιδράσει σε αυτή την βίαιη άσκηση εξουσίας; Δεν μπορεί. Η σχέση γιατρού – ασθενή καθορίζεται από την εξουσία του ενός προς τον άλλον. Ο δυνατός, ο γνώστης, ο έμπειρος, ο επιστήμονας και από την άλλη ο άρρωστος, ο τρελός, ο ασθενής, ο αδύναμος.

Το βιβλίο αναφέρεται σε πολλά περιστατικά ανθρώπων που πέθαναν, καταστράφηκαν, διαλύθηκαν και κατάφεραν ποτέ να βγουν από την «ασθένεια» των ψυχώσεων παρά την τακτική και προσεκτική παρακολούθηση και χορήγηση φαρμάκων από τους γιατρούς τους. Η εμπειρία μας, τα ψυχιατρεία και εξωτερικά ιατρεία των ψυχιατρικών νοσοκομείων και τόσες και τόσες οικογένειες ανθρώπων όπου κάποιο μέλος τους βιώνει ψυχιατρική εμπειρία καταμαρτυρούν το ίδιο ακριβώς. «Τα ψυχοφάρμακα και τα ναρκωτικά δεν μπορούν να λύσουν κανένα πρόβλημα. Αυτό που μπορούν να κάνουν είναι καταστείλουν συμπτώματα, όπως ο φόβος και η απελπισία, ώστε οι άνθρωποι που τα παίρνουν να μην μπορούνε πια να αντιληφθούν αυτά τα συναισθήματα». Παρ’ όλ’ αυτά, οι βιομηχανία της ψυχιατρικής και της ψυχοφαρμακολογίας ανθεί.

Ο καλός συνάδελφος Φώτης Τέγος, σε εργασία του στο Α.Π.Θ. αναφέρεται σε μία έρευνα που έγινε στις Η.Π.Α. σχετικά με τις φαρμακευτικές βιομηχανίες. Αναφέρει: «Η φαρμακευτική βιομηχανία έχει μια σημαντική παρουσία κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης των ειδικευόμενων, έχει κερδίσει την αποδοχή των εκπαιδευομένων και φαίνεται να επηρεάζει την συνταγογραφική τους συμπεριφορά. ….

Οι φαρμακευτικές εταιρείες ξόδεψαν, κατά μέσο όρο, ποσά διπλάσια για διαφήμιση και προώθηση, σε ιατρούς και σε κοινό, από τα ποσά που διέθεσαν για έρευνα και ανάπτυξη. Το 1999, 87% από τα 13,9 δισεκατομμύρια δολάρια που διατέθηκαν για την προώθηση φαρμάκων κατευθύνθηκε προς τους ιατρούς με, κατά προσέγγιση, ένα ποσό 8-13 χιλιάδων δολαρίων να αντιστοιχεί σε κάθε ιατρό ανά έτος. Για το 2000, τα συνολικά έξοδα για την προώθηση φαρμάκων ανέρχονται σε 16 δισεκατομμύρια δολάρια. Η ιατρική βιβλιογραφία έχει καταδείξει ότι οι πρακτικές προώθησης φαρμάκων μπορούν να επηρεάσουν αποτελεσματικά την συμπεριφορά των ασκούμενων ιατρών, όπως στις αποφάσεις για συνταγογράφηση ή στην προσθήκη φαρμάκων σε μια ιατρική συνταγή. Παρά τις πειστικές ενδείξεις ότι η διαφήμιση είναι αποτελεσματική, οι ιατροί συχνά λειτουργούν εν αγνοία του πόσο επηρεασμένοι είναι όταν λαμβάνουν αποφάσεις για συνταγογράφηση.» (Αλληλεπιδράσεις / διαδράσεις μεταξύ φαρμακευτικών αντιπροσώπων και εκπαιδευόμενων ιατρών, μετάφραση από http://indy.gr/people/To_milo/profile,  Τίτλος πρωτότυπου: Interactions between pharmaceutical representatives and doctors in training. A thematic review J Gen Int Med. 2005; 8:777-786.)

Είναι αναπόφευκτο ότι αν οι φαρμακευτικές εταιρείες εναποθέτουν τόσα χρήματα στα αρχικά στάδια εκπαίδευσης των ιατρών θα πρέπει να έχουν και αντίστοιχα οφέλη. Είναι συνηθισμένο ιατρικά συνέδρια να κατακλύζονται από περίπτερα φαρμακευτικών εταιρειών που τα χρηματοδοτούν. Όλοι μας έχουμε γίνει μάρτυρες επαφών ιατρών και φαρμακευτικών αντιπροσώπων στα νοσοκομεία ή στα ιατρεία τους. «Πληρώνουν, διεθνώς, τους πάντες, συλλόγους οικογενειών, χρηστών κλπ προκειμένου μ’ αυτή την ‘έξωθεν καλή μαρτυρία’, να έχουν με το μέρος τους όσο γίνεται περισσότερους φορείς πέραν (υποτίθεται) πάσης υποψίας. Το ζήτημα είναι: μπορούμε να σκεφτούμε, να ‘νοιώσουμε’ τον εγκλωβισμό μας στη φαρμακοκουλτούρα, μέσα στην οποία ποδηγετούν την ψυχιατρική (όπως ολόκληρη την ιατρική) οι πολυεθνικές του φάρμακου; Το γεγονός, δηλαδή, ότι η χρήση των φαρμάκων, από σημαντική βοήθεια στη θεραπεία, έχει μεταμορφωθεί σε πρωταρχική παρέμβαση, που υποβαθμίζει όλα τα υπόλοιπα σε μια καθαρά δορυφορική παρέμβαση, σε απλή υποστήριξη των ίδιων των φαρμακολογικών θεραπειών;» (Ανακοίνωση της Πανελλαδικής Συσπείρωσης για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση για το 20ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ψυχιατρικής στην Κρήτη, Σεπτέμβρης 2008).

Παρακάτω αναφέρεται:

«Και αν αυτό δεν είναι αρκετό για να δείξει ότι η ιατρική εξουσία συμβαδίζει χέρι με χέρι με την κερδοφορία της αγοράς από τις φαρμακοβιομηχανίες τότε θα πρέπει να αναφέρουμε και το εξής: «Tα τελευταία χρόνια οι μεγάλες πολυεθνικές φαρμακοβιομηχανίες δεν επιδίδονται μόνο στον αγώνα για την ανακάλυψη νέων φαρμάκων, αλλά και σε κάτι ακόμα πιο προσοδοφόρο: στην «ανακάλυψη» ασθενειών, έτσι ώστε να παρουσιαστούν ανάγκες για νέα φάρμακα. Πρόκειται για τη λεγόμενη ασθενοκαπηλία (ή καλύτερα καπηλεία του φόβου του υγιούς για την ασθένεια), από τους πιο ενεργητικούς τομείς μάρκετινγκ των εταιρειών. H διεθνής βιβλιογραφία έχει γεμίσει νέα σύνδρομα· το «κατάλληλο φάρμακο» συνήθως έχει βρεθεί… νωρίτερα. …οι καμπάνιες ενημέρωσης για νέες ασθένειες είναι υπαγορευμένες από τα τμήματα μάρκετινγκ των φαρμακευτικών εταιρειών και όχι από οργανώσεις που ενδιαφέρονται για τη δημόσια υγεία… Tο 56% των 170 ειδικών που συνεργάστηκαν για την τελευταία έκδοση του βασικού εγχειριδίου των ψυχιάτρων είχαν οικονομικές σχέσεις με τις φαρμακοβιομηχανίες. Πρόκειται για σοβαρότατη καταγγελία Αμερικανών ερευνητών, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα σε έγκριτο επιστημονικό περιοδικό. Πρόκειται για το DSM, που θεωρείται ο «μπούσουλας» των γιατρών του κλάδου. Οι οικονομικές σχέσεις αφορούσαν αμοιβές για ομιλίες ή συμβουλές στις επιχειρήσεις, κατοχή μετοχών, ακριβά δώρα ή καταβολή χρημάτων για επαγγελματικά ταξίδια και έρευνα. Μάλιστα όλοι όσοι είχαν ασχοληθεί με τη σχιζοφρένεια και άλλες ψυχιατρικές διαταραχές, «των οποίων η λήψη φαρμάκων θεωρείται η πρώτη θεραπεία», είχαν σχέση με τις εταιρείες. H καταγγελία αυτή αποκαλύπτει το μέγεθος κηδεμονίας της ιατρικής έρευνας από τα συμφέροντα των φαρμακευτικών εταιρειών…. (Ελαφρού Γιάννη, Βομβαρδισμός με φάρμακα… λαϊφστάιλ, , εφημ. Καθημερινή, 20/8/2006).

«Η μόδα των βιταμινών παλαιότερα και σήμερα των ψυχοφαρμάκων έρχεται να δώσει ένα υποκατάστατο φροντίδας στο κουρασμένο κορμί, να το απαλλάξει από το άγχος, να το ξεκουράσει, σ’ ένα χώρο περιορισμένο, σ’ ένα περιβάλλον μολυσμένο, να του δώσει την ελπίδα μιας υγείας που όλο και πιο πολύ στερείται στις απάνθρωπες συνθήκες των μοντέρνων πόλεων» (Ψυχοφάρμακα, μύθος και πραγματικότητα στη θεραπευτική τους χρήση, περιοδικό Η τρέλα, τεύχος 3, σελ. 20.)

