Βγαίνοντας από τα ψυχοφάρμακα. Παρουσίαση βιβλίου.

Ψυχοφάρμακα2

Η παρουσίαση αυτή πραγματοποιήθηκε:

1) στο πλαίσιο του 1ου Εκπαιδευτικού σεμιναρίου του «ΔΙΚΤΥΟΥ ΥΠΟΣΤΗΡΙΞΗΣ ΑΝΘΡΩΠΩΝ ΠΟΥ ΘΕΛΟΥΝ ΝΑ ΜΕΙΩΣΟΥΝ Ή ΝΑ ΔΙΑΚΟΨΟΥΝ ΤΑ ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΑ» στις 28 – 29  Μαρτίου 2009 στη Θεσσαλονίκη και

2) στις 23 Ιουνίου 2010 στο  Μικρόπολις – Κοινωνικός Χώρος για την ελευθερία. Θεσσαλονίκη.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ ΒΙΒΛΙΟΥ

«ΒΓΑΙΝΟΝΤΑΣ ΑΠΟ ΤΑ ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΑ. Εμπειρίες επιτυχημένης διακοπής νευροληπτικών, αντικαταθλιπτικών, λιθίου και άλλων ρυθμιστικών της διάθεσης, Ritalin και αγχολυτικών»

Πέτερ Λέμαν – Άννα Εμμανουηλίδου (επιμ.) (2008), (Μετάφραση: Άννα Εμμανουηλίδου)

εκδ. ΝΗΣΙΔΕΣ

από τον Σταύρο Γκουγκουσκίδη

——————————————

Το βιβλίο αυτό ανήκει στην πολύ ενδιαφέρουσα –για μένα- κατηγορία των βιβλίων που αναφέρουν εμπειρίες, μαρτυρίες, γνώμες, απόψεις, προσωπικά βιώματα ανθρώπων που έχοντας ζήσει μία κατάσταση αποφασίζουν να μοιραστούν την εμπειρία τους αυτή με τον υπόλοιπο κόσμο.

Ανήκει επίσης στην κατηγορία των βιβλίων που έρχονται για να ανατρέψουν δεδομένα και να προτείνουν διαφορετικά πράγματα από όσα μέχρι τώρα έχουμε συνηθίσει.

Στο βιβλίο του ο Lehmman δίνει τον λόγο στους ανθρώπους που έχουν ή είχαν στη ζωή τους αυτό που ονομάζεται ψυχιατρική εμπειρία. Αναφέρεται σε και περιγράφει εμπειρίες ανθρώπων που έζησαν ή ζουν ακόμα  με τα λεγόμενα «ψυχοφάρμακα». Αναφέρεται σε και περιγράφει εμπειρίες και  απόψεις ανθρώπων που έζησαν με τα ψυχοφάρμακα και βγήκαν από αυτά.  Αναφέρεται σε και περιγράφει εμπειρίες και απόψεις θεραπευτών ή υποστηρικτών ανθρώπων που έζησαν την προσπάθειά τους αυτή και στάθηκαν στο πλάι τους.

Το βιβλίο ξεκινά με τις ιστορίες των άμεσα ενδιαφερομένων. Σαν να ξεκινά ένας διάλογος, μία συζήτηση γύρω από το θέμα, όπου οι άμεσα εμπλεκόμενοι περιγράφουν τις ιστορίες τους όπως τις έχουν ζήσει ή τις ζουν ακόμα.

Τα πρώτα 6 κεφάλαια τοποθετούν τον αναγνώστη μέσα στην ιστορία. Ακούς –διαβάζοντας – την ιστορία μιας γυναίκας που εξαναγκάστηκε από την αδερφή της να νοσηλευτεί και να πάρει φάρμακα. Η γιατρός της την προειδοποιεί αυστηρά μετά την έξοδό της από το ψυχιατρείο, «να μην διανοηθεί να σταματήσει τα φάρμακα διότι είναι πολύ επικίνδυνο και να μην περιμένει γρήγορα να γίνει καλά». Η ίδια νιώθει φόβο, ανήμπορη, εντελώς αβοήθητη. Ξεκινά τις αλλαγές στη ζωή της όταν γεμίζει από συναισθήματα οργής και θυμού. Και τότε τα καταφέρνει.  Την ιστορία ενός άντρα που εξαναγκάστηκε με εντολή των –ανήμπορων- γονιών του να εισαχθεί σε ψυχιατρείο. Τα ίδια συναισθήματα, οι ίδιες σκέψεις συνοδευμένες και από μία βαθιά πίστη του ιδίου ότι «ήμουν ψυχικά άρρωστος και χρειαζόμουν τα φάρμακά μου, γιατί χωρίς αυτά θα ερχόταν αμέσως η υποτροπή». Περνώντας ο καιρός και μη- ζώντας, το αίσθημα της απελπισίας τον κυρίευσε: «μου ήταν ξεκάθαρο πως η ζωή μου ήταν κατεστραμμένη πια και δεν είχα να περιμένω κανένα απολύτως ίχνος χαράς, και φυσικά καμία αλλαγή».

Ο συγκεκριμένος συγγραφέας (που στην περίπτωση αυτή είναι ο ίδιος ο Lehmman) βάζει στη συζήτηση και το θέμα της συμμετοχής. Ο ίδιος ήταν αμέτοχος στην «αρρώστια και την θεραπεία του». Ποτέ –αν και έκανε πολλούς δικαστικούς αγώνες- δεν τους επετράπη να δει τον ψυχιατρικό του φάκελο και επίσης, όπως λέει ο ίδιος «δεν υπήρξε στη διάρκεια της ψυχιατρικής μου καριέρας κανένας ψυχίατρος που να έχασε έστω και μία λέξη ενημερώνοντάς με για τα φάρμακά του».

Στο επόμενο κεφάλαιο η ιστορία μιας γυναίκας που έπαθε νευρικό κλονισμό. «Αυτό που νιώθει κανείς όταν παίρνει ψυχοφάρμακα είναι συνεχώς κουρασμένος (ειδικά μόλις έχει πάρει τα χάπια). Όλα μέσα σου, τα συναισθήματα, η λογική και η κινητικότητα λειτουργούν κατά κάποιο τρόπο μόνο στο μισό των δυνατοτήτων τους». Όταν αποφασίζει να σταματήσει τα φάρμακα η γιατρός που την υποστηρίζει λέει στην οικογένειά της: «Αν καταφέρετε να την αντέξετε θα πάνε όλα καλά και χωρίς ψυχιατρείο». Ο επόμενος άνθρωπος που γράφει, στα δεκαέξι του, επειδή η μητέρα του κουβαλούσε μία διάγνωση «μανιοκαταθλιπτική ασθενής», ερμηνεύτηκε –ψυχιατρικά- η κακή του διάθεση ως πιθανή κατάθλιψη και ξεκίνησε να παίρνει αντικαταθλιπτικά. Υπάρχουν και άλλες τέτοιες ιστορίες ανθρώπων μέσα στο βιβλίο, όπως τις έχουν γράψει οι ίδιοι. Ανθρώπων που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο ξεκίνησαν το ταξίδι στον κόσμο των ψυχοφαρμάκων και δοκίμασαν και πέτυχαν να κατέβουν από το πλοίο. Άλλοι μεσοπέλαγα, άλλοι σε λιμάνι. Όλοι όμως έφτασαν αργά ή γρήγορα στη στεριά. Οι ιστορίες παρουσιάζονται απλά, ως λόγια ριγμένα πάνω στο τραπέζι του διαλόγου. Είναι εδώ μπροστά σου, απλά, κατανοητά, σαν να σου τα διηγείται κάποιος κι εσύ να ακούς.

Αυτός, ο ρόλος του ακροατή, μου ήταν πολύ ξεκάθαρος καθώς διάβαζα το βιβλίο. Και βρήκα το νόημα όλου αυτού όταν, προς το τέλος του βιβλίου, διάβασα ότι η καλύτερη ιατρική συμβουλή που έχει ακούσει ο Bob Johnson (ένας από τους συγγραφείς) είναι το «Άκου προσεκτικά τους ασθενείς σου. Αυτοί σου λένε τη διάγνωση». Του το είχε πει ο Sir William Osler, ο –κατ’ αυτόν- καλύτερος νοσοκομειακός γιατρός του 20ου αιώνα.

Στον αναγνώστη του βιβλίου (όπως και σε μένα) δίνεται μία πρώτης τάξης ευκαιρία να «ακούσει» ανθρώπους που έχουν εμπλακεί με τα ψυχοφάρμακα να περιγράφουν αυτά που έζησαν ή ζουν ακόμα από τη σκοπιά του ανθρώπου που βίωσε και παρατήρησε το ταξίδι αυτό. Το κατέγραψε με την κάμερά του και τώρα έρχεται να τα παρουσιάσει. Στα κεφάλαια αυτά υπάρχουν περιγραφές που δεν μπορεί κανείς να τις αμφισβητήσει. Που κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν έχουν καταμετρηθεί σωστά. Που κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν χρησιμοποιήθηκε το κατάλληλο εργαλείο. Που κανείς δεν μπορεί να πει ότι έχει διαφορετική άποψη. Ακόμα κι αν έχει διαφορετική άποψη, μόνο να προστεθεί στη συζήτηση θα μπορούσε και όχι να αντικρούσει ή να αναιρέσει ή να διαψεύσει. Εύστοχα παρατηρεί η επιμελήτρια της ελληνικής έκδοσης Άννα Εμμανουηλίδου στην εισαγωγή της ότι «οι ιστορίες αυτές υπερβαίνουν σε δύναμη χιλιάδες επιστημονικά ή ψευδοεπιστημονικά κείμενα πάνω στο θέμα των ψυχοφαρμάκων». Εγώ θα παρατηρούσα ίσως επιπλέον πως, καθώς άκουγα τις ιστορίες που διάβαζα, αυτά όλα μου φαινόταν …άτοπα. Δηλαδή, τι σημασία έχει το τι λένε τα «επιστημονικά» κείμενα όταν μπροστά σου έχεις έναν άνθρωπο που έκανε το αντίθετο από αυτό που λένε οι επιστήμες και είναι καλά. Όχι γιατί καταρρίπτονται οι θεωρίες και οι έρευνες απαραίτητα, αλλά μάλλον γιατί η συζήτηση μεταξύ των δύο –των επιστημονικών κειμένων και των ανθρώπων που βγήκαν από τα ψυχοφάρμακα- θα ήταν μάλλον δύσκολη. Ακόμα κι αν κάποιος θα μπορούσε τελικά να υποστηρίξει ότι οι ιστορίες αυτές έχουν τρωτά σημεία ή είναι μειοψηφία αυτό δεν θα μείωνε σε τίποτα την αξία τους. Γιατί οι ιστορίες αυτές είναι πραγματικές, τις έχουν ζήσει άνθρωποι, έχουν ήδη συμβεί και αποτελούν παράδειγμα για άλλους.

Οι ψυχίατροι, οι «ειδικοί», το επίσημο κρατικό ή επιστημονικό παράδειγμα δημιουργεί σκοτάδι. Κινείται μέσα στο σκοτάδι και το αναπαράγει. Αντί να το δει, να το περιγράψει, να το φωτίσει το ενισχύει. Τις ελάχιστες κουρτίνες που βάζουν λίγο φως στον σκοτεινό χώρο τις κλείνει για να μη δει κανείς τι γίνεται μέσα.