Και για να αναφερθούμε και πιο ειδικά στα σκευάσματα που αφορούν την ψυχική ασθένεια και που αποδεικνύουν το γεγονός ότι τα ψυχοφάρμακα αντικατέστησαν πολύ απλά τα παλαιότερα δεσμά του ψυχιατρείου θα αναφέρουμε τα παρακάτω. «Θα μείνουμε, για λόγους συντομίας, σε δύο μόνο κατηγορίες ψυχοφαρμάκων, τα αγχολυτικά/υπναγωγά (βενζοδιαζεπίνες) και τα νευροληπτικά, εξετάζοντάς τα στη βάση του συνεχούς «ευχάριστο-δυσάρεστο».

Στην πλειοψηφία τους τα φάρμακα αυτά λειτουργούν, παρά τις δαπανηρές διαφημίσεις των εταιρειών, στην λογική του «1/3, 1/3, 1/3», δηλαδή: 1/3 των ασθενών βελτιώνεται ανεξάρτητα από φάρμακο,  1/3 δεν ανταποκρίνεται και 1/3 παρουσιάζει μια βελτίωση. Τα αγχολυτικά / υπνωτικά παρουσιάζουν μια σαφή ευφορική (ευχάριστη, «ηδονιστική») ενέργεια (αν και λιγότερο από τα οπιοειδή, την αμφεταμίνη και την κοκαΐνη), ενώ τα νευροληπτικά έχουν μια σαφώς αποδεδειγμένη δυσφορική ενέργεια. Η ευφορική ενέργεια των αγχολυτικών/υπνωτικών εξηγεί γιατί οι χρήστες τους προτιμούν τις βενζοδιαζεπίνες αν και  υπάρχουν άλλα μη ηδονιστικά αγχολυτικά. Εξηγεί, επίσης, την ευρεία και απερίσκεπτη συνταγογράφησή τους από γιατρούς  άλλων ειδικοτήτων καθώς και τους μηχανισμούς της αυτοσυνταγογράφησης.

Η «ηδονιστική» δράση ακολουθείται, φυσικά, από την «τιμωρητική», που προέρχεται από το σύνδρομο «στέρησης» (λόγω του εθισμού που προκαλούν), όταν γίνεται απόπειρα να διακοπεί η αγωγή. Αντί να διερευνάται το πρόβλημα, που βρίσκεται πίσω από το σύμπτωμα (το άγχος, την κατάθλιψη κλπ), επιλέγεται μια λύση «ταμποναρίσματος», που απομακρύνει από τις πηγές του προβλήματος και από την συνειδητοποίησή τους. Σε αυτή την πρακτική ανταποκρίνεται ένας προκατασκευασμένος και άκαμπτα κωδικοποιημένος τύπος ψυχιατρικής πρακτικής, που αποτελεί, παρά τις πιθανές «καλές προθέσεις», το μακρύ χέρι του κοινωνικού ελέγχου. Όσο για τα νευροληπτικά, που έχουν ενδείξεις σε σοβαρές ψυχικές διαταραχές (σχιζοφρένεια, μανιοκατάθλιψη κλπ), έχει αποδεχθεί η σοβαρή και μόνιμη αναπηρία, που μπορεί να προκαλέσουν (όψιμη δυσκινησία, τύφλωση, κλπ, ακόμα και θάνατος), καθώς και οι βλάβες των γνωστικών λειτουργιών, μέχρι και άνοιας.» (Μεγαλοοικονόμου Θ., Τα ψυχοφάρμακα και ο κοινωνικός αποκλεισμός, άρθρο Internet).

Υπάρχουν επίσης πάμπολλα άρθρα που αναδεικνύουν και αποδεικνύουν την σύνδεση του ιατρικού – ψυχιατρικού κατεστημένου με τα καρτέλ των φαρμακοβιομηχανιών (την επιτομή των πολυεθνικών αυτών εταιρειών, την μηχανή του καπιταλιστικού τρένου) και την καταστρατήγηση βασικών δικαιωμάτων τόσο των πολιτών και των κοινωνιών – βλέπε την σύγχρονη γρίπη των χοίρων και τον «κίνδυνο» της πανδημίας αλλά και την ανταπόκριση του εμβολίου Tamiflou σε αυτή με αποτέλεσμα την άνοδο στα χρηματιστήρια των φαρμακοβιομηχανιών που παράπαιαν μέσα στην οικονομική κρίση – αλλά πολύ περισσότερο των ασθενών που οι κοινωνίες απογυμνώνουν από δικαιώματα εξαιτίας των παθήσεών τους.

Για να επιστρέψουμε στο βιβλίο, το σκοτάδι, το αδιέξοδο που δημιουργούν οι «ειδικοί» φωτίζεται και ανοίγει  –επιτέλους- ένας άλλος δρόμος. Ξεκινά μία συζήτηση προσανατολισμένη στις λύσεις. Σημασία έχει τώρα ποιος θέλει να πάρει μέρος σ’ αυτήν. Ποιος θέλει να αμφισβητήσει τις ίδιες του, τις προκαταλήψεις, ποιος θέλει να αφουγκραστεί μία άλλη διαφορετική άποψη. Ένα καινούργιο βίωμα, μία νέα εμπειρία.

Το λόγο παίρνει ο επιμελητής, ο Πήτερ Λέμαν και στο επόμενο κεφάλαιο με τίτλο ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΟΝΤΑΣ ΩΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ παραθέτει μία σειρά από κείμενα συγγραφέων με προτάσεις βοηθητικές, μια σειρά από ιδέες, μια σειρά από δοκιμασμένες από άλλους λύσεις. Μεταφέρει στο κοινό πληροφορίες για τη βιοχημική δράση του εγκεφάλου, για τις επιπτώσεις των διακοπών απότομων και μη, για εναλλακτικές προς τη χημική βιομηχανία μεθόδους απεξάρτησης, διακοπής των ψυχοφαρμάκων και υποστήριξης ανθρώπων στην προσπάθειά τους να σταματήσουν, συζητά λύσεις.

Ο Marc Rufer (γιατρός με κριτική στάση στην ψυχοφαρμακολογία) αναφέρει. Στο επίπεδο της βιολογίας: «Όλες οι βιολογικές συνέπειες της διακοπής είναι συνέπειες της ανοχής που έχει αναπτύξει ο οργανισμός στις συγκεκριμένες ουσίες».  Στο επίπεδο της ψυχολογίας: «Όταν μία ψυχοτρόπος ουσία λαμβάνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, έχει επίδραση σε όλη την προσωπικότητα του ανθρώπου που την παίρνει και ορίζει σε μεγάλο βαθμό ολόκληρη τη ζωή του».

Ο επόμενος συγγραφέας Josef Zehendbauer λέει κάτι πολύ χρήσιμο: «Τα ψυχοφάρμακα δεν είναι σε καμία περίπτωση θεραπευτικά. Στην καλύτερη περίπτωση προσφέρουν μία διευκόλυνση σε περιόδους παράξενων συμπεριφορών, ψυχικών διαταραχών και κρίσεων. Στα χέρια ειδικά κάποιων ψυχιάτρων μπορούν να είναι και μέσα για προσαρμογής του συγκεκριμένου ατόμου στην κοινωνική νόρμα. Όποιος αντισταθεί σ’ αυτή τη γενικευμένη πίεση για υιοθέτηση της γκρίζας μετριότητας και έχει το θάρρος να δείξει τη διαφορετικότητά του, αυτός δεν έχει «ψευδαισθήσεις», αλλά ασυνήθιστες αντιληπτικές ικανότητες. Αυτός δεν υποφέρει από «παράνοια», αλλά βιώνει οραματικά τον εαυτό του. Δεν βουλιάζει σε μία «ενδογενή κατάθλιψη», αλλά ζει μία βαθιά, υπαρξιακή μελαγχολία ή μία οριακή υπαρξιακή εμπειρία. Και κυρίως: δεν είναι κάθε πόνος αρρώστια. Η Εύα, μία κοπέλα που πέρασε από την ψύχωση και τα κατάφερε να ξεφύγει με την βοήθεια της ψυχοθεραπείας, αναρωτιέται: «…μία φορά ψύχωση, ποτέ πια υγιής…;»

Στο βιβλίο περιγράφονται εμπειρίες λύσης. Ομάδες αυτοβοήθειας, ατομική και ομαδική ψυχοθεραπεία, ορθομοριακή ιατρική, ενεργοποίηση των αυτορυθμιστικών δυνάμεων της ψυχής και του σώματός μας, φυτοθεραπεία, ομοιοπαθητική, θρησκευτική πίστη, βελονισμός, ψυχολογική βοήθεια, χρωματοθεραπεία, πολιτική στράτευση, αθλητικές δραστηριότητες και άλλες μέθοδοι εναλλακτικές της παραδοσιακής ψυχιατρικής και των ψυχοφαρμάκων προτείνονται από επαγγελματίες αλλά και από τους ίδιους τους ανθρώπους που έζησαν την εμπειρία ως άμεσα ενδιαφερόμενοι. Και σε αυτό το κεφάλαιο η συζήτηση παραμένει ανοικτή.

Καταλαμβάνοντας το ένα τρίτο του βιβλίου σε έκταση το κεφάλαιο αυτό δείχνει ότι το βιβλίο θα μπορούσε να ονομαστεί και βοήθημα και με αυτό τον τρόπο δίνει το μήνυμα ότι λύσεις και εναλλακτικές προτάσεις υπάρχουν. Έχουν δοκιμαστεί. Έχουν σημασία και νόημα. Η επιστημονική τεκμηρίωση εδώ δεν δείχνει να έχει σημασία. Η εμπειρική τεκμηρίωση αρκεί.

Το ζήτημα της ευθύνης για τον άλλον έρχεται αποκαλυπτικά στη συζήτηση του κεφαλαίου 8. ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ. Στις ενότητες «διακοπή ψυχοτρόπων ουσιών σε παιδιά» και κυρίως στο «και τότε πήρα την απόφαση να του τα κόψω» εμφανίζεται στην κουβέντα ένα θέμα αγκάθι: «ποιος αποφασίζει για ποιον». Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη, πώς αναλαμβάνει την ευθύνη, με τι κόστος και με τι βοήθειες. Και όλα αυτά με θέμα τα παιδιά. Ένας θεραπευτής και μία μητέρα περιγράφουν το πώς το έκαναν οι ίδιοι και κυρίως η δεύτερη μοιράζεται μαζί μας την εμπειρία της. Ο μικρός είναι 8 ετών, τα τελευταία 4 χρόνια ταλαιπωρεί θετούς γονείς, συγγενείς, δασκάλους και πάσης φύσεως γιατρούς, ψυχολόγους κτλ έχει ήδη ξεκινήσει aloperidin και akineton εδώ και δύο χρόνια, και αφού ταξιδεύει αδιάκοπα σε όλο το δημόσιο σύστημα της παιδοψυχιατρικής της Θεσσαλονίκης ένας γιατρός δηλώνει στη μάνα: «Σε λίγα χρόνια θα μιλάμε για έναν ψυχοπαθή δολοφόνο…». Σ’ αυτό το σημείο πέρα από την πιθανή οργή και τη θλίψη μίας τέτοιας ανακοίνωσης, ενός τέτοιου αδιεξόδου που δημιουργεί ένας «ειδικός», αγγίζεται με λεπτότητα ένα από τα πιθανά σημεία κλειδιά:  Το αδιέξοδο δημιουργείται εδώ. Το αδιέξοδο –που όλοι οι εμπλεκόμενοι με ψυχοφάρμακα αναφέρουν στις περιγραφές τους – βασίζεται στη βεβαιότητα του μέλλοντος που έχουν οι «ειδικοί». Στην απόλυτη πρόβλεψη. Στην πρόγνωση. Οι «ειδικοί» ξέρουν τι θα γίνει. ΠΑΝΤΑ. Ξέρουν το άγνωστο. Ξέρουν το μέλλον. Αυτό που σε μία από τις συγγραφείς αυτού του βιβλίου δημιούργησε ένα αίσθημα εμπιστοσύνης προς τη θεράπουσα γιατρό της η οποία την προειδοποιεί: «…ούτε να διανοηθείς να μην πάρεις κάποια από τα φάρμακα που σου δίνω και πως δεν θα πρέπει να περιμένεις να γίνεις καλά σύντομα».Η ίδια λοιπόν στη συνέχεια «…νιώθει πραγματικά χάλια και σιγά σιγά αναπτύσσει ένα είδος εμπιστοσύνης προς αυτή τη γυναίκα γιατί αυτή της η πρόγνωση επιβεβαιώθηκε ως τώρα…».  Η μάνα αυτή αποφασίζει μόνη της και με τη βοήθεια μίας θεραπεύτριας συστημικής προσέγγισης να επενδύσει στα δυνατά, στα υγιή σημεία του παιδιού της. Εμπλέκει όλους όσους συμμετέχουν στο σύστημά του, γονείς, εκπαιδευτικούς άλλους ενήλικες που είναι κοντά του και όλοι δημιουργούν ένα προστατευτικό πλαίσιο τέτοιο που βοηθά το παιδί να «προχωρά πλέον, με όλες τις φυσικές και πνευματικές του δυνάμεις του παρούσες, κάτι που τα ψυχοφάρμακα του στερούσαν». Η μάνα αυτή πήρε την ευθύνη να κόψει τα ψυχοφάρμακα του παιδιού της χωρίς τη βοήθεια των γιατρών. Και σήμερα πιστεύει ότι έχει κάνει το καλύτερο για το παιδί της.

Στο κεφάλαιο 9 με τίτλο Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ, έχουμε έναν πολύ ρεαλιστικό οδηγό για το τι κάνει κανείς μετά. Αφού κόψει τα φάρμακα. Άνθρωποι που το έχουν κάνει συμβουλεύουν απλά και καθαρά. «Για να αντέξω την ψυχωσική μου κρίση χρειάζομαι: – Ένα δωμάτιο στο οποίο δε με παρακολουθούν άλλοι- Ένα στρώμα, μία κουβέρτα, πότε – πότε μία γουλιά νερό και ελάχιστα ή καθόλου φαγητό- Και έναν φίλο που να καταλαβαίνει τον φόβο μου γιατί με γνωρίζει, που δεν μου θυμώνει για την κατάστασή μου, κρατάει την ψυχραιμία του και μένει δίπλα μου, μέχρι περίπου σε 10 μέρες να πάρει πάλι ο κόσμος το γνωστό περίγραμμά του.

Κλείνοντας το βιβλίο στον επίλογο ο Karl Bach Jensen αναφέρεται στον νορβηγό φιλόσοφο Jens Ivar Nergard ο οποίος στο βιβλίο του «Η ενήλικη παιδικότητα, ο ψυχωσικός άνθρωπος ως οδηγός για τον πολιτισμό μας» περιγράφει την ψύχωση μέσα στο πλαίσιο του πολιτισμού μας. «…το πεπρωμένο του ψυχωσικού στον πολιτισμό μας είναι η απομόνωση και μαζί μ’ αυτήν η έλλειψη αίσθησης του ανήκειν σε μία κοινότητα. ..κι όμως η κατάσταση αυτή που ονομάζεται ψύχωση είναι κάτι που χαρακτηρίζει μάλλον τον πολιτισμό παρά το άτομο. Η χρονιοποιημένη ψύχωση προϋποθέτει την χρόνια απομόνωση του ψυχωσικού… Σε πολιτισμούς που δεν διαθέτουν κάποιες συστηματοποιημένες μορφές απομόνωσης ή αποκλεισμού ασυνήθιστων ψυχολογικών φαινομένων, αυτά δεν θεωρούνται καν ασυνήθιστα ή αποκλίνοντα. Όποιος είναι «διαφορετικός» φέρει μέσα του έναν πόνο, τον οποίο λίγο ή πολύ φέρουν μέσα τους και όλοι οι άλλοι. Ό ίδιος ο πόνος μειώνεται, αν ανακοινωθεί στην ομάδα μέσα από τελετουργίες και μετατραπεί έτσι σε μία κοινή εμπειρία, στην οποία μπορεί ο καθένας να αναγνωρίσει στοιχεία του εαυτού του… Στην κουλτούρα μας όμως που είναι προσανατολισμένη στην λογική και την επιστήμη, λείπουν τελετουργίες και μοτίβα συλλογικής δράσης και κατανόησης που θα έδιναν στον πολιτισμό πρόσβαση στις εμπειρίες ενός ψυχωσικού. Η κυρίαρχη τελετουργία του πολιτισμού μας συνίσταται στο να φυλακίζει τους ψυχωσικούς σε διάφορα ιδρύματα, αφού τους μετατρέψει σε ασθενείς ή στο να χορηγεί φάρμακα, με αποτέλεσμα η ζωτική δύναμη του ανθρώπου να εξασθενεί σταδιακά, μέχρι να εξαλειφθεί».

Ο Carl Bach Jensen προτείνει και λύσεις:

Ένα μελλοντικό κοινωνικό σύστημα εμπνευσμένο από την οικολογία και τον ανθρωπισμό, απαιτεί να σταματήσουμε την χρήση τοξικών συνθετικών ουσιών στη φύση, στους χώρους διαμονής, στην διατροφή και την ιατρική. Η εγκατάλειψη της χρήσης χημικών δηλητηρίων στον ψυχοκοινωνικό χώρο θα μπορούσε να αναπτυχθεί με άξονα τα εξής σημεία:

– πρέπει να καλλιεργηθεί στη κοινή γνώμη, τόσο σε επαγγελματίες όσο και σε χρήστες η επίγνωση της απάνθρωπης, επικίνδυνης και επιζήμιας αναλογίας μεταξύ κέρδους και ζημίας κατά την χρήση των χημικών ψυχοφαρμάκων.