O Marc Rufer αναφέρει: Η πάγια στάση των ψυχιάτρων απέναντι στους ψυχιατρικούς ασθενείς συνοψίζεται στα ακόλουθα: «Είσαι άρρωστος. Είσαι σχιζοφρενής. Έτσι έχει το πράγμα. Αυτό είναι το πεπρωμένο σου. Η μοναδική δυνατότητα που έχεις να ζήσεις μία σε γενικές γραμμές φυσιολογική ζωή, συνίσταται στο να παίρνεις νευροληπτικά φάρμακα. Αυτό πρέπει να το δεις, απαιτούμε από εσένα να συνειδητοποιήσεις την ασθένειά σου. Αν την συνειδητοποιήσεις θα σου δώσουμε γρήγορα εξιτήριο. Θα φροντίσουμε όμως να πηγαίνεις μετά το εξιτήριο συστηματικά στον γιατρό ή τον ψυχίατρό  και εκείνος να σου γράφει τα φάρμακά σου. Τα καλύτερο κατά τη γνώμη μας είναι να σου γίνεται κάθε 2 ή 3 εβδομάδες μία ένεση ντεπό με νευροληπτικά. Έτσι θα είμαστε σίγουροι ότι δεν πρόκειται να σταματήσεις τα φάρμακα από αμέλεια ή από μη κατανόηση της κατάστασής σου. Αν δεν μας πιστεύεις και αρνηθείς αυτή την αναγκαία θεραπεία, τότε κάνεις ένα τεράστιο λάθος, γιατί σύντομα θα βιώσεις υποτροπή και θα μεταφερθείς αργά ή γρήγορα πίσω στο ψυχιατρείο. Μην ξεχνάς ποτέ ότι είσαι άρρωστος. Έχεις την προδιάθεση της σχιζοφρένειας, είσαι ευάλωτος. Τα συμπτώματα αυτής της αρρώστιας μπορούν κάθε στιγμή να ξαναεμφανιστούν, ακόμα από καιρού εις καιρόν νιώθεις πολύ καλύτερα. Μην παρασυρθείς ποτέ από οποιουσδήποτε ανεύθυνους ανθρώπους, που θα σου πουν πως είσαι δήθεν υγιής και πως θα μπορούσες να ζήσεις καλά και με νόημα χωρίς φάρμακα. Αυτό είναι τεράστιο λάθος. Εμείς γνωρίζουμε καλύτερα. Έχουμε μεγάλη εμπειρία από αυτή την αρρώστια. Πρέπει να μας πιστέψεις, δεν έχεις άλλη επιλογή. Χρειάζεσαι τα νευροληπτικά όπως ο διαβητικός χρειάζεται την ινσουλίνη του».

Ποιος και πώς μπορεί ένας άνθρωπος με ψυχιατρική εμπειρία στη ζωή του να αντισταθεί και να αντιδράσει σε αυτή την βίαιη άσκηση εξουσίας; Δεν μπορεί. Η σχέση γιατρού – ασθενή καθορίζεται από την εξουσία του ενός προς τον άλλον. Ο δυνατός, ο γνώστης, ο έμπειρος, ο επιστήμονας και από την άλλη ο άρρωστος, ο τρελός, ο ασθενής, ο αδύναμος.

Το βιβλίο αναφέρεται σε πολλά περιστατικά ανθρώπων που πέθαναν, καταστράφηκαν, διαλύθηκαν και κατάφεραν ποτέ να βγουν από την «ασθένεια» των ψυχώσεων παρά την τακτική και προσεκτική παρακολούθηση και χορήγηση φαρμάκων από τους γιατρούς τους. Η εμπειρία μας, τα ψυχιατρεία και εξωτερικά ιατρεία των ψυχιατρικών νοσοκομείων και τόσες και τόσες οικογένειες ανθρώπων όπου κάποιο μέλος τους βιώνει ψυχιατρική εμπειρία καταμαρτυρούν το ίδιο ακριβώς. «Τα ψυχοφάρμακα και τα ναρκωτικά δεν μπορούν να λύσουν κανένα πρόβλημα. Αυτό που μπορούν να κάνουν είναι καταστείλουν συμπτώματα, όπως ο φόβος και η απελπισία, ώστε οι άνθρωποι που τα παίρνουν να μην μπορούνε πια να αντιληφθούν αυτά τα συναισθήματα». Παρ’ όλ’ αυτά, οι βιομηχανία της ψυχιατρικής και της ψυχοφαρμακολογίας ανθεί.

Ο καλός συνάδελφος Φώτης Τέγος, σε εργασία του στο Α.Π.Θ. αναφέρεται σε μία έρευνα που έγινε στις Η.Π.Α. σχετικά με τις φαρμακευτικές βιομηχανίες. Αναφέρει: «Η φαρμακευτική βιομηχανία έχει μια σημαντική παρουσία κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσης των ειδικευόμενων, έχει κερδίσει την αποδοχή των εκπαιδευομένων και φαίνεται να επηρεάζει την συνταγογραφική τους συμπεριφορά. ….

Οι φαρμακευτικές εταιρείες ξόδεψαν, κατά μέσο όρο, ποσά διπλάσια για διαφήμιση και προώθηση, σε ιατρούς και σε κοινό, από τα ποσά που διέθεσαν για έρευνα και ανάπτυξη. Το 1999, 87% από τα 13,9 δισεκατομμύρια δολάρια που διατέθηκαν για την προώθηση φαρμάκων κατευθύνθηκε προς τους ιατρούς με, κατά προσέγγιση, ένα ποσό 8-13 χιλιάδων δολαρίων να αντιστοιχεί σε κάθε ιατρό ανά έτος. Για το 2000, τα συνολικά έξοδα για την προώθηση φαρμάκων ανέρχονται σε 16 δισεκατομμύρια δολάρια. Η ιατρική βιβλιογραφία έχει καταδείξει ότι οι πρακτικές προώθησης φαρμάκων μπορούν να επηρεάσουν αποτελεσματικά την συμπεριφορά των ασκούμενων ιατρών, όπως στις αποφάσεις για συνταγογράφηση ή στην προσθήκη φαρμάκων σε μια ιατρική συνταγή. Παρά τις πειστικές ενδείξεις ότι η διαφήμιση είναι αποτελεσματική, οι ιατροί συχνά λειτουργούν εν αγνοία του πόσο επηρεασμένοι είναι όταν λαμβάνουν αποφάσεις για συνταγογράφηση.» (Αλληλεπιδράσεις / διαδράσεις μεταξύ φαρμακευτικών αντιπροσώπων και εκπαιδευόμενων ιατρών, μετάφραση από http://indy.gr/people/To_milo/profile,  Τίτλος πρωτότυπου: Interactions between pharmaceutical representatives and doctors in training. A thematic review J Gen Int Med. 2005; 8:777-786.)

Είναι αναπόφευκτο ότι αν οι φαρμακευτικές εταιρείες εναποθέτουν τόσα χρήματα στα αρχικά στάδια εκπαίδευσης των ιατρών θα πρέπει να έχουν και αντίστοιχα οφέλη. Είναι συνηθισμένο ιατρικά συνέδρια να κατακλύζονται από περίπτερα φαρμακευτικών εταιρειών που τα χρηματοδοτούν. Όλοι μας έχουμε γίνει μάρτυρες επαφών ιατρών και φαρμακευτικών αντιπροσώπων στα νοσοκομεία ή στα ιατρεία τους. «Πληρώνουν, διεθνώς, τους πάντες, συλλόγους οικογενειών, χρηστών κλπ προκειμένου μ’ αυτή την ‘έξωθεν καλή μαρτυρία’, να έχουν με το μέρος τους όσο γίνεται περισσότερους φορείς πέραν (υποτίθεται) πάσης υποψίας. Το ζήτημα είναι: μπορούμε να σκεφτούμε, να ‘νοιώσουμε’ τον εγκλωβισμό μας στη φαρμακοκουλτούρα, μέσα στην οποία ποδηγετούν την ψυχιατρική (όπως ολόκληρη την ιατρική) οι πολυεθνικές του φάρμακου; Το γεγονός, δηλαδή, ότι η χρήση των φαρμάκων, από σημαντική βοήθεια στη θεραπεία, έχει μεταμορφωθεί σε πρωταρχική παρέμβαση, που υποβαθμίζει όλα τα υπόλοιπα σε μια καθαρά δορυφορική παρέμβαση, σε απλή υποστήριξη των ίδιων των φαρμακολογικών θεραπειών;» (Ανακοίνωση της Πανελλαδικής Συσπείρωσης για την Ψυχιατρική Μεταρρύθμιση για το 20ο Πανελλήνιο Συνέδριο Ψυχιατρικής στην Κρήτη, Σεπτέμβρης 2008).

Παρακάτω αναφέρεται:

«Και αν αυτό δεν είναι αρκετό για να δείξει ότι η ιατρική εξουσία συμβαδίζει χέρι με χέρι με την κερδοφορία της αγοράς από τις φαρμακοβιομηχανίες τότε θα πρέπει να αναφέρουμε και το εξής: «Tα τελευταία χρόνια οι μεγάλες πολυεθνικές φαρμακοβιομηχανίες δεν επιδίδονται μόνο στον αγώνα για την ανακάλυψη νέων φαρμάκων, αλλά και σε κάτι ακόμα πιο προσοδοφόρο: στην «ανακάλυψη» ασθενειών, έτσι ώστε να παρουσιαστούν ανάγκες για νέα φάρμακα. Πρόκειται για τη λεγόμενη ασθενοκαπηλία (ή καλύτερα καπηλεία του φόβου του υγιούς για την ασθένεια), από τους πιο ενεργητικούς τομείς μάρκετινγκ των εταιρειών. H διεθνής βιβλιογραφία έχει γεμίσει νέα σύνδρομα· το «κατάλληλο φάρμακο» συνήθως έχει βρεθεί… νωρίτερα. …οι καμπάνιες ενημέρωσης για νέες ασθένειες είναι υπαγορευμένες από τα τμήματα μάρκετινγκ των φαρμακευτικών εταιρειών και όχι από οργανώσεις που ενδιαφέρονται για τη δημόσια υγεία… Tο 56% των 170 ειδικών που συνεργάστηκαν για την τελευταία έκδοση του βασικού εγχειριδίου των ψυχιάτρων είχαν οικονομικές σχέσεις με τις φαρμακοβιομηχανίες. Πρόκειται για σοβαρότατη καταγγελία Αμερικανών ερευνητών, που δημοσιεύτηκε πρόσφατα σε έγκριτο επιστημονικό περιοδικό. Πρόκειται για το DSM, που θεωρείται ο «μπούσουλας» των γιατρών του κλάδου. Οι οικονομικές σχέσεις αφορούσαν αμοιβές για ομιλίες ή συμβουλές στις επιχειρήσεις, κατοχή μετοχών, ακριβά δώρα ή καταβολή χρημάτων για επαγγελματικά ταξίδια και έρευνα. Μάλιστα όλοι όσοι είχαν ασχοληθεί με τη σχιζοφρένεια και άλλες ψυχιατρικές διαταραχές, «των οποίων η λήψη φαρμάκων θεωρείται η πρώτη θεραπεία», είχαν σχέση με τις εταιρείες. H καταγγελία αυτή αποκαλύπτει το μέγεθος κηδεμονίας της ιατρικής έρευνας από τα συμφέροντα των φαρμακευτικών εταιρειών…. (Ελαφρού Γιάννη, Βομβαρδισμός με φάρμακα… λαϊφστάιλ, , εφημ. Καθημερινή, 20/8/2006).