– Πρέπει να εναντιωθούμε στην και να εμποδίσουμε την εφαρμογή διεθνών συστάσεων και εθνικών νόμων που επιτρέπουν τη αναγκαστική ψυχιατρική νοσηλεία και ειδικά επιβεβλημένες υποχρεώσεις για μακροχρόνια λήψη ψυχοφαρμάκων σε εξωνοσοκομειακές δομές.

– Είναι σημαντικό να συγκεντρώνουμε και να διαδίδουμε γνώσεις για τα προβλήματα απεξάρτησης από τα ψυχοφάρμακα, καθώς και τρόπους λύσης τους.

– Πρέπει να αναπτυχθούν ειδικά προγράμματα βοήθειας και θεσμοί για ανθρώπους εξαρτημένους από τα ψυχοφάρμακα.

– Πρέπει να εξασφαλιστεί η λεπτομερής ενημέρωση των άμεσα ενδιαφερομένων για τις παρενέργειες και τους κινδύνους από τα ψυχοφάρμακα, πριν ακόμα από την πρώτη χρήση τους.

– Οι άνθρωποι που προκαλούν πόνο, δυσπραγία και αναπηρίες οι οποίες οφείλονται στην χορήγηση ψυχοφαρμάκων, πρέπει να υποχρεώνονται να καταβάλουν μεγάλες αποζημιώσεις.

– Πρέπει να αναπτυχθούν μέθοδοι, συστήματα, υπηρεσίες και θεσμοί μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης βοήθειας και υποστήριξης που δεν θα στηρίζονται σε καμία περίπτωση στην χορήγηση ψυχοφαρμάκων.

Είναι πολύ σημαντικό να δει κανείς –και το κάνει ο Πέτερ Λέμαν κλείνοντας το βιβλίο- ότι όλα αυτά δεν παραμένουν μόνο στο διάλογο γύρω από το τραπέζι. Ένας σημαντικός αριθμός οδηγών έχουν δημοσιευτεί ήδη και είναι προσβάσιμοι από όλους ακόμα και μέσω του διαδικτύου.

Βασικές οδηγίες για αυτούς που θέλουν να κόψουν τα ψυχοφάρμακα με ή χωρίς την υποστήριξη των γιατρών τους για το πώς να μειώσουν τους κινδύνους της διακοπής:

– μη βιάζεσαι- ενημερώσου για τους κινδύνους και τα ανεπιθύμητα αποτελέσματα

– Σχεδίασε το μέλλον

– Ζήτα συμβουλές

– Ψάξε υποστήριξη

– Προστάτευσε νομικά τον εαυτό σου (βλ. ψυχιατρική διαθήκη)

– Δημιούργησε έναν ήρεμο και ασφαλή χώρο

– Πρόσεξε να τρέφεσαι σωστά

– Φρόντισε να ασκείσαι

– Ζήσε συνειδητά

– Εξασφάλισε έναν καλό ύπνο

Τα καταγράφω αυτά σκόπιμα για να γίνει αντιληπτή η απλότητα των προτάσεων, των λέξεων και των όρων που χρησιμοποιούνται σε αντιπαράθεση με την περιπλοκότητα, την συνθετότητα και το ακατανόητο των όρων των ψυχικών ασθενειών ή ακόμα και των ίδιων των ονομασιών των φαρμάκων. Διότι τι σχέση να κάνει κανείς και πώς να επικοινωνήσει με ένα aloperidin, ritalin, ένα largactil ή ένα milithin…; ή πώς να συζήσει με μία «σχιζοφρενικόμορφη διαταραχή» ή μία «διπολική διαταραχή».

Όλα αυτά, όπως και όλο το βιβλίο, είναι ένας οδηγός. Όχι μια συνταγή. Η απεξάρτηση από τα ψυχοφάρμακα δεν συνταγογραφείται. Δεν είναι σίγουρη. Δεν είναι εύκολη. «Δεν υπάρχουν συνταγές για να αποφύγει κανείς τα προβλήματα όταν βγαίνει ή διακόπτει από τα ψυχοφάρμακα».

Το βιβλίο, αν και τα συζητά όλα αυτά, δεν καταλήγει σε απόλυτες θέσεις. Δεν γενικεύει.   Δηλώνει όμως καθαρά ότι ο δρόμος αυτός υπάρχει. Κάποιοι τον έχουν ήδη διαβεί και τα κατάφεραν. Και η εμπειρία αυτών είναι ο καλύτερος οδηγός για όλους. Αρκεί να ακούσουμε.

Δύο πράγματα μου έμειναν τελειώνοντας το βιβλίο:Ένας θυμός για το ψυχιατρικό σύστημα και τις ευθύνες του και μία ελπίδα για τους ανθρώπους αυτούς και τις δυνατότητές τους.

Η θεωρία της κρίσης στο άτομο, την οικογένεια, την κοινότητα. Διάλεξη.

Κρίση

Η παρούσα εισήγηση πραγματοποιήθηκε στο 5ο Πανελλήνιο Συνέδριο Εθελοντών Κοινωνικής Πρόνοιας Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού: «Καταστάσεις Κρίσης: Ψυχοκοινωνικές Επιπτώσεις και Μοντέλα Παρέμβασης» στις 8 – 12 Οκτωβρίου 2008, στη Θεσσαλονίκη (πληροφορίες και εδώ)

 

Φαίνεται πως σήμερα, περισσότερο από άλλες περιόδους, το θέμα της ΚΡΙΣΗΣ απασχολεί τους ανθρώπους. Κρίσεις φαίνεται να συμβαίνουν στις μέρες μας σε όλο τον κόσμο, σε διάφορους τομείς της κοινωνικής μας ζωής. Κρίσεις συμβαίνουν στην οικονομία, στην κοινωνία, στους θεσμούς, στην καθημερινότητά μας, στην αίσθηση της ασφάλειας του πολίτη, στη διατροφή, στον αθλητισμό, στον έρωτα, στις σχέσεις, στο γάμο, στην οικογένεια. Πολλοί μιλούν και για την κρίση του σύγχρονου ανθρώπου που πελαγωμένος στην ανασφάλεια της σημερινής εποχής αδυνατεί να σταθεί σταθερά και αξιόπιστα κάπου. Όλα μοιάζουν να κινούνται και τα πόδια μας πατάνε μάλλον σε μία κινούμενη άμμο παρά σε στέρεα και συμπαγή υλικά.  Κάποιοι άλλοι πάλι λένε ότι όλα τα παραπάνω κινούνται στα όρια του μύθου, της υπερβολής και της υπερβολικής ενασχόλησης με την αρνητική πλευρά της πραγματικότητας. Κατηγορούνται οι υπεύθυνοι για την πληροφόρηση και την ενημέρωση του κοινού για εστίαση στα αρνητικά, για έμφαση στην κακή καθημερινότητα, για δημιουργία εντυπώσεων. Ισχυρίζονται ότι κρίσεις περνούσε πάντα η ανθρώπινη κοινότητα. Η διαφορά σήμερα είναι ότι πρώτον με την ταχύτατη μεταφορά της πληροφορίας μαθαίνουμε αμέσως τι συμβαίνει σε κάθε άκρη του πλανήτη και δεύτερον ότι –σαφώς- στο πλαίσιο  της παγκοσμιοποίησης ο πλανήτης έχει μετατραπεί σε ένα μικρό χωριό όπου όλα αφορούν και επηρεάζουν όλους.

Στις μέρες μας μιλάμε ήδη για μία παγκόσμια κρίση στην οικονομία, τραπεζικά συστήματα καταρρέουν και μάλιστα στη Μέκκα του καπιταλισμού, στις Η.Π.Α., άνθρωποι χάνουν τα χρήματά τους, τις δουλειές τους, το σπίτι τους κυριολεκτικά  από τη μία μέρα στην άλλη, δεδομένα αιώνων, θεσμοί που συνόδεψαν τον άνθρωπο για χρόνια χάνουν την αξιοπιστία τους. Ένα τρομοκρατικό χτύπημα σε ένα μέρος του πλανήτη επηρεάζει αυτόματα κάθε πλευρά της ζωής των ανθρώπων παντού και η αύξηση της τιμής του αργού πετρελαίου ανεβάζει τις τιμές σε εκατοντάδες προϊόντα άμεσα.

Πολλοί επίσης μιλάνε για την κρίση που περνά ο σύγχρονος άνθρωπος. Μία κρίση που βιώνεται με τα συμπτώματα της αποξένωσης, του ατομικισμού, της εμμονής στο εύκολο και γρήγορο κέρδος, της εμμονής στο κέρδος αυτό καθ’ αυτό, της κατάρρευσης των ιδεολογιών, των ομαδικών τελετουργιών, της απομόνωσης του ανθρώπου στην σύγχρονη μεγαλούπολη με κυρίαρχο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα την σύγχρονη πολυκατοικία και τον τρόπο ζωής των κατοίκων της.