«Η μόδα των βιταμινών παλαιότερα και σήμερα των ψυχοφαρμάκων έρχεται να δώσει ένα υποκατάστατο φροντίδας στο κουρασμένο κορμί, να το απαλλάξει από το άγχος, να το ξεκουράσει, σ’ ένα χώρο περιορισμένο, σ’ ένα περιβάλλον μολυσμένο, να του δώσει την ελπίδα μιας υγείας που όλο και πιο πολύ στερείται στις απάνθρωπες συνθήκες των μοντέρνων πόλεων» (Ψυχοφάρμακα, μύθος και πραγματικότητα στη θεραπευτική τους χρήση, περιοδικό Η τρέλα, τεύχος 3, σελ. 20.)

Και για να αναφερθούμε και πιο ειδικά στα σκευάσματα που αφορούν την ψυχική ασθένεια και που αποδεικνύουν το γεγονός ότι τα ψυχοφάρμακα αντικατέστησαν πολύ απλά τα παλαιότερα δεσμά του ψυχιατρείου θα αναφέρουμε τα παρακάτω. «Θα μείνουμε, για λόγους συντομίας, σε δύο μόνο κατηγορίες ψυχοφαρμάκων, τα αγχολυτικά/υπναγωγά (βενζοδιαζεπίνες) και τα νευροληπτικά, εξετάζοντάς τα στη βάση του συνεχούς «ευχάριστο-δυσάρεστο».

Στην πλειοψηφία τους τα φάρμακα αυτά λειτουργούν, παρά τις δαπανηρές διαφημίσεις των εταιρειών, στην λογική του «1/3, 1/3, 1/3», δηλαδή: 1/3 των ασθενών βελτιώνεται ανεξάρτητα από φάρμακο,  1/3 δεν ανταποκρίνεται και 1/3 παρουσιάζει μια βελτίωση. Τα αγχολυτικά / υπνωτικά παρουσιάζουν μια σαφή ευφορική (ευχάριστη, «ηδονιστική») ενέργεια (αν και λιγότερο από τα οπιοειδή, την αμφεταμίνη και την κοκαΐνη), ενώ τα νευροληπτικά έχουν μια σαφώς αποδεδειγμένη δυσφορική ενέργεια. Η ευφορική ενέργεια των αγχολυτικών/υπνωτικών εξηγεί γιατί οι χρήστες τους προτιμούν τις βενζοδιαζεπίνες αν και  υπάρχουν άλλα μη ηδονιστικά αγχολυτικά. Εξηγεί, επίσης, την ευρεία και απερίσκεπτη συνταγογράφησή τους από γιατρούς  άλλων ειδικοτήτων καθώς και τους μηχανισμούς της αυτοσυνταγογράφησης.

Η «ηδονιστική» δράση ακολουθείται, φυσικά, από την «τιμωρητική», που προέρχεται από το σύνδρομο «στέρησης» (λόγω του εθισμού που προκαλούν), όταν γίνεται απόπειρα να διακοπεί η αγωγή. Αντί να διερευνάται το πρόβλημα, που βρίσκεται πίσω από το σύμπτωμα (το άγχος, την κατάθλιψη κλπ), επιλέγεται μια λύση «ταμποναρίσματος», που απομακρύνει από τις πηγές του προβλήματος και από την συνειδητοποίησή τους. Σε αυτή την πρακτική ανταποκρίνεται ένας προκατασκευασμένος και άκαμπτα κωδικοποιημένος τύπος ψυχιατρικής πρακτικής, που αποτελεί, παρά τις πιθανές «καλές προθέσεις», το μακρύ χέρι του κοινωνικού ελέγχου. Όσο για τα νευροληπτικά, που έχουν ενδείξεις σε σοβαρές ψυχικές διαταραχές (σχιζοφρένεια, μανιοκατάθλιψη κλπ), έχει αποδεχθεί η σοβαρή και μόνιμη αναπηρία, που μπορεί να προκαλέσουν (όψιμη δυσκινησία, τύφλωση, κλπ, ακόμα και θάνατος), καθώς και οι βλάβες των γνωστικών λειτουργιών, μέχρι και άνοιας.» (Μεγαλοοικονόμου Θ., Τα ψυχοφάρμακα και ο κοινωνικός αποκλεισμός, άρθρο Internet).

Υπάρχουν επίσης πάμπολλα άρθρα που αναδεικνύουν και αποδεικνύουν την σύνδεση του ιατρικού – ψυχιατρικού κατεστημένου με τα καρτέλ των φαρμακοβιομηχανιών (την επιτομή των πολυεθνικών αυτών εταιρειών, την μηχανή του καπιταλιστικού τρένου) και την καταστρατήγηση βασικών δικαιωμάτων τόσο των πολιτών και των κοινωνιών – βλέπε την σύγχρονη γρίπη των χοίρων και τον «κίνδυνο» της πανδημίας αλλά και την ανταπόκριση του εμβολίου Tamiflou σε αυτή με αποτέλεσμα την άνοδο στα χρηματιστήρια των φαρμακοβιομηχανιών που παράπαιαν μέσα στην οικονομική κρίση – αλλά πολύ περισσότερο των ασθενών που οι κοινωνίες απογυμνώνουν από δικαιώματα εξαιτίας των παθήσεών τους.

Για να επιστρέψουμε στο βιβλίο, το σκοτάδι, το αδιέξοδο που δημιουργούν οι «ειδικοί» φωτίζεται και ανοίγει  –επιτέλους- ένας άλλος δρόμος. Ξεκινά μία συζήτηση προσανατολισμένη στις λύσεις. Σημασία έχει τώρα ποιος θέλει να πάρει μέρος σ’ αυτήν. Ποιος θέλει να αμφισβητήσει τις ίδιες του, τις προκαταλήψεις, ποιος θέλει να αφουγκραστεί μία άλλη διαφορετική άποψη. Ένα καινούργιο βίωμα, μία νέα εμπειρία.

Το λόγο παίρνει ο επιμελητής, ο Πήτερ Λέμαν και στο επόμενο κεφάλαιο με τίτλο ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΟΝΤΑΣ ΩΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΕΣ παραθέτει μία σειρά από κείμενα συγγραφέων με προτάσεις βοηθητικές, μια σειρά από ιδέες, μια σειρά από δοκιμασμένες από άλλους λύσεις. Μεταφέρει στο κοινό πληροφορίες για τη βιοχημική δράση του εγκεφάλου, για τις επιπτώσεις των διακοπών απότομων και μη, για εναλλακτικές προς τη χημική βιομηχανία μεθόδους απεξάρτησης, διακοπής των ψυχοφαρμάκων και υποστήριξης ανθρώπων στην προσπάθειά τους να σταματήσουν, συζητά λύσεις.

Ο Marc Rufer (γιατρός με κριτική στάση στην ψυχοφαρμακολογία) αναφέρει. Στο επίπεδο της βιολογίας: «Όλες οι βιολογικές συνέπειες της διακοπής είναι συνέπειες της ανοχής που έχει αναπτύξει ο οργανισμός στις συγκεκριμένες ουσίες».  Στο επίπεδο της ψυχολογίας: «Όταν μία ψυχοτρόπος ουσία λαμβάνεται για μεγάλο χρονικό διάστημα, έχει επίδραση σε όλη την προσωπικότητα του ανθρώπου που την παίρνει και ορίζει σε μεγάλο βαθμό ολόκληρη τη ζωή του».

Ο επόμενος συγγραφέας Josef Zehendbauer λέει κάτι πολύ χρήσιμο: «Τα ψυχοφάρμακα δεν είναι σε καμία περίπτωση θεραπευτικά. Στην καλύτερη περίπτωση προσφέρουν μία διευκόλυνση σε περιόδους παράξενων συμπεριφορών, ψυχικών διαταραχών και κρίσεων. Στα χέρια ειδικά κάποιων ψυχιάτρων μπορούν να είναι και μέσα για προσαρμογής του συγκεκριμένου ατόμου στην κοινωνική νόρμα. Όποιος αντισταθεί σ’ αυτή τη γενικευμένη πίεση για υιοθέτηση της γκρίζας μετριότητας και έχει το θάρρος να δείξει τη διαφορετικότητά του, αυτός δεν έχει «ψευδαισθήσεις», αλλά ασυνήθιστες αντιληπτικές ικανότητες. Αυτός δεν υποφέρει από «παράνοια», αλλά βιώνει οραματικά τον εαυτό του. Δεν βουλιάζει σε μία «ενδογενή κατάθλιψη», αλλά ζει μία βαθιά, υπαρξιακή μελαγχολία ή μία οριακή υπαρξιακή εμπειρία. Και κυρίως: δεν είναι κάθε πόνος αρρώστια. Η Εύα, μία κοπέλα που πέρασε από την ψύχωση και τα κατάφερε να ξεφύγει με την βοήθεια της ψυχοθεραπείας, αναρωτιέται: «…μία φορά ψύχωση, ποτέ πια υγιής…;»

Στο βιβλίο περιγράφονται εμπειρίες λύσης. Ομάδες αυτοβοήθειας, ατομική και ομαδική ψυχοθεραπεία, ορθομοριακή ιατρική, ενεργοποίηση των αυτορυθμιστικών δυνάμεων της ψυχής και του σώματός μας, φυτοθεραπεία, ομοιοπαθητική, θρησκευτική πίστη, βελονισμός, ψυχολογική βοήθεια, χρωματοθεραπεία, πολιτική στράτευση, αθλητικές δραστηριότητες και άλλες μέθοδοι εναλλακτικές της παραδοσιακής ψυχιατρικής και των ψυχοφαρμάκων προτείνονται από επαγγελματίες αλλά και από τους ίδιους τους ανθρώπους που έζησαν την εμπειρία ως άμεσα ενδιαφερόμενοι. Και σε αυτό το κεφάλαιο η συζήτηση παραμένει ανοικτή.

Καταλαμβάνοντας το ένα τρίτο του βιβλίου σε έκταση το κεφάλαιο αυτό δείχνει ότι το βιβλίο θα μπορούσε να ονομαστεί και βοήθημα και με αυτό τον τρόπο δίνει το μήνυμα ότι λύσεις και εναλλακτικές προτάσεις υπάρχουν. Έχουν δοκιμαστεί. Έχουν σημασία και νόημα. Η επιστημονική τεκμηρίωση εδώ δεν δείχνει να έχει σημασία. Η εμπειρική τεκμηρίωση αρκεί.