Τι εννοούμε όμως τελικά όταν χρησιμοποιούμε τον όρο κρίση για να περιγράψουμε κάτι που συμβαίνει; Τι ονομάζεται κρίση και πώς μπορούμε να χωρέσουμε τόσα διαφορετικά πράγματα μαζί μέσα σε μία έννοια;

Τι σημαίνει ΚΡΙΣΗ;

Δανείζομαι όρους από τα λεξικά της Ελληνικής γλώσσας:

Κρίση είναι η ξαφνική και βίαιη επιδείνωση μιας χρόνιας συνήθως πάθησης ή απλώς η απότομη και οξεία εμφάνιση συμπτωμάτων σε ένα έως τότε υγιές άτομο. Η οξεία εκδήλωση ενός συναισθήματος, μίας ψυχικής διάθεσης, ενός τρόπου σκέψης /νευρική – μελαγχολίας –θυμού – γέλιου. Κορύφωση μιας δύσκολης εξελικτικής πορείας με επιδείνωση όλων των αρνητικών φαινομένων, από το ξεπέρασμα της οποίας εξαρτάται η επιστροφή στη φυσιολογική κατάσταση /πολιτική, κυβερνητική / θεσμών / οικονομική.  Κλονισμός ενός μέρους ή του συνόλου από τις πνευματικές, ηθικές, θρησκευτικές κτλ πεποιθήσεις ενός ανθρώπου ο οποίος οδηγεί συνήθως σε καθοριστικές επιλογές και αποφάσεις. Εσωτερικοί προβληματισμοί, αγωνιώδη ερωτήματα ανθρώπου που επιζητεί τον επαναπροσδιορισμό του και την επανατοποθέτησή του ως οντότητας κυρίως όσον αφορά τον ίδιο ή και τους άλλους.

Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε πώς με τον όρο κρίση αναφερόμαστε σε μία οξεία κατάσταση, στην οποία αλλάζουν -σε σύντομο χρονικό διάστημα- τα έως εκείνη τη στιγμή δεδομένα, όπου ο έλεγχος  είναι περιορισμένος και οι συμμετέχοντες σε αυτήν καλούνται σε σύντομο χρονικό διάστημα να αλλάξουν, να τροποποιήσουν τη συμπεριφορά τους. Κατά τη διάρκειά της και αμέσως μετά οι συμμετέχοντες έχουν την ευκαιρία για μία αλλαγή. Η αλλαγή αυτή εξαρτάται – όπως μάλλον κάθε αλλαγή – από τις αποφάσεις, τις συμπεριφορές, τις πράξεις και την αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων.

Η άλλη μεγάλη κατηγορία χρήσης του όρου είναι ως αξιολόγηση και διατύπωση άποψης για κάτι. Θα πρότεινα να μην υποτιμήσουμε αυτή τη χρήση. Ίσως η κρίση ως κριτική, ως αξιολόγηση να εμπεριέχεται στην κρίση ως ξαφνική αλλαγή. Σε κάθε κρίση, κάτι κρίνεται… θα επικαλεστώ την εμπειρία μου ως ψυχολόγος για να σας πω ότι στη θεραπεία και συμβουλευτική ζευγαριών λέμε συχνά ότι : «μία κρίση είναι μία ευκαιρία για να δει το ζευγάρι αν αντέχει την κρίση…»αν μπορεί να υπάρξει και μετά…αν μπορεί να ζει και να περνά κρίσεις…αν μπορεί να δει αν έχει βρει ή αν μπορεί να βρει στη συνέχεια τρόπους, μεθόδους αντιμετώπισής τους… αν μπορεί να μάθει από αυτές και να αλλάξει συμπεριφορές με τέτοιο τρόπο ώστε οι επόμενες –αναπόφευκτες- κρίσεις να αντιμετωπίζονται με τρόπο που να δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα δημιουργικότερο και πιο λειτουργικό μέλλον… αν τα θεμέλιά του αντέχουν… και αν έχει κατασκευάσει την κατάλληλη για τις συνθήκες αντισεισμική προστασία…

Πότε όμως επιλέγουμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο κρίση; Θα μπορούσαμε άραγε να μιλήσουμε για μία θεωρία της κρίσης; Και μάλιστα για μία θεωρία της κρίσης στο άτομο, την οικογένεια, την κοινότητα;

Ας ξεκινήσω αναφερόμενος στους όρους άτομο, οικογένεια και κοινότητα.

Άτομο μπορεί να είναι κάθε άνθρωπος –άντρας ή γυναίκα ίσως και παιδί με οποιοδήποτε φύλο- που ζει μέσα σε κάποιο κοινωνικό, οικονομικό, πολιτισμικό και ευρύτερα οικολογικό περιβάλλον. Είναι συνήθως μέλος μίας κάποιου είδους οικογένειας, ανήκει ή καλύτερα αλληλεπιδρά συχνότερα με κάποια άλλα άτομα που είναι μέλη μίας κάποιας ομάδας και συμβιώνει σε κάποια συγκεκριμένη κοινότητα άλλων ατόμων. Η προσπάθεια να χωρίσει κανείς τους παράγοντες που επηρεάζουν μία κρίση στο άτομο σε εσωτερικούς και εξωτερικούς θα ήταν ίσως παρακινδυνευμένη. Θα διάσπαζε την ολότητα και την πολυσυνθετότητα της παραπάνω περιγραφής και θα απομόνωνε  στοιχεία τα οποία θα ήταν αναγκαία για να κατανοηθεί καλύτερα η διαδικασία μίας κρίσης. Προτείνω λοιπόν να κρατήσουμε στο νου μας το πλαίσιο στο οποίο λειτουργεί ένα άτομο και μέσα σε αυτό και σε πλήρη και συνεχή αλληλεπίδραση με άλλα μέρη του βιώνει κάθε φορά διαδικασίες που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε κρίσεις.

Μία κρίση θα μπορούσε να είναι συναισθηματική, κρίση συνείδησης, προσωπική κρίση ταυτότητας, κρίση που ορίζεται από τον ίδιο ή από κάποιον εξωτερικό παρατηρητή ως κρίση που αφορά πρώτιστα το άτομο.  Θα αναφερθώ σε μερικές:

Η πρώτη και ίσως και πιο σοβαρή κρίση είναι αυτή που συμβαίνει κατά τη διάρκεια της γέννησης. Πολλοί επιστήμονες της κύησης και της γέννησης έχουν μιλήσει για την κρίση που αντιμετωπίζει κάθε άνθρωπος στην πρώτη του επαφή με τον έξω κόσμο. Από την απόλυτη αίσθηση ασφάλειας και ζεστασιάς…στον παγωμένο κόσμο ενός -στην καλύτερη περίπτωση- νοσοκομείου. Αν θα μπορούσε κάποιος να δει τη διαδικασία αυτή μέσα από το οπτικό πρίσμα του βρέφους που έρχεται στον κόσμο θα μπορούσαμε πιθανόν να συζητήσουμε καλύτερα για τον τρόπο που αυτή η πρώτη –ίσως- μεγάλη κρίση αντιμετωπίζεται από το ίδιο.

Κρίσεις θα μπορούσαν να ονομαστούν και οι αλλαγές κατά την παιδική ηλικία. Όταν για παράδειγμα ένα παιδί που μεγαλώνει στο ασφαλές περιβάλλον ενός σπιτιού, με πατέρα, μητέρα, αδέρφια και σκύλο εξαναγκάζεται (κυριολεκτικά) να αλλάξει την καθημερινότητά του και να αρχίσει να ζει μία άλλη καθημερινότητα που περιλαμβάνει πρωινό ξύπνημα, μεταφορά με ένα αυτοκίνητο, λεωφορείο ή άλλον μέσο, αποχωρισμός από το πρόσωπο αναφοράς χωρίς να συμφωνήσει το ίδιο και συνύπαρξη με άλλα εξίσου καλομαθημένα παιδιά της ηλικίας του σε ένα χώρο που σε τίποτα δεν θυμίζει το χώρο του σπιτιού.

Κρίσεις αντιμετωπίζουμε στην εφηβεία μας. Η ίδια η εφηβεία είναι μία κρίση. Κατά την περίοδό της γίνεται μία μετάβαση από την παιδική στην ενήλικη ζωή. Εκεί οι κρίσεις δείχνουν να είναι πιο έντονες καθώς απειλούν αυτό που ονομάζεται ταυτότητα του ατόμου. Η ταυτότητα αλλάζει και από παιδική γίνεται εφηβική και στη συνέχεια ενήλικη. Σε αυτή την περίοδο θα επιλέξουμε γνώμες, απόψεις,  θεωρίες, φιλοσοφία, θα επιλέξουμε σεξουαλική ταυτότητα, ομάδες στις οποίες θα ανήκουμε, θα υποστούμε σωματικές και συναισθηματικές αλλαγές ξαφνικές και ανεξέλεγκτες.

Κρίση θα μπορούσαμε να ονομάσουμε και άλλου περιεχομένου διαδικασίες όπως είναι ο Έρωτας.
Ο αποχωρισμός, το μεγάλωμα των παιδιών και η αποχώρησή τους από το σπίτι.
Ο χωρισμός του ζευγαριού.
Κρίσεις σε σχέση με την υγεία. Ξαφνικά προβλήματα υγείας με άγνωστη πρόγνωση. Ο Θάνατος. Μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις…αποχωρισμός.

Παρατηρώντας πολύ καλά ένα πρόσωπο, ένα άτομο  μπορούμε να μιλήσουμε για ένα υπερπολύπλοκο σύστημα. Συναισθήματα, σκέψεις, αντιλήψεις, πεποιθήσεις, ιστορία, εμπειρίες, όνειρα για το μέλλον, ελπίδες, σχέσεις. Όλα αυτά αλληλεπιδρούν μέσα μας, επικοινωνούν, συνυπάρχουν. Μία κρίση, είτε εσωτερική με εξωτερικούς παράγοντες, είτε εξωτερική με εσωτερικές επιρροές και επιδράσεις αφορά το άτομο στο σύνολό του και επίσης μέσα στο πλαίσιο που κάθε φορά λειτουργεί, την οικογένεια, την κοινότητα ή αλλού. Στη σημερινή εποχή μιλάμε συχνά για κρίση της σημερινού ατόμου στο πλαίσιο της κοινωνίας. Ο σημερινός άνθρωπος ζει σ’ αυτό που ονομάζουμε  κοινωνία της πληροφορίας. Μεταβαίνοντας από την βιομηχανική στην μεταβιομηχανική εποχή και την εποχή της πληροφορίας βιώνει συνεχείς και ανεξέλεγκτες μεταβολές των σταθερών σημείων της ζωής του. Η οικογένεια, με συγκεκριμένη και σταθερή δομή έως τα τελευταία χρόνια, μεταβάλλεται, τροποποιείται, νέες μορφές οικογενειακής οργάνωσης παρατηρούνται στις οποίες καλείται να συμμετάσχει. Οι σχέσεις έχουν αλλάξει, οι αξίες, οι αρχές, οι πεποιθήσεις του που στο παρελθόν μπορούσαν να συνομιλήσουν με τα αδιέξοδα, δεν φαίνονται να κάνουν νόημα. Στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει το άγνωστο και απρόβλεπτο μέλλον, ο άνθρωπος απευθύνεται στην ιστορία του. Αναζητά παγιωμένες και δοκιμασμένες λύσεις στα δυσλειτουργικά σχήματα στα οποία συμμετέχει και πιθανόν παρατηρεί ότι σε επίπεδο περιεχομένου τίποτα δεν είναι ίδιο. Βιώνει το άγνωστο και το καινούργιο ως ανεξέλεγκτο και οδηγείται στο να μιλήσει για κρίση, με την έννοια του κινδύνου, της καταστροφής. Παράλληλα ένας εξωτερικός παρατηρητής θα μπορούσε να δει ότι εκτός από την έννοια του κινδύνου στην κρίση αυτή ενυπάρχει και η έννοια της αξιολόγησης. Θα αντέξει στην κρίση που περνά –με την έννοια που την περιέγραψα παραπάνω- ο άνθρωπος; Θα διατηρήσει την ισορροπία του σε έναν κόσμο που βιώνεται ως ασταθής και συνεχώς και με ταχύτατους ρυθμούς μεταβαλλόμενος; Θα καταφέρει να συνεχίσει να λειτουργεί ικανοποιημένος και με μία αίσθηση ευχαρίστησης στη ζωή του;  Θα καταφέρει να χρησιμοποιήσει τα αποθέματά του, τις αποθήκες ενέργειάς του και να συνδιαλαγεί και να επικοινωνήσει με τις αλλαγές;

Η οικογένεια, είναι ένας επίσης ιδιαίτερα πολύπλοκος οργανισμός. Μέλη του είναι  άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών, κάποιοι μαζί από επιλογή (γονείς) κάποιοι από ανάγκη και επιλογή (παιδιά – παππούδες) όλοι μαζί συνθέτουν ένα σύστημα αλληλεπίδρασης και επικοινωνίας.  Η οικογένεια ως ζωντανός οργανισμός αντιμετωπίζει επίσης περιόδους οξείας αλλαγής των δεδομένων της. Ο γάμος των γονιών είναι ίσως η πρώτη, η γέννηση των παιδιών θα μπορούσε να ακολουθεί, η εφηβεία, η οποία είναι περίοδος κρίσης για όλη την οικογένεια εκτός από τον ίδιο τον έφηβο/η, η φυγή των παιδιών για σπουδές, η ενηλικίωση, χωρισμοί, ενδεχόμενες αρρώστιες, εξωσυζυγικές σχέσεις, επιλογές των παιδιών που δεν ανταποκρίνονται στις επιθυμίες και τα όνειρα των γονιών και άλλα πολλά γεγονότα, συμπεριφορές και καταστάσεις που δημιουργούν δυσλειτουργικά περιβάλλοντα και ονομάζονται κρίσεις. Η ισορροπία στην επικοινωνία διαταράσσεται και μία κρίση ακολουθεί.

Οι κοινότητες ανθρώπων (αλλά και άλλων έμβιων όντων) δημιουργούνται με στόχο την συνύπαρξη. Από επιλογή ή από ανάγκη (άρα πάλι από επιλογή) άνθρωποι ζουν κοντά ο ένας στον άλλον σωματικά, πνευματικά, ψυχικά, μοιράζονται πράγματα, συνεισφέρουν σε κοινούς στόχους, συμβιώνουν αλληλεπιδρώντας και δημιουργούν έναν πολυπλοκότερο των δύο παραπάνω σύστημα, όπου και άτομα και οικογένειες αλλά και άλλες ομαδικές ή ατομικές δομές οργάνωσης συνυπάρχουν.

Ως μεγάλες, ισχυρές κρίσεις σε επίπεδο κοινότητας θα μπορούσα να αναφέρω τον πόλεμο, κρίσεις σε οικονομικό επίπεδο, κρίσεις σε πολιτικό επίπεδο και φυσικά τις κρίσεις των φυσικών καταστροφών. Αυτές οι κρίσεις επιδρούν, έχουν επιπτώσεις σε όλα τα προηγούμενα συστήματα. Το άτομο και την οικογένεια. Ένας πόλεμος αφορά όλη την κοινότητα και επηρεάζει όλα τα άτομα και όλες τις οικογένειες που συμμετέχουν σ’ αυτήν.

Οι μέχρι τώρα περιγραφές θεωρώ ότι δίνουν μία αρκετά καλή εικόνα για τις κρίσεις που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος και η οικογένεια στη σύγχρονη κοινωνία. Θα ήθελα τώρα να πάμε λίγο πίσω από όλα αυτά και να δούμε τον τρόπο που η Συστημική θεωρία περιγράφει το θέμα μας.

Μέσα από τη θεωρία των συστημάτων μπορεί κανείς να περιγράψει τις διαδικασίες με τις οποίες βιώνονται και αντιμετωπίζονται οι αλλαγές που ονομάζουμε κρίσεις καθώς και να υιοθετηθούν στάσεις και συμπεριφορές βοηθητικές στις κρίσιμες περιόδους της ζωής ή σε έκτακτες καταστάσεις κρίσεων.

Για την Συστημική θεωρία και σκέψη, ο άνθρωπος, η οικογένεια και η κοινότητα είναι συστήματα ζωντανά. Ζωντανά ονομάζουμε τα συστήματα όταν τα μέρη από τα οποία απαρτίζονται αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Ζωντανά συστήματα είναι για παράδειγμα ένα κύτταρο, ένας άνθρωπος, ένα ζευγάρι, μία οικογένεια, μία κοινωνία κτλ.  (Maturana, Varela, 1980).

Κάθε ζωντανό σύστημα χαρακτηρίζεται από τη δομή του και από την οργάνωσή του. Ως οργάνωση περιγράφεται το ειδικό σχήμα σχέσεων, που δημιουργεί την ταυτότητα του συστήματος ως ζωντανή ενότητα, ακόμα και όταν τα συγκεκριμένα στοιχεία του συστήματος αλλάζουν με το χρόνο. Είναι οι σχέσεις που ορίζουν ένα σύστημα ως μονάδα και καθορίζουν τη δυναμική των αλληλεπιδράσεων και των μετασχηματισμών που μπορεί να υποστεί ως μονάδα. Η οργάνωση ενός συστήματος δίνεται από τις συσχετίσεις –ιστορικές και δυναμικές- που πρέπει να υπάρχουν ανάμεσα στα συστατικά του μέρη και οι οποίες, προκειμένου να διατηρείται η ταυτότητά του, οφείλουν να παραμένουν αμετάβλητες. Διαφορετικά αυτό αποσυντίθεται ή μετασχηματίζεται σε άλλου είδους σύστημα. (Maturana, Varela, 1980). Ως δομή περιγράφεται το σύνολο των συγκεκριμένων στοιχείων ενός ζωντανού συστήματος και όλες οι σχέσεις μεταξύ τους μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή (Ιωαννίδου, 2002). Ή αλλιώς η υλική διάταξη, η υλοποίηση της οργάνωσης του συστήματος μέσα στο χώρο και το χρόνο. (Maturana, Varela, 1980). Μεταφέροντας αυτές τις έννοιες στην οικογένεια π.χ. θα έλεγα πως στο επίπεδο των οικογενειών αυτό που δημιουργεί την ταυτότητα της οικογένειας είναι η επιθυμία τους να είναι μαζί και να θεωρούνται οικογένεια. Από τη στιγμή που υπάρχει αυτό η δομή της οικογένειας μπορεί να είναι πολύ διαφορετική: μπορεί να συμβιώνουν όλοι στο ίδιο σπίτι ή σε χωριστά, μπορεί να καυγαδίζουν συχνότερα ή πιο αραιά, μπορεί να σπουδάζουν τα παιδιά σε άλλη πόλη ή στην ίδια, μπορεί να βγαίνουν χωριστά ή γονείς ή μόνο μαζί κτλ. Η δημιουργία και η διατήρηση ενός ζωντανού συστήματος εξαρτάται από την ικανότητά του να αλλάζει τη δομή του διατηρώντας ταυτόχρονα την οργάνωσή του.