Το ζήτημα της ευθύνης για τον άλλον έρχεται αποκαλυπτικά στη συζήτηση του κεφαλαίου 8. ΨΥΧΟΦΑΡΜΑΚΑ ΚΑΙ ΠΑΙΔΙΑ. Στις ενότητες «διακοπή ψυχοτρόπων ουσιών σε παιδιά» και κυρίως στο «και τότε πήρα την απόφαση να του τα κόψω» εμφανίζεται στην κουβέντα ένα θέμα αγκάθι: «ποιος αποφασίζει για ποιον». Ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη, πώς αναλαμβάνει την ευθύνη, με τι κόστος και με τι βοήθειες. Και όλα αυτά με θέμα τα παιδιά. Ένας θεραπευτής και μία μητέρα περιγράφουν το πώς το έκαναν οι ίδιοι και κυρίως η δεύτερη μοιράζεται μαζί μας την εμπειρία της. Ο μικρός είναι 8 ετών, τα τελευταία 4 χρόνια ταλαιπωρεί θετούς γονείς, συγγενείς, δασκάλους και πάσης φύσεως γιατρούς, ψυχολόγους κτλ έχει ήδη ξεκινήσει aloperidin και akineton εδώ και δύο χρόνια, και αφού ταξιδεύει αδιάκοπα σε όλο το δημόσιο σύστημα της παιδοψυχιατρικής της Θεσσαλονίκης ένας γιατρός δηλώνει στη μάνα: «Σε λίγα χρόνια θα μιλάμε για έναν ψυχοπαθή δολοφόνο…». Σ’ αυτό το σημείο πέρα από την πιθανή οργή και τη θλίψη μίας τέτοιας ανακοίνωσης, ενός τέτοιου αδιεξόδου που δημιουργεί ένας «ειδικός», αγγίζεται με λεπτότητα ένα από τα πιθανά σημεία κλειδιά:  Το αδιέξοδο δημιουργείται εδώ. Το αδιέξοδο –που όλοι οι εμπλεκόμενοι με ψυχοφάρμακα αναφέρουν στις περιγραφές τους – βασίζεται στη βεβαιότητα του μέλλοντος που έχουν οι «ειδικοί». Στην απόλυτη πρόβλεψη. Στην πρόγνωση. Οι «ειδικοί» ξέρουν τι θα γίνει. ΠΑΝΤΑ. Ξέρουν το άγνωστο. Ξέρουν το μέλλον. Αυτό που σε μία από τις συγγραφείς αυτού του βιβλίου δημιούργησε ένα αίσθημα εμπιστοσύνης προς τη θεράπουσα γιατρό της η οποία την προειδοποιεί: «…ούτε να διανοηθείς να μην πάρεις κάποια από τα φάρμακα που σου δίνω και πως δεν θα πρέπει να περιμένεις να γίνεις καλά σύντομα».Η ίδια λοιπόν στη συνέχεια «…νιώθει πραγματικά χάλια και σιγά σιγά αναπτύσσει ένα είδος εμπιστοσύνης προς αυτή τη γυναίκα γιατί αυτή της η πρόγνωση επιβεβαιώθηκε ως τώρα…».  Η μάνα αυτή αποφασίζει μόνη της και με τη βοήθεια μίας θεραπεύτριας συστημικής προσέγγισης να επενδύσει στα δυνατά, στα υγιή σημεία του παιδιού της. Εμπλέκει όλους όσους συμμετέχουν στο σύστημά του, γονείς, εκπαιδευτικούς άλλους ενήλικες που είναι κοντά του και όλοι δημιουργούν ένα προστατευτικό πλαίσιο τέτοιο που βοηθά το παιδί να «προχωρά πλέον, με όλες τις φυσικές και πνευματικές του δυνάμεις του παρούσες, κάτι που τα ψυχοφάρμακα του στερούσαν». Η μάνα αυτή πήρε την ευθύνη να κόψει τα ψυχοφάρμακα του παιδιού της χωρίς τη βοήθεια των γιατρών. Και σήμερα πιστεύει ότι έχει κάνει το καλύτερο για το παιδί της.

Στο κεφάλαιο 9 με τίτλο Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΜΕΡΑ, έχουμε έναν πολύ ρεαλιστικό οδηγό για το τι κάνει κανείς μετά. Αφού κόψει τα φάρμακα. Άνθρωποι που το έχουν κάνει συμβουλεύουν απλά και καθαρά. «Για να αντέξω την ψυχωσική μου κρίση χρειάζομαι: – Ένα δωμάτιο στο οποίο δε με παρακολουθούν άλλοι- Ένα στρώμα, μία κουβέρτα, πότε – πότε μία γουλιά νερό και ελάχιστα ή καθόλου φαγητό- Και έναν φίλο που να καταλαβαίνει τον φόβο μου γιατί με γνωρίζει, που δεν μου θυμώνει για την κατάστασή μου, κρατάει την ψυχραιμία του και μένει δίπλα μου, μέχρι περίπου σε 10 μέρες να πάρει πάλι ο κόσμος το γνωστό περίγραμμά του.

Κλείνοντας το βιβλίο στον επίλογο ο Karl Bach Jensen αναφέρεται στον νορβηγό φιλόσοφο Jens Ivar Nergard ο οποίος στο βιβλίο του «Η ενήλικη παιδικότητα, ο ψυχωσικός άνθρωπος ως οδηγός για τον πολιτισμό μας» περιγράφει την ψύχωση μέσα στο πλαίσιο του πολιτισμού μας. «…το πεπρωμένο του ψυχωσικού στον πολιτισμό μας είναι η απομόνωση και μαζί μ’ αυτήν η έλλειψη αίσθησης του ανήκειν σε μία κοινότητα. ..κι όμως η κατάσταση αυτή που ονομάζεται ψύχωση είναι κάτι που χαρακτηρίζει μάλλον τον πολιτισμό παρά το άτομο. Η χρονιοποιημένη ψύχωση προϋποθέτει την χρόνια απομόνωση του ψυχωσικού… Σε πολιτισμούς που δεν διαθέτουν κάποιες συστηματοποιημένες μορφές απομόνωσης ή αποκλεισμού ασυνήθιστων ψυχολογικών φαινομένων, αυτά δεν θεωρούνται καν ασυνήθιστα ή αποκλίνοντα. Όποιος είναι «διαφορετικός» φέρει μέσα του έναν πόνο, τον οποίο λίγο ή πολύ φέρουν μέσα τους και όλοι οι άλλοι. Ό ίδιος ο πόνος μειώνεται, αν ανακοινωθεί στην ομάδα μέσα από τελετουργίες και μετατραπεί έτσι σε μία κοινή εμπειρία, στην οποία μπορεί ο καθένας να αναγνωρίσει στοιχεία του εαυτού του… Στην κουλτούρα μας όμως που είναι προσανατολισμένη στην λογική και την επιστήμη, λείπουν τελετουργίες και μοτίβα συλλογικής δράσης και κατανόησης που θα έδιναν στον πολιτισμό πρόσβαση στις εμπειρίες ενός ψυχωσικού. Η κυρίαρχη τελετουργία του πολιτισμού μας συνίσταται στο να φυλακίζει τους ψυχωσικούς σε διάφορα ιδρύματα, αφού τους μετατρέψει σε ασθενείς ή στο να χορηγεί φάρμακα, με αποτέλεσμα η ζωτική δύναμη του ανθρώπου να εξασθενεί σταδιακά, μέχρι να εξαλειφθεί».

Ο Carl Bach Jensen προτείνει και λύσεις:

Ένα μελλοντικό κοινωνικό σύστημα εμπνευσμένο από την οικολογία και τον ανθρωπισμό, απαιτεί να σταματήσουμε την χρήση τοξικών συνθετικών ουσιών στη φύση, στους χώρους διαμονής, στην διατροφή και την ιατρική. Η εγκατάλειψη της χρήσης χημικών δηλητηρίων στον ψυχοκοινωνικό χώρο θα μπορούσε να αναπτυχθεί με άξονα τα εξής σημεία:

– πρέπει να καλλιεργηθεί στη κοινή γνώμη, τόσο σε επαγγελματίες όσο και σε χρήστες η επίγνωση της απάνθρωπης, επικίνδυνης και επιζήμιας αναλογίας μεταξύ κέρδους και ζημίας κατά την χρήση των χημικών ψυχοφαρμάκων.

– Πρέπει να εναντιωθούμε στην και να εμποδίσουμε την εφαρμογή διεθνών συστάσεων και εθνικών νόμων που επιτρέπουν τη αναγκαστική ψυχιατρική νοσηλεία και ειδικά επιβεβλημένες υποχρεώσεις για μακροχρόνια λήψη ψυχοφαρμάκων σε εξωνοσοκομειακές δομές.

– Είναι σημαντικό να συγκεντρώνουμε και να διαδίδουμε γνώσεις για τα προβλήματα απεξάρτησης από τα ψυχοφάρμακα, καθώς και τρόπους λύσης τους.

– Πρέπει να αναπτυχθούν ειδικά προγράμματα βοήθειας και θεσμοί για ανθρώπους εξαρτημένους από τα ψυχοφάρμακα.

– Πρέπει να εξασφαλιστεί η λεπτομερής ενημέρωση των άμεσα ενδιαφερομένων για τις παρενέργειες και τους κινδύνους από τα ψυχοφάρμακα, πριν ακόμα από την πρώτη χρήση τους.

– Οι άνθρωποι που προκαλούν πόνο, δυσπραγία και αναπηρίες οι οποίες οφείλονται στην χορήγηση ψυχοφαρμάκων, πρέπει να υποχρεώνονται να καταβάλουν μεγάλες αποζημιώσεις.

– Πρέπει να αναπτυχθούν μέθοδοι, συστήματα, υπηρεσίες και θεσμοί μεσοπρόθεσμης και μακροπρόθεσμης βοήθειας και υποστήριξης που δεν θα στηρίζονται σε καμία περίπτωση στην χορήγηση ψυχοφαρμάκων.

Είναι πολύ σημαντικό να δει κανείς –και το κάνει ο Πέτερ Λέμαν κλείνοντας το βιβλίο- ότι όλα αυτά δεν παραμένουν μόνο στο διάλογο γύρω από το τραπέζι. Ένας σημαντικός αριθμός οδηγών έχουν δημοσιευτεί ήδη και είναι προσβάσιμοι από όλους ακόμα και μέσω του διαδικτύου.

Βασικές οδηγίες για αυτούς που θέλουν να κόψουν τα ψυχοφάρμακα με ή χωρίς την υποστήριξη των γιατρών τους για το πώς να μειώσουν τους κινδύνους της διακοπής:

– μη βιάζεσαι- ενημερώσου για τους κινδύνους και τα ανεπιθύμητα αποτελέσματα

– Σχεδίασε το μέλλον

– Ζήτα συμβουλές

– Ψάξε υποστήριξη

– Προστάτευσε νομικά τον εαυτό σου (βλ. ψυχιατρική διαθήκη)

– Δημιούργησε έναν ήρεμο και ασφαλή χώρο

– Πρόσεξε να τρέφεσαι σωστά

– Φρόντισε να ασκείσαι

– Ζήσε συνειδητά

– Εξασφάλισε έναν καλό ύπνο

Τα καταγράφω αυτά σκόπιμα για να γίνει αντιληπτή η απλότητα των προτάσεων, των λέξεων και των όρων που χρησιμοποιούνται σε αντιπαράθεση με την περιπλοκότητα, την συνθετότητα και το ακατανόητο των όρων των ψυχικών ασθενειών ή ακόμα και των ίδιων των ονομασιών των φαρμάκων. Διότι τι σχέση να κάνει κανείς και πώς να επικοινωνήσει με ένα aloperidin, ritalin, ένα largactil ή ένα milithin…; ή πώς να συζήσει με μία «σχιζοφρενικόμορφη διαταραχή» ή μία «διπολική διαταραχή».