Τα ζωντανά συστήματα διαφοροποιούνται από κάθε άλλου είδους σύστημα χάρη στην οργάνωσή τους που είναι αυτοποιητική. Αυτοποίηση είναι η διαδικασία με την οποία ένα ζωντανό σύστημα «ποιεί» τον εαυτό του, παράγει δηλαδή μια ολότητα – ενότητα που ξεχωρίζει από το περιβάλλον του. Το τυπικό χαρακτηριστικό των έμβιων συστημάτων είναι ότι αποτελούν προϊόντα της ίδιας της οργάνωσής τους και συνεπώς δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ παραγωγού και προϊόντος. Αυτή ακριβώς η κυκλική του οργάνωση καθιστά το έμβιο σύστημα μονάδα αλληλεπιδράσεων. Και χάρη σε αυτήν την κυκλικότητα μπορεί να διατηρεί αμετάβλητη την ταυτότητά του ως ζωντανό σύστημα (Maturana και Varela, 1980). Δεν μπορεί δηλαδή με κάθε εξωτερική παρέμβαση να αλλάζει η οργάνωση (η ταυτότητα) των ζωντανών συστημάτων. Στην αντίθετη περίπτωση, κάθε φορά που κάποιος διαφορετικός άνθρωπος θα μας χαρακτήριζε με κάποιο τρόπο θα οδηγούμασταν σε αυτόματες και ταχύτατες αλλαγές της εικόνας και της ταυτότητάς μας.

Κάθε έμβιο ον (κάθε ζωντανό σύστημα) ξεκινά την ύπαρξή του με μία αρχική δομή. Από αυτήν εξαρτάται η πορεία των αλληλεπιδράσεών του και αυτή περιορίζει τις δομικές μεταβολές που μπορούν να πυροδοτήσουν εντός του οι αλληλεπιδράσεις αυτές. Επίσης κάθε έμβιο ον γεννιέται σε ένα ορισμένο τόπο, σε ένα περιβάλλον που συνιστά το πλαίσιο όπου αναδύεται και με το οποίο αλληλεπιδρά. Το εν λόγω περιβάλλον φαίνεται να διαθέτει μία δομική δυναμική αποκλειστικά δική του και από λειτουργική άποψη διαφορετική από το έμβιο ον. Ως παρατηρητές έχουμε διαφοροποιήσει τη μονάδα που αποτελεί το έμβιο σύστημα από την υποδομή της και την έχουμε χαρακτηρίσει ως καθορισμένη οργάνωση. Κάναμε έτσι διάκριση ανάμεσα σε δύο δομές, το έμβιο ον και το περιβάλλον, που θεωρούνται ανεξάρτητες από λειτουργική άποψη αλλά που ανάμεσά τους υπάρχει μία αναγκαία δομική συναρμογή. (διαφορετικά η μονάδα εξαφανίζεται). Στο πλαίσιο των αλληλεπιδράσεων που συμβαίνουν ανάμεσα στο έμβιο ον και το περιβάλλον του, μία διαταραχή του περιβάλλοντος δεν καθορίζει αυτή καθ’ αυτή, με γραμμικό αιτιώδη τρόπο, τις συνέπειες που θα έχει στο έμβιο ον. Αντίθετα η δομή του όντος καθορίζει ποιες μεταβολές θα επέλθουν σε αυτό εξαιτίας της διαταραχής. Η αλληλεπίδραση αυτή δεν έχει καθοδηγητικό χαρακτήρα, αφού δεν προσδιορίζει ποια θα είναι τα αποτελέσματά της. Για το λόγο αυτό  χρησιμοποιούμε την έκφραση «πυροδοτώ ένα αποτέλεσμα» για να υποδηλώσουμε το γεγονός πως οι μεταβολές που προκύπτουν από την αλληλεπίδραση ανάμεσα στο έμβιο ον και το περιβάλλον του προκαλούνται από τον παράγοντα που επιφέρει την διαταραχή, αλλά καθορίζονται από τη δομή του συστήματος που υφίσταται τη διαταραχή (Maturana, Varela, 1980). Για παράδειγμα, ένας βιασμός (κρίση), δεν έχει τα ίδια αποτελέσματα σε κάθε θύμα. Με διαφορετικό τρόπο αντιμετωπίζει το κάθε άτομο – θύμα ενός βιασμού αυτό το γεγονός, άλλοι αναπτύσσουν συμπτώματα μετατραυματικού στρες, άλλοι όχι κτλ κτλ. Το ίδιο μπορεί κανείς να παρατηρήσει και για άλλες καταστάσεις κρίσεις που συμβαίνουν γύρω μας.

Τα αυτοποιητικά συστήματα είναι αυτόνομα, παραμένουν δηλαδή ανεξάρτητα ως προς την οργάνωση των στοιχείων τους και καθορίζονται από τη δομή τους. Η συμπεριφορά κάθε συστήματος εξαρτάται από την εσωτερική δομή του και όχι από το εκάστοτε περιβάλλον του. Τα γεγονότα που συμβαίνουν στο εκάστοτε περιβάλλον των αυτοποιητικών συστημάτων δεν λειτουργούν με έναν γραμμικό αιτιώδη τρόπο αλλά μόνο ως διαταράξεις, τις οποίες το σύστημα πρέπει να ισορροπήσει. Όπως και να αντιδράσει το σύστημα στις αναταράξεις, ακολουθεί τη δική του δομή. Κατά τη συναλλαγή του με το περιβάλλον πρέπει κάποιες φορές το σύστημα να αλλάξει δομή, για να διατηρήσει την ακεραιότητα και τη συνοχή του. Αν είναι σε θέση να εξισορροπήσει τη διατάραξη επιβιώνει – αν όχι επέρχεται η αποσύνθεση, τα όρια μεταξύ περιβάλλοντος και συστήματος διαλύονται και το σύστημα παύει να ζει (Ιωαννίδου, 2002).

Μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερα πεδία που προσδιορίζει η δομή ενός συστήματος.

Α) Πεδίο των μεταβολών της κατάστασης: το σύνολο των δομικών μεταβολών που μπορεί να υποστεί μία μονάδα χωρίς να μεταβληθεί η οργάνωσή της.

Β) Πεδίο των καταστρεπτικών μεταβολών: το σύνολο των δομικών μεταβολών που επιφέρουν την απώλεια της οργάνωσης του συστήματος και συνεπώς την απώλεια της ταυτότητάς του

Γ) Πεδίο των διαταραχών: το σύνολο των αλληλεπιδράσεων που πυροδοτούν μεταβολές της κατάστασης

Δ) Πεδίο καταστρεπτικών αλληλεπιδράσεων: Το σύνολο των διαταραχών που επιφέρουν μία καταστρεπτική μεταβολή.

Για παράδειγμα, πυροβολώντας κάποιον από μικρή απόσταση οι σφαίρες θα του προξενήσουν καταστρεπτικές μεταβολές εξαρτώμενες από τη δομή του ανθρώπινου όντος. Οι ίδιες σφαίρες αποτελούν απλώς ενόχληση για τη χαρακτηριστική δομή ενός βρικόλακα. Ή ακόμα είναι προφανές ότι η σύγκρουση πάνω σε ένα δέντρο αποτελεί καταστρεπτική αλληλεπίδραση για ένα επιβατικό αυτοκίνητο αλλά για ένα άρμα μάχης είναι απλώς μία απλή διαταραχή (Maturana, Varela, 1980) .

Πρέπει να σημειώσω πως σε ένα δομικό σύστημα δομικά προσδιορισμένο, εφόσον η δομή του βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή, τα δομικά πεδία του υφίστανται επίσης μεταβολή, μολονότι συνεχίζουν να προσδιορίζονται κάθε στιγμή από τη μεταβαλλόμενη δομή.