Όλα αυτά, όπως και όλο το βιβλίο, είναι ένας οδηγός. Όχι μια συνταγή. Η απεξάρτηση από τα ψυχοφάρμακα δεν συνταγογραφείται. Δεν είναι σίγουρη. Δεν είναι εύκολη. «Δεν υπάρχουν συνταγές για να αποφύγει κανείς τα προβλήματα όταν βγαίνει ή διακόπτει από τα ψυχοφάρμακα».

Το βιβλίο, αν και τα συζητά όλα αυτά, δεν καταλήγει σε απόλυτες θέσεις. Δεν γενικεύει.   Δηλώνει όμως καθαρά ότι ο δρόμος αυτός υπάρχει. Κάποιοι τον έχουν ήδη διαβεί και τα κατάφεραν. Και η εμπειρία αυτών είναι ο καλύτερος οδηγός για όλους. Αρκεί να ακούσουμε.

Δύο πράγματα μου έμειναν τελειώνοντας το βιβλίο:Ένας θυμός για το ψυχιατρικό σύστημα και τις ευθύνες του και μία ελπίδα για τους ανθρώπους αυτούς και τις δυνατότητές τους.

Η θεωρία της κρίσης στο άτομο, την οικογένεια, την κοινότητα. Διάλεξη.

Κρίση

Η παρούσα εισήγηση πραγματοποιήθηκε στο 5ο Πανελλήνιο Συνέδριο Εθελοντών Κοινωνικής Πρόνοιας Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού: «Καταστάσεις Κρίσης: Ψυχοκοινωνικές Επιπτώσεις και Μοντέλα Παρέμβασης» στις 8 – 12 Οκτωβρίου 2008, στη Θεσσαλονίκη (πληροφορίες και εδώ)

 

Φαίνεται πως σήμερα, περισσότερο από άλλες περιόδους, το θέμα της ΚΡΙΣΗΣ απασχολεί τους ανθρώπους. Κρίσεις φαίνεται να συμβαίνουν στις μέρες μας σε όλο τον κόσμο, σε διάφορους τομείς της κοινωνικής μας ζωής. Κρίσεις συμβαίνουν στην οικονομία, στην κοινωνία, στους θεσμούς, στην καθημερινότητά μας, στην αίσθηση της ασφάλειας του πολίτη, στη διατροφή, στον αθλητισμό, στον έρωτα, στις σχέσεις, στο γάμο, στην οικογένεια. Πολλοί μιλούν και για την κρίση του σύγχρονου ανθρώπου που πελαγωμένος στην ανασφάλεια της σημερινής εποχής αδυνατεί να σταθεί σταθερά και αξιόπιστα κάπου. Όλα μοιάζουν να κινούνται και τα πόδια μας πατάνε μάλλον σε μία κινούμενη άμμο παρά σε στέρεα και συμπαγή υλικά.  Κάποιοι άλλοι πάλι λένε ότι όλα τα παραπάνω κινούνται στα όρια του μύθου, της υπερβολής και της υπερβολικής ενασχόλησης με την αρνητική πλευρά της πραγματικότητας. Κατηγορούνται οι υπεύθυνοι για την πληροφόρηση και την ενημέρωση του κοινού για εστίαση στα αρνητικά, για έμφαση στην κακή καθημερινότητα, για δημιουργία εντυπώσεων. Ισχυρίζονται ότι κρίσεις περνούσε πάντα η ανθρώπινη κοινότητα. Η διαφορά σήμερα είναι ότι πρώτον με την ταχύτατη μεταφορά της πληροφορίας μαθαίνουμε αμέσως τι συμβαίνει σε κάθε άκρη του πλανήτη και δεύτερον ότι –σαφώς- στο πλαίσιο  της παγκοσμιοποίησης ο πλανήτης έχει μετατραπεί σε ένα μικρό χωριό όπου όλα αφορούν και επηρεάζουν όλους.

Στις μέρες μας μιλάμε ήδη για μία παγκόσμια κρίση στην οικονομία, τραπεζικά συστήματα καταρρέουν και μάλιστα στη Μέκκα του καπιταλισμού, στις Η.Π.Α., άνθρωποι χάνουν τα χρήματά τους, τις δουλειές τους, το σπίτι τους κυριολεκτικά  από τη μία μέρα στην άλλη, δεδομένα αιώνων, θεσμοί που συνόδεψαν τον άνθρωπο για χρόνια χάνουν την αξιοπιστία τους. Ένα τρομοκρατικό χτύπημα σε ένα μέρος του πλανήτη επηρεάζει αυτόματα κάθε πλευρά της ζωής των ανθρώπων παντού και η αύξηση της τιμής του αργού πετρελαίου ανεβάζει τις τιμές σε εκατοντάδες προϊόντα άμεσα.

Πολλοί επίσης μιλάνε για την κρίση που περνά ο σύγχρονος άνθρωπος. Μία κρίση που βιώνεται με τα συμπτώματα της αποξένωσης, του ατομικισμού, της εμμονής στο εύκολο και γρήγορο κέρδος, της εμμονής στο κέρδος αυτό καθ’ αυτό, της κατάρρευσης των ιδεολογιών, των ομαδικών τελετουργιών, της απομόνωσης του ανθρώπου στην σύγχρονη μεγαλούπολη με κυρίαρχο αντιπροσωπευτικό παράδειγμα την σύγχρονη πολυκατοικία και τον τρόπο ζωής των κατοίκων της.

Τι εννοούμε όμως τελικά όταν χρησιμοποιούμε τον όρο κρίση για να περιγράψουμε κάτι που συμβαίνει; Τι ονομάζεται κρίση και πώς μπορούμε να χωρέσουμε τόσα διαφορετικά πράγματα μαζί μέσα σε μία έννοια;

Τι σημαίνει ΚΡΙΣΗ;

Δανείζομαι όρους από τα λεξικά της Ελληνικής γλώσσας:

Κρίση είναι η ξαφνική και βίαιη επιδείνωση μιας χρόνιας συνήθως πάθησης ή απλώς η απότομη και οξεία εμφάνιση συμπτωμάτων σε ένα έως τότε υγιές άτομο. Η οξεία εκδήλωση ενός συναισθήματος, μίας ψυχικής διάθεσης, ενός τρόπου σκέψης /νευρική – μελαγχολίας –θυμού – γέλιου. Κορύφωση μιας δύσκολης εξελικτικής πορείας με επιδείνωση όλων των αρνητικών φαινομένων, από το ξεπέρασμα της οποίας εξαρτάται η επιστροφή στη φυσιολογική κατάσταση /πολιτική, κυβερνητική / θεσμών / οικονομική.  Κλονισμός ενός μέρους ή του συνόλου από τις πνευματικές, ηθικές, θρησκευτικές κτλ πεποιθήσεις ενός ανθρώπου ο οποίος οδηγεί συνήθως σε καθοριστικές επιλογές και αποφάσεις. Εσωτερικοί προβληματισμοί, αγωνιώδη ερωτήματα ανθρώπου που επιζητεί τον επαναπροσδιορισμό του και την επανατοποθέτησή του ως οντότητας κυρίως όσον αφορά τον ίδιο ή και τους άλλους.

Θα μπορούσαμε λοιπόν να πούμε πώς με τον όρο κρίση αναφερόμαστε σε μία οξεία κατάσταση, στην οποία αλλάζουν -σε σύντομο χρονικό διάστημα- τα έως εκείνη τη στιγμή δεδομένα, όπου ο έλεγχος  είναι περιορισμένος και οι συμμετέχοντες σε αυτήν καλούνται σε σύντομο χρονικό διάστημα να αλλάξουν, να τροποποιήσουν τη συμπεριφορά τους. Κατά τη διάρκειά της και αμέσως μετά οι συμμετέχοντες έχουν την ευκαιρία για μία αλλαγή. Η αλλαγή αυτή εξαρτάται – όπως μάλλον κάθε αλλαγή – από τις αποφάσεις, τις συμπεριφορές, τις πράξεις και την αλληλεπίδραση πολλών παραγόντων.

Η άλλη μεγάλη κατηγορία χρήσης του όρου είναι ως αξιολόγηση και διατύπωση άποψης για κάτι. Θα πρότεινα να μην υποτιμήσουμε αυτή τη χρήση. Ίσως η κρίση ως κριτική, ως αξιολόγηση να εμπεριέχεται στην κρίση ως ξαφνική αλλαγή. Σε κάθε κρίση, κάτι κρίνεται… θα επικαλεστώ την εμπειρία μου ως ψυχολόγος για να σας πω ότι στη θεραπεία και συμβουλευτική ζευγαριών λέμε συχνά ότι : «μία κρίση είναι μία ευκαιρία για να δει το ζευγάρι αν αντέχει την κρίση…»αν μπορεί να υπάρξει και μετά…αν μπορεί να ζει και να περνά κρίσεις…αν μπορεί να δει αν έχει βρει ή αν μπορεί να βρει στη συνέχεια τρόπους, μεθόδους αντιμετώπισής τους… αν μπορεί να μάθει από αυτές και να αλλάξει συμπεριφορές με τέτοιο τρόπο ώστε οι επόμενες –αναπόφευκτες- κρίσεις να αντιμετωπίζονται με τρόπο που να δημιουργούν τις προϋποθέσεις για ένα δημιουργικότερο και πιο λειτουργικό μέλλον… αν τα θεμέλιά του αντέχουν… και αν έχει κατασκευάσει την κατάλληλη για τις συνθήκες αντισεισμική προστασία…

Πότε όμως επιλέγουμε να χρησιμοποιήσουμε τον όρο κρίση; Θα μπορούσαμε άραγε να μιλήσουμε για μία θεωρία της κρίσης; Και μάλιστα για μία θεωρία της κρίσης στο άτομο, την οικογένεια, την κοινότητα;

Ας ξεκινήσω αναφερόμενος στους όρους άτομο, οικογένεια και κοινότητα.

Άτομο μπορεί να είναι κάθε άνθρωπος –άντρας ή γυναίκα ίσως και παιδί με οποιοδήποτε φύλο- που ζει μέσα σε κάποιο κοινωνικό, οικονομικό, πολιτισμικό και ευρύτερα οικολογικό περιβάλλον. Είναι συνήθως μέλος μίας κάποιου είδους οικογένειας, ανήκει ή καλύτερα αλληλεπιδρά συχνότερα με κάποια άλλα άτομα που είναι μέλη μίας κάποιας ομάδας και συμβιώνει σε κάποια συγκεκριμένη κοινότητα άλλων ατόμων. Η προσπάθεια να χωρίσει κανείς τους παράγοντες που επηρεάζουν μία κρίση στο άτομο σε εσωτερικούς και εξωτερικούς θα ήταν ίσως παρακινδυνευμένη. Θα διάσπαζε την ολότητα και την πολυσυνθετότητα της παραπάνω περιγραφής και θα απομόνωνε  στοιχεία τα οποία θα ήταν αναγκαία για να κατανοηθεί καλύτερα η διαδικασία μίας κρίσης. Προτείνω λοιπόν να κρατήσουμε στο νου μας το πλαίσιο στο οποίο λειτουργεί ένα άτομο και μέσα σε αυτό και σε πλήρη και συνεχή αλληλεπίδραση με άλλα μέρη του βιώνει κάθε φορά διαδικασίες που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε κρίσεις.

Μία κρίση θα μπορούσε να είναι συναισθηματική, κρίση συνείδησης, προσωπική κρίση ταυτότητας, κρίση που ορίζεται από τον ίδιο ή από κάποιον εξωτερικό παρατηρητή ως κρίση που αφορά πρώτιστα το άτομο.  Θα αναφερθώ σε μερικές:

Η πρώτη και ίσως και πιο σοβαρή κρίση είναι αυτή που συμβαίνει κατά τη διάρκεια της γέννησης. Πολλοί επιστήμονες της κύησης και της γέννησης έχουν μιλήσει για την κρίση που αντιμετωπίζει κάθε άνθρωπος στην πρώτη του επαφή με τον έξω κόσμο. Από την απόλυτη αίσθηση ασφάλειας και ζεστασιάς…στον παγωμένο κόσμο ενός -στην καλύτερη περίπτωση- νοσοκομείου. Αν θα μπορούσε κάποιος να δει τη διαδικασία αυτή μέσα από το οπτικό πρίσμα του βρέφους που έρχεται στον κόσμο θα μπορούσαμε πιθανόν να συζητήσουμε καλύτερα για τον τρόπο που αυτή η πρώτη –ίσως- μεγάλη κρίση αντιμετωπίζεται από το ίδιο.

Κρίσεις θα μπορούσαν να ονομαστούν και οι αλλαγές κατά την παιδική ηλικία. Όταν για παράδειγμα ένα παιδί που μεγαλώνει στο ασφαλές περιβάλλον ενός σπιτιού, με πατέρα, μητέρα, αδέρφια και σκύλο εξαναγκάζεται (κυριολεκτικά) να αλλάξει την καθημερινότητά του και να αρχίσει να ζει μία άλλη καθημερινότητα που περιλαμβάνει πρωινό ξύπνημα, μεταφορά με ένα αυτοκίνητο, λεωφορείο ή άλλον μέσο, αποχωρισμός από το πρόσωπο αναφοράς χωρίς να συμφωνήσει το ίδιο και συνύπαρξη με άλλα εξίσου καλομαθημένα παιδιά της ηλικίας του σε ένα χώρο που σε τίποτα δεν θυμίζει το χώρο του σπιτιού.

Κρίσεις αντιμετωπίζουμε στην εφηβεία μας. Η ίδια η εφηβεία είναι μία κρίση. Κατά την περίοδό της γίνεται μία μετάβαση από την παιδική στην ενήλικη ζωή. Εκεί οι κρίσεις δείχνουν να είναι πιο έντονες καθώς απειλούν αυτό που ονομάζεται ταυτότητα του ατόμου. Η ταυτότητα αλλάζει και από παιδική γίνεται εφηβική και στη συνέχεια ενήλικη. Σε αυτή την περίοδο θα επιλέξουμε γνώμες, απόψεις,  θεωρίες, φιλοσοφία, θα επιλέξουμε σεξουαλική ταυτότητα, ομάδες στις οποίες θα ανήκουμε, θα υποστούμε σωματικές και συναισθηματικές αλλαγές ξαφνικές και ανεξέλεγκτες.

Κρίση θα μπορούσαμε να ονομάσουμε και άλλου περιεχομένου διαδικασίες όπως είναι ο Έρωτας.
Ο αποχωρισμός, το μεγάλωμα των παιδιών και η αποχώρησή τους από το σπίτι.
Ο χωρισμός του ζευγαριού.
Κρίσεις σε σχέση με την υγεία. Ξαφνικά προβλήματα υγείας με άγνωστη πρόγνωση. Ο Θάνατος. Μία από τις μεγαλύτερες κρίσεις…αποχωρισμός.

Παρατηρώντας πολύ καλά ένα πρόσωπο, ένα άτομο  μπορούμε να μιλήσουμε για ένα υπερπολύπλοκο σύστημα. Συναισθήματα, σκέψεις, αντιλήψεις, πεποιθήσεις, ιστορία, εμπειρίες, όνειρα για το μέλλον, ελπίδες, σχέσεις. Όλα αυτά αλληλεπιδρούν μέσα μας, επικοινωνούν, συνυπάρχουν. Μία κρίση, είτε εσωτερική με εξωτερικούς παράγοντες, είτε εξωτερική με εσωτερικές επιρροές και επιδράσεις αφορά το άτομο στο σύνολό του και επίσης μέσα στο πλαίσιο που κάθε φορά λειτουργεί, την οικογένεια, την κοινότητα ή αλλού. Στη σημερινή εποχή μιλάμε συχνά για κρίση της σημερινού ατόμου στο πλαίσιο της κοινωνίας. Ο σημερινός άνθρωπος ζει σ’ αυτό που ονομάζουμε  κοινωνία της πληροφορίας. Μεταβαίνοντας από την βιομηχανική στην μεταβιομηχανική εποχή και την εποχή της πληροφορίας βιώνει συνεχείς και ανεξέλεγκτες μεταβολές των σταθερών σημείων της ζωής του. Η οικογένεια, με συγκεκριμένη και σταθερή δομή έως τα τελευταία χρόνια, μεταβάλλεται, τροποποιείται, νέες μορφές οικογενειακής οργάνωσης παρατηρούνται στις οποίες καλείται να συμμετάσχει. Οι σχέσεις έχουν αλλάξει, οι αξίες, οι αρχές, οι πεποιθήσεις του που στο παρελθόν μπορούσαν να συνομιλήσουν με τα αδιέξοδα, δεν φαίνονται να κάνουν νόημα. Στην προσπάθειά του να αντιμετωπίσει το άγνωστο και απρόβλεπτο μέλλον, ο άνθρωπος απευθύνεται στην ιστορία του. Αναζητά παγιωμένες και δοκιμασμένες λύσεις στα δυσλειτουργικά σχήματα στα οποία συμμετέχει και πιθανόν παρατηρεί ότι σε επίπεδο περιεχομένου τίποτα δεν είναι ίδιο. Βιώνει το άγνωστο και το καινούργιο ως ανεξέλεγκτο και οδηγείται στο να μιλήσει για κρίση, με την έννοια του κινδύνου, της καταστροφής. Παράλληλα ένας εξωτερικός παρατηρητής θα μπορούσε να δει ότι εκτός από την έννοια του κινδύνου στην κρίση αυτή ενυπάρχει και η έννοια της αξιολόγησης. Θα αντέξει στην κρίση που περνά –με την έννοια που την περιέγραψα παραπάνω- ο άνθρωπος; Θα διατηρήσει την ισορροπία του σε έναν κόσμο που βιώνεται ως ασταθής και συνεχώς και με ταχύτατους ρυθμούς μεταβαλλόμενος; Θα καταφέρει να συνεχίσει να λειτουργεί ικανοποιημένος και με μία αίσθηση ευχαρίστησης στη ζωή του;  Θα καταφέρει να χρησιμοποιήσει τα αποθέματά του, τις αποθήκες ενέργειάς του και να συνδιαλαγεί και να επικοινωνήσει με τις αλλαγές;

Η οικογένεια, είναι ένας επίσης ιδιαίτερα πολύπλοκος οργανισμός. Μέλη του είναι  άνθρωποι διαφορετικών ηλικιών, κάποιοι μαζί από επιλογή (γονείς) κάποιοι από ανάγκη και επιλογή (παιδιά – παππούδες) όλοι μαζί συνθέτουν ένα σύστημα αλληλεπίδρασης και επικοινωνίας.  Η οικογένεια ως ζωντανός οργανισμός αντιμετωπίζει επίσης περιόδους οξείας αλλαγής των δεδομένων της. Ο γάμος των γονιών είναι ίσως η πρώτη, η γέννηση των παιδιών θα μπορούσε να ακολουθεί, η εφηβεία, η οποία είναι περίοδος κρίσης για όλη την οικογένεια εκτός από τον ίδιο τον έφηβο/η, η φυγή των παιδιών για σπουδές, η ενηλικίωση, χωρισμοί, ενδεχόμενες αρρώστιες, εξωσυζυγικές σχέσεις, επιλογές των παιδιών που δεν ανταποκρίνονται στις επιθυμίες και τα όνειρα των γονιών και άλλα πολλά γεγονότα, συμπεριφορές και καταστάσεις που δημιουργούν δυσλειτουργικά περιβάλλοντα και ονομάζονται κρίσεις. Η ισορροπία στην επικοινωνία διαταράσσεται και μία κρίση ακολουθεί.

Οι κοινότητες ανθρώπων (αλλά και άλλων έμβιων όντων) δημιουργούνται με στόχο την συνύπαρξη. Από επιλογή ή από ανάγκη (άρα πάλι από επιλογή) άνθρωποι ζουν κοντά ο ένας στον άλλον σωματικά, πνευματικά, ψυχικά, μοιράζονται πράγματα, συνεισφέρουν σε κοινούς στόχους, συμβιώνουν αλληλεπιδρώντας και δημιουργούν έναν πολυπλοκότερο των δύο παραπάνω σύστημα, όπου και άτομα και οικογένειες αλλά και άλλες ομαδικές ή ατομικές δομές οργάνωσης συνυπάρχουν.

Ως μεγάλες, ισχυρές κρίσεις σε επίπεδο κοινότητας θα μπορούσα να αναφέρω τον πόλεμο, κρίσεις σε οικονομικό επίπεδο, κρίσεις σε πολιτικό επίπεδο και φυσικά τις κρίσεις των φυσικών καταστροφών. Αυτές οι κρίσεις επιδρούν, έχουν επιπτώσεις σε όλα τα προηγούμενα συστήματα. Το άτομο και την οικογένεια. Ένας πόλεμος αφορά όλη την κοινότητα και επηρεάζει όλα τα άτομα και όλες τις οικογένειες που συμμετέχουν σ’ αυτήν.

Οι μέχρι τώρα περιγραφές θεωρώ ότι δίνουν μία αρκετά καλή εικόνα για τις κρίσεις που αντιμετωπίζει ο άνθρωπος και η οικογένεια στη σύγχρονη κοινωνία. Θα ήθελα τώρα να πάμε λίγο πίσω από όλα αυτά και να δούμε τον τρόπο που η Συστημική θεωρία περιγράφει το θέμα μας.

Μέσα από τη θεωρία των συστημάτων μπορεί κανείς να περιγράψει τις διαδικασίες με τις οποίες βιώνονται και αντιμετωπίζονται οι αλλαγές που ονομάζουμε κρίσεις καθώς και να υιοθετηθούν στάσεις και συμπεριφορές βοηθητικές στις κρίσιμες περιόδους της ζωής ή σε έκτακτες καταστάσεις κρίσεων.

Για την Συστημική θεωρία και σκέψη, ο άνθρωπος, η οικογένεια και η κοινότητα είναι συστήματα ζωντανά. Ζωντανά ονομάζουμε τα συστήματα όταν τα μέρη από τα οποία απαρτίζονται αλληλεπιδρούν μεταξύ τους. Ζωντανά συστήματα είναι για παράδειγμα ένα κύτταρο, ένας άνθρωπος, ένα ζευγάρι, μία οικογένεια, μία κοινωνία κτλ.  (Maturana, Varela, 1980).

Κάθε ζωντανό σύστημα χαρακτηρίζεται από τη δομή του και από την οργάνωσή του. Ως οργάνωση περιγράφεται το ειδικό σχήμα σχέσεων, που δημιουργεί την ταυτότητα του συστήματος ως ζωντανή ενότητα, ακόμα και όταν τα συγκεκριμένα στοιχεία του συστήματος αλλάζουν με το χρόνο. Είναι οι σχέσεις που ορίζουν ένα σύστημα ως μονάδα και καθορίζουν τη δυναμική των αλληλεπιδράσεων και των μετασχηματισμών που μπορεί να υποστεί ως μονάδα. Η οργάνωση ενός συστήματος δίνεται από τις συσχετίσεις –ιστορικές και δυναμικές- που πρέπει να υπάρχουν ανάμεσα στα συστατικά του μέρη και οι οποίες, προκειμένου να διατηρείται η ταυτότητά του, οφείλουν να παραμένουν αμετάβλητες. Διαφορετικά αυτό αποσυντίθεται ή μετασχηματίζεται σε άλλου είδους σύστημα. (Maturana, Varela, 1980). Ως δομή περιγράφεται το σύνολο των συγκεκριμένων στοιχείων ενός ζωντανού συστήματος και όλες οι σχέσεις μεταξύ τους μία συγκεκριμένη χρονική στιγμή (Ιωαννίδου, 2002). Ή αλλιώς η υλική διάταξη, η υλοποίηση της οργάνωσης του συστήματος μέσα στο χώρο και το χρόνο. (Maturana, Varela, 1980). Μεταφέροντας αυτές τις έννοιες στην οικογένεια π.χ. θα έλεγα πως στο επίπεδο των οικογενειών αυτό που δημιουργεί την ταυτότητα της οικογένειας είναι η επιθυμία τους να είναι μαζί και να θεωρούνται οικογένεια. Από τη στιγμή που υπάρχει αυτό η δομή της οικογένειας μπορεί να είναι πολύ διαφορετική: μπορεί να συμβιώνουν όλοι στο ίδιο σπίτι ή σε χωριστά, μπορεί να καυγαδίζουν συχνότερα ή πιο αραιά, μπορεί να σπουδάζουν τα παιδιά σε άλλη πόλη ή στην ίδια, μπορεί να βγαίνουν χωριστά ή γονείς ή μόνο μαζί κτλ. Η δημιουργία και η διατήρηση ενός ζωντανού συστήματος εξαρτάται από την ικανότητά του να αλλάζει τη δομή του διατηρώντας ταυτόχρονα την οργάνωσή του.

Τα ζωντανά συστήματα διαφοροποιούνται από κάθε άλλου είδους σύστημα χάρη στην οργάνωσή τους που είναι αυτοποιητική. Αυτοποίηση είναι η διαδικασία με την οποία ένα ζωντανό σύστημα «ποιεί» τον εαυτό του, παράγει δηλαδή μια ολότητα – ενότητα που ξεχωρίζει από το περιβάλλον του. Το τυπικό χαρακτηριστικό των έμβιων συστημάτων είναι ότι αποτελούν προϊόντα της ίδιας της οργάνωσής τους και συνεπώς δεν υπάρχει διάκριση μεταξύ παραγωγού και προϊόντος. Αυτή ακριβώς η κυκλική του οργάνωση καθιστά το έμβιο σύστημα μονάδα αλληλεπιδράσεων. Και χάρη σε αυτήν την κυκλικότητα μπορεί να διατηρεί αμετάβλητη την ταυτότητά του ως ζωντανό σύστημα (Maturana και Varela, 1980). Δεν μπορεί δηλαδή με κάθε εξωτερική παρέμβαση να αλλάζει η οργάνωση (η ταυτότητα) των ζωντανών συστημάτων. Στην αντίθετη περίπτωση, κάθε φορά που κάποιος διαφορετικός άνθρωπος θα μας χαρακτήριζε με κάποιο τρόπο θα οδηγούμασταν σε αυτόματες και ταχύτατες αλλαγές της εικόνας και της ταυτότητάς μας.

Κάθε έμβιο ον (κάθε ζωντανό σύστημα) ξεκινά την ύπαρξή του με μία αρχική δομή. Από αυτήν εξαρτάται η πορεία των αλληλεπιδράσεών του και αυτή περιορίζει τις δομικές μεταβολές που μπορούν να πυροδοτήσουν εντός του οι αλληλεπιδράσεις αυτές. Επίσης κάθε έμβιο ον γεννιέται σε ένα ορισμένο τόπο, σε ένα περιβάλλον που συνιστά το πλαίσιο όπου αναδύεται και με το οποίο αλληλεπιδρά. Το εν λόγω περιβάλλον φαίνεται να διαθέτει μία δομική δυναμική αποκλειστικά δική του και από λειτουργική άποψη διαφορετική από το έμβιο ον. Ως παρατηρητές έχουμε διαφοροποιήσει τη μονάδα που αποτελεί το έμβιο σύστημα από την υποδομή της και την έχουμε χαρακτηρίσει ως καθορισμένη οργάνωση. Κάναμε έτσι διάκριση ανάμεσα σε δύο δομές, το έμβιο ον και το περιβάλλον, που θεωρούνται ανεξάρτητες από λειτουργική άποψη αλλά που ανάμεσά τους υπάρχει μία αναγκαία δομική συναρμογή. (διαφορετικά η μονάδα εξαφανίζεται). Στο πλαίσιο των αλληλεπιδράσεων που συμβαίνουν ανάμεσα στο έμβιο ον και το περιβάλλον του, μία διαταραχή του περιβάλλοντος δεν καθορίζει αυτή καθ’ αυτή, με γραμμικό αιτιώδη τρόπο, τις συνέπειες που θα έχει στο έμβιο ον. Αντίθετα η δομή του όντος καθορίζει ποιες μεταβολές θα επέλθουν σε αυτό εξαιτίας της διαταραχής. Η αλληλεπίδραση αυτή δεν έχει καθοδηγητικό χαρακτήρα, αφού δεν προσδιορίζει ποια θα είναι τα αποτελέσματά της. Για το λόγο αυτό  χρησιμοποιούμε την έκφραση «πυροδοτώ ένα αποτέλεσμα» για να υποδηλώσουμε το γεγονός πως οι μεταβολές που προκύπτουν από την αλληλεπίδραση ανάμεσα στο έμβιο ον και το περιβάλλον του προκαλούνται από τον παράγοντα που επιφέρει την διαταραχή, αλλά καθορίζονται από τη δομή του συστήματος που υφίσταται τη διαταραχή (Maturana, Varela, 1980). Για παράδειγμα, ένας βιασμός (κρίση), δεν έχει τα ίδια αποτελέσματα σε κάθε θύμα. Με διαφορετικό τρόπο αντιμετωπίζει το κάθε άτομο – θύμα ενός βιασμού αυτό το γεγονός, άλλοι αναπτύσσουν συμπτώματα μετατραυματικού στρες, άλλοι όχι κτλ κτλ. Το ίδιο μπορεί κανείς να παρατηρήσει και για άλλες καταστάσεις κρίσεις που συμβαίνουν γύρω μας.

Τα αυτοποιητικά συστήματα είναι αυτόνομα, παραμένουν δηλαδή ανεξάρτητα ως προς την οργάνωση των στοιχείων τους και καθορίζονται από τη δομή τους. Η συμπεριφορά κάθε συστήματος εξαρτάται από την εσωτερική δομή του και όχι από το εκάστοτε περιβάλλον του. Τα γεγονότα που συμβαίνουν στο εκάστοτε περιβάλλον των αυτοποιητικών συστημάτων δεν λειτουργούν με έναν γραμμικό αιτιώδη τρόπο αλλά μόνο ως διαταράξεις, τις οποίες το σύστημα πρέπει να ισορροπήσει. Όπως και να αντιδράσει το σύστημα στις αναταράξεις, ακολουθεί τη δική του δομή. Κατά τη συναλλαγή του με το περιβάλλον πρέπει κάποιες φορές το σύστημα να αλλάξει δομή, για να διατηρήσει την ακεραιότητα και τη συνοχή του. Αν είναι σε θέση να εξισορροπήσει τη διατάραξη επιβιώνει – αν όχι επέρχεται η αποσύνθεση, τα όρια μεταξύ περιβάλλοντος και συστήματος διαλύονται και το σύστημα παύει να ζει (Ιωαννίδου, 2002).

Μπορούμε να διακρίνουμε τέσσερα πεδία που προσδιορίζει η δομή ενός συστήματος.

Α) Πεδίο των μεταβολών της κατάστασης: το σύνολο των δομικών μεταβολών που μπορεί να υποστεί μία μονάδα χωρίς να μεταβληθεί η οργάνωσή της.

Β) Πεδίο των καταστρεπτικών μεταβολών: το σύνολο των δομικών μεταβολών που επιφέρουν την απώλεια της οργάνωσης του συστήματος και συνεπώς την απώλεια της ταυτότητάς του

Γ) Πεδίο των διαταραχών: το σύνολο των αλληλεπιδράσεων που πυροδοτούν μεταβολές της κατάστασης

Δ) Πεδίο καταστρεπτικών αλληλεπιδράσεων: Το σύνολο των διαταραχών που επιφέρουν μία καταστρεπτική μεταβολή.

Για παράδειγμα, πυροβολώντας κάποιον από μικρή απόσταση οι σφαίρες θα του προξενήσουν καταστρεπτικές μεταβολές εξαρτώμενες από τη δομή του ανθρώπινου όντος. Οι ίδιες σφαίρες αποτελούν απλώς ενόχληση για τη χαρακτηριστική δομή ενός βρικόλακα. Ή ακόμα είναι προφανές ότι η σύγκρουση πάνω σε ένα δέντρο αποτελεί καταστρεπτική αλληλεπίδραση για ένα επιβατικό αυτοκίνητο αλλά για ένα άρμα μάχης είναι απλώς μία απλή διαταραχή (Maturana, Varela, 1980) .

Πρέπει να σημειώσω πως σε ένα δομικό σύστημα δομικά προσδιορισμένο, εφόσον η δομή του βρίσκεται σε διαρκή μεταβολή, τα δομικά πεδία του υφίστανται επίσης μεταβολή, μολονότι συνεχίζουν να προσδιορίζονται κάθε στιγμή από τη μεταβαλλόμενη δομή.

Όταν ένα σύστημα δεν εμπλέκεται σε μία καταστρεπτική αλληλεπίδραση με το περιβάλλον του, αυτό το οποίο μπορούμε να παρατηρήσουμε είναι μία συναρμογή, μία αλληλεπίδραση ανάμεσα στη δομή του συστήματος και τη δομή του περιβάλλοντός του. Το περιβάλλον αυτό μπορεί να είναι και κάποιο άλλο σύστημα. Όσο διαρκεί αυτή η αλληλεπίδραση, περιβάλλον και μονάδα ενεργούν ως αμοιβαίες πηγές διαταραχών και πυροδοτούν αμφίδρομες μεταβολές της κατάστασης. Αυτή τη διαδικασία την ονομάζουμε «δομική σύζευξη». Είναι η διαδικασία την οποία χρησιμοποιούν όσοι δημιουργούν σχέση με συστήματα σε κρίση με σκοπό να τα υποστηρίξουν, να τα θεραπεύσουν.

Τα παραπάνω μπορούν να βοηθήσουν κάποιον να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο όλα τα ζωντανά συστήματα κατά τη διάρκεια της ζωής τους ξεπερνούν, βιώνουν και προσπερνάνε τις κρίσεις που συμβαίνουν. Δεν υπάρχει ζωή χωρίς κρίσεις και κάθε κρίση δεν είναι θανατηφόρα – καταστρεπτική για τα ζωντανά συστήματα.

Εγώ ο ίδιος (και ο καθένας από εμάς) συμμετέχω με αυτόν τον τρόπο σε κάθε αλληλεπίδρασή μου με συστήματα σε κρίση. Ως άτομο – σύστημα το οποίο επιλέγει να αλληλεπιδράσει θεραπευτικά, ανακουφιστικά, βοηθητικά με οποιονδήποτε τρόπο με ένα σύστημα σε κρίση δημιουργεί μία δομική σύζευξη μαζί του και προκαλεί αναταράξεις οι οποίες αναγκάζουν το  σύστημα σε κρίση να επιλέξει εκείνες τις αλλαγές στη δομή του που θα κάνουν πιο λειτουργική τη ζωή του και θα ισορροπήσει την διατάραξη. Όταν μία ομάδα ανθρώπων –όπως οι εθελοντές του ΕΕΣ- επεμβαίνουν σε μία καταστροφή προκαλούν αναταράξεις σε πολλά επίπεδα τα οποία δεν μπορούν να περιοριστούν μόνο στην άμεση παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας.

Όταν η ΜΕΛΙΣΣΑ –για να χρησιμοποιήσω ένα παράδειγμα από τον επαγγελματικό μου χώρο- παρέχει προστασία σε παιδιά και έφηβες που βρίσκονται σε κίνδυνο- δημιουργούν τέτοια ανατάραξη στο σύστημα παιδί σε κίνδυνο που για να επιβιώσει δημιουργεί νέες ισορροπίες στη δομή του, αλλάζοντας απόψεις για τη ζωή, κάνοντας νέες σχέσεις με τους ανθρώπους, προσπαθώντας ξανά να αγαπήσει ανθρώπους ενήλικες στη ζωή του και άλλα τα οποία δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να προβλεφθούν ή να προκληθούν από το προσωπικό που επιλέγει τον τρόπο που θα παρέμβει. Ακόμα και ο τρόπος που το σύστημα θα επιλέξει για να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητά του είναι εσωτερικό θέμα του συστήματος που το κάνει . Εμείς οι απέξω (το περιβάλλον του) μπορούμε μόνο να επιλέξουμε τον τρόπο ή το μέρος που θα προκαλέσουμε τις αναταράξεις.
Η ΜΕΛΙΣΣΑ είναι ένα Ίδρυμα, μία δομή παιδικής και εφηβικής προστασίας κοριτσιών, στο οποίο φιλοξενούνται πολλά κορίτσια τα οποία έχουν βιώσει, ίσως και βιώνουν ακόμα, κρίσεις κατά τη διάρκεια της ζωής τους όπου το  οικογενειακό τους σύστημα δεν κατάφερε να προσαρμόσει τη δομή του και κατέρρευσε. Η δομή του συστήματος – άτομο όμως αντέχει, καθώς συνεχίζουν να ζουν. Έχει προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα που δημιουργείται γι’ αυτές με τη διαμονή τους σε ένα ίδρυμα και συνεχίζουν τη ζωή τους χρησιμοποιώντας όλα τα αποθέματα που έχουν.  Εμείς στη ΜΕΛΙΣΣΑ επενδύουμε σε αυτά ακριβώς τα αποθέματά τους και λειτουργούμε θεραπευτικά, μέσω της δομικής σύζευξης, προκαλώντας αναταράξεις με τέτοιο τρόπο ώστε η δομή του συστήματός τους να τροποποιηθεί και να ισορροπήσει με έναν τρόπο που να είναι λειτουργικός και δημιουργικός γι’ αυτές.

Καταλήγοντας θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε πως:

– ένα σύστημα μπορεί να αλλάξει τη δομή του (τους κανόνες επικοινωνίας και συναλλαγής των μερών του), διατηρεί όμως πάντα την οργάνωσή του: την ιδιαίτερη σχέση μεταξύ των μελών που αποτελεί την ταυτότητά του. Αν χάσει την οργάνωσή του, παύει να υπάρχει.

– Κάθε κοινωνικό σύστημα αποτελείται από τα ατομικά συστήματα των μερών του. Το συναισθηματικό δέσιμο των μερών παίζει καθοριστικό ρόλο στην ύπαρξη του συστήματος.

– Τα διάφορα γεγονότα που συμβαίνουν στα περιβάλλοντα των συστημάτων (κρίσεις) δεν λειτουργούν με γραμμικό αιτιολογικό τρόπο, αλλά ως ερεθίσματα

– διαταράξεις που πρέπει το σύστημα να εξισορροπήσει σύμφωνα με τη δική του δομή (ή αλλάζοντας κάποιες φορές δομή)

– Οι εξωτερικές παρεμβάσεις λοιπόν από ειδικούς κρίσεων και μη λειτουργούν ακριβώς ως διαταράξεις στο επίπεδο της επικοινωνίας «αναγκάζοντας» τα μέρη του συστήματος να αναζητήσουν νέες διαδικασίες επικοινωνίας με σκοπό να επανακτήσουν την ισορροπία και τη λειτουργικότητα.

– Κάθε σύστημα έχει τη δική του «κατασκευή πραγματικότητας», τον δικό του τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται και φιλτράρει τα βιώματα, τις εμπειρίες του ο οποίος εξαρτάται από τις συνθήκες και το πλαίσιο στο οποίο η κάθε πραγματικότητα βιώνεται. Μία κρίση σε ένα κοινωνικό πολιτισμικό πλαίσιο δεν είναι απαραίτητα κρίση σε κάθε πλαίσιο. Η κατασκευή αυτή της πραγματικότητας είναι που επηρεάζει τη δομή του (τους κανόνες επικοινωνίας και συναλλαγής των μερών)

– Μία κρίση λοιπόν συμβαίνει όταν μία εσωτερική ανάγκη ή ένα εξωτερικό γεγονός λειτουργεί ως «διατάραξη» την οποία όμως το σύστημα δεν καταφέρνει να εξισορροπήσει από μόνο του σύμφωνα με τις δυνατότητες που του παρέχει η δομή του.

– Μία εξωτερική λοιπόν παρέμβαση από ειδικούς και μη δημιουργεί ένα νέο σύστημα, μέσω της δομικής σύζευξης, το οποίο κατασκευάζει από κοινού μία νέα πραγματικότητα. Στόχος είναι αυτή η καινούργια κατασκευή να αποτελέσει ερέθισμα– διατάραξη για το σύστημα ώστε να καταφέρει να αλλάξει τη δομή του με τέτοιον τρόπο που να εξισορροπήσει την αρχική διατάραξη που προκάλεσε η εσωτερική ανάγκη ή το εξωτερικό γεγονός που οδήγησε στην κρίση.

ΣΤΟΧΟΣ, μίας παρέμβασης εξειδικευμένων σε αντιμετώπιση κρίσεων ανθρώπων θα ήταν:

1) να αντιμετωπιστεί το εκάστοτε σύστημα που βιώνει μία κρίση ως όλον

2) να κατανοηθεί η δομή και η σημασία της συγκεκριμένης κρίσης

3) να αναζητηθούν οι δυνατότητες του εκάστοτε συστήματος να ξεπεράσει την κρίση (δηλαδή να αλλάξει τη δομή του) και

4) να βρει τρόπους να ενεργοποιήσει αυτές τις δυνατότητες.

Σας ευχαριστώ για το χρόνο και την προσοχή σας.

Σταύρος Γκουγκουσκίδης, Ψυχολόγος,

Διευθυντής Ιδρύματος ΜΕΛΙΣΣΑ (εκείνη την περίοδο)

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Maturana, H., Varela F. (1980): Το Δέντρο της Γνώσης, Αθήνα, Εκδόσεις Κάτοπτρο (1992).

2. Ιωαννίδου Βιργινία (2002): Μία συστημική προσέγγιση κρίσεων ζευγαριών, Μετάλογος 2, 64-76.

3. Ιωαννίδου Βιργινία (2006): Μία συστημική προσέγγιση στις εξωσυζυγικές σχέσεις, Μετάλογος 10, 86-103.

4. Μουρελή Ευφροσύνη (2005): Ζητήματα πράξης και θεωρίας στην Οικογενειακή Θεραπεία, Μετάλογος 8, 7-29.

Η σχέση του ζευγαριού και η επίδρασή της στα παιδιά.

Σχέση

Η διάλεξη πραγματοποιήθηκε στις 23 Φεβρουαρίου 2010, στη Δεσκάτη Γρεβενών στο πλαίσιο των εκδηλώσεων του Κέντρου Πρόληψης Νομού Γρεβενών.

Στο κείμενο διατηρήθηκε αυτούσιος ο προφορικός του λόγος.

του Σταύρου Γκουγκουσκίδη

————————————————

Υποθέτω ότι αυτό που θέλουν να επιτύχουν οι διοργανωτές αυτής της εκδήλωσης είναι να τοποθετήσουν το ζευγάρι στο κέντρο της οικογένειας με έναν τέτοιο τρόπο ώστε να είναι βοηθητικό και για τα παιδιά. Αυτός είναι –μάλλον- και ο δικός μου στόχος. Να προσπαθήσω να σας μεταφέρω τις απόψεις μου για την θέση που πρέπει να έχει η σχέση του ζευγαριού στην οικογένεια. Αυτή η θέση είναι το κέντρο.

Συχνά ακούω να λένε οι γονείς ότι όλα τα κάνουμε πλέον για τα παιδιά. Δεν δίνουμε καμία σημασία στον εαυτό μας διότι μας ενδιαφέρουν πρωτίστως τα παιδιά μας και μετά ο εαυτός μας.  Και εγώ τους ρωτώ: και ο σύντροφός σας σε ποια θέση του ενδιαφέροντός σας είναι; Στην καλύτερη περίπτωση τρίτος…αν μάλιστα υπάρχουν περισσότερα από ένα παιδιά…τον τοποθετούν