Όταν ένα σύστημα δεν εμπλέκεται σε μία καταστρεπτική αλληλεπίδραση με το περιβάλλον του, αυτό το οποίο μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι μία συναρμογή, μία αλληλεπίδραση ανάμεσα στη δομή του συστήματος και τη δομή του περιβάλλοντός του. Το περιβάλλον αυτό μπορεί να είναι και κάποιο άλλο σύστημα. Όσο διαρκεί αυτή η αλληλεπίδραση, περιβάλλον και μονάδα ενεργούν ως αμοιβαίες πηγές διαταραχών και πυροδοτούν αμφίδρομες μεταβολές της κατάστασης. Αυτή τη διαδικασία την ονομάζουμε «δομική σύζευξη». Είναι η διαδικασία την οποία χρησιμοποιούν όσοι δημιουργούν σχέση με συστήματα σε κρίση με σκοπό να τα υποστηρίξουν, να τα θεραπεύσουν.

Τα παραπάνω μπορούν να βοηθήσουν κάποιον να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο όλα τα ζωντανά συστήματα κατά τη διάρκεια της ζωής τους ξεπερνούν, βιώνουν και προσπερνάνε τις κρίσεις που συμβαίνουν. Δεν υπάρχει ζωή χωρίς κρίσεις και κάθε κρίση δεν είναι θανατηφόρα – καταστρεπτική για τα ζωντανά συστήματα.

Εγώ ο ίδιος (και ο καθένας από εμάς) συμμετέχω με αυτόν τον τρόπο σε κάθε αλληλεπίδρασή μου με συστήματα σε κρίση. Ως άτομο – σύστημα το οποίο επιλέγει να αλληλεπιδράσει θεραπευτικά, ανακουφιστικά, βοηθητικά με οποιονδήποτε τρόπο με ένα σύστημα σε κρίση δημιουργεί μία δομική σύζευξη μαζί του και προκαλεί αναταράξεις οι οποίες αναγκάζουν το  σύστημα σε κρίση να επιλέξει εκείνες τις αλλαγές στη δομή του που θα κάνουν πιο λειτουργική τη ζωή του και θα ισορροπήσει την διατάραξη. Όταν μία ομάδα ανθρώπων –όπως οι εθελοντές του ΕΕΣ- επεμβαίνουν σε μία καταστροφή προκαλούν αναταράξεις σε πολλά επίπεδα τα οποία δεν μπορούν να περιοριστούν μόνο στην άμεση παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας.

Όταν η ΜΕΛΙΣΣΑ –για να χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα από τον επαγγελματικό μου χώρο- παρέχει προστασία σε παιδιά και έφηβες που βρίσκονται σε κίνδυνο- δημιουργούν τέτοια ανατάραξη στο σύστημα παιδί σε κίνδυνο που για να επιβιώσει δημιουργεί νέες ισορροπίες στη δομή του, αλλάζοντας απόψεις για τη ζωή, κάνοντας νέες σχέσεις με τους ανθρώπους, προσπαθώντας ξανά να αγαπήσει ανθρώπους ενήλικες στη ζωή του και άλλα τα οποία δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να προβλεφθούν ή να προκληθούν από το προσωπικό που επιλέγει τον τρόπο που θα παρέμβει. Ακόμα και ο τρόπος που το σύστημα θα επιλέξει για να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητά του είναι εσωτερικό θέμα του συστήματος που το κάνει . Εμείς οι απέξω (το περιβάλλον του) μπορούμε μόνο να επιλέξουμε τον τρόπο ή το μέρος που θα προκαλέσουμε τις αναταράξεις.
Η ΜΕΛΙΣΣΑ είναι ένα Ίδρυμα, μία δομή παιδικής και εφηβικής προστασίας κοριτσιών, στο οποίο φιλοξενούνται πολλά κορίτσια τα οποία έχουν βιώσει, ίσως και βιώνουν ακόμα, κρίσεις κατά τη διάρκεια της ζωής τους όπου το  οικογενειακό τους σύστημα δεν κατάφερε να προσαρμόσει τη δομή του και κατέρρευσε. Η δομή του συστήματος – άτομο όμως αντέχει, καθώς συνεχίζουν να ζουν. Έχει προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα που δημιουργείται γι’ αυτές με τη διαμονή τους σε ένα ίδρυμα και συνεχίζουν τη ζωή τους χρησιμοποιώντας όλα τα αποθέματα που έχουν.  Εμείς στη ΜΕΛΙΣΣΑ επενδύουμε σε αυτά ακριβώς τα αποθέματά τους και λειτουργούμε θεραπευτικά, μέσω της δομικής σύζευξης, προκαλώντας αναταράξεις με τέτοιο τρόπο ώστε η δομή του συστήματός τους να τροποποιηθεί και να ισορροπήσει με έναν τρόπο που να είναι λειτουργικός και δημιουργικός γι’ αυτές.

Καταλήγοντας θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε πως:

– ένα σύστημα μπορεί να αλλάξει τη δομή του (τους κανόνες επικοινωνίας και συναλλαγής των μερών του), διατηρεί όμως πάντα την οργάνωσή του: την ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των μελών που αποτελεί την ταυτότητά του. Αν χάσει την οργάνωσή του, παύει να υπάρχει.

– Κάθε κοινωνικό σύστημα αποτελείται από τα ατομικά συστήματα των μερών του. Το συναισθηματικό δέσιμο των μερών παίζει καθοριστικό ρόλο στην ύπαρξη του συστήματος.

– Τα διάφορα γεγονότα που συμβαίνουν στα περιβάλλοντα των συστημάτων (κρίσεις) δεν λειτουργούν με γραμμικό αιτιολογικό τρόπο, αλλά ως ερεθίσματα

– διαταράξεις που πρέπει το σύστημα να εξισορροπήσει σύμφωνα με τη δική του δομή (ή αλλάζοντας κάποιες φορές δομή)

– Οι εξωτερικές παρεμβάσεις λοιπόν από ειδικούς κρίσεων και μη λειτουργούν ακριβώς ως διαταράξεις στο επίπεδο της επικοινωνίας «αναγκάζοντας» τα μέρη του συστήματος να αναζητήσουν νέες διαδικασίες επικοινωνίας με σκοπό να επανακτήσουν την ισορροπία και τη λειτουργικότητα.

– Κάθε σύστημα έχει τη δική του «κατασκευή πραγματικότητας», τον δικό του τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται και φιλτράρει τα βιώματα, τις εμπειρίες του ο οποίος εξαρτάται από τις συνθήκες και το πλαίσιο στο οποίο η κάθε πραγματικότητα βιώνεται. Μία κρίση σε ένα κοινωνικό πολιτισμικό πλαίσιο δεν είναι απαραίτητα κρίση σε κάθε πλαίσιο. Η κατασκευή αυτή της πραγματικότητας είναι που επηρεάζει τη δομή του (τους κανόνες επικοινωνίας και συναλλαγής των μερών)

– Μία κρίση λοιπόν συμβαίνει όταν μία εσωτερική ανάγκη ή ένα εξωτερικό γεγονός λειτουργεί ως «διατάραξη» την οποία όμως το σύστημα δεν καταφέρνει να εξισορροπήσει από μόνο του σύμφωνα με τις δυνατότητες που του παρέχει η δομή του.

– Μία εξωτερική λοιπόν παρέμβαση από ειδικούς και μη δημιουργεί ένα νέο σύστημα, μέσω της δομικής σύζευξης, το οποίο κατασκευάζει από κοινού μία νέα πραγματικότητα. Στόχος είναι αυτή η καινούργια κατασκευή να αποτελέσει ερέθισμα– διατάραξη για το σύστημα ώστε να καταφέρει να αλλάξει τη δομή του με τέτοιον τρόπο που να εξισορροπήσει την αρχική διατάραξη που προκάλεσε η εσωτερική ανάγκη ή το εξωτερικό γεγονός που οδήγησε στην κρίση.

ΣΤΟΧΟΣ, μίας παρέμβασης εξειδικευμένων σε αντιμετώπιση κρίσεων ανθρώπων θα ήταν:

1) να αντιμετωπιστεί το εκάστοτε σύστημα που βιώνει μία κρίση ως όλον

2) να κατανοηθεί η δομή και η σημασία της συγκεκριμένης κρίσης

3) να αναζητηθούν οι δυνατότητες του εκάστοτε συστήματος να ξεπεράσει την κρίση (δηλαδή να αλλάξει τη δομή του) και

4) να βρει τρόπους να ενεργοποιήσει αυτές τις δυνατότητες.

Σας ευχαριστώ για το χρόνο και την προσοχή σας.

Σταύρος Γκουγκουσκίδης, Ψυχολόγος,

Διευθυντής Ιδρύματος ΜΕΛΙΣΣΑ (εκείνη την περίοδο)

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Maturana, H., Varela F. (1980): Το Δέντρο της Γνώσης, Αθήνα, Εκδόσεις Κάτοπτρο (1992).

2. Ιωαννίδου Βιργινία (2002): Μία συστημική προσέγγιση κρίσεων ζευγαριών, Μετάλογος 2, 64-76.

3. Ιωαννίδου Βιργινία (2006): Μία συστημική προσέγγιση στις εξωσυζυγικές σχέσεις, Μετάλογος 10, 86-103.

4. Μουρελή Ευφροσύνη (2005): Ζητήματα πράξης και θεωρίας στην Οικογενειακή Θεραπεία, Μετάλογος 8, 7-29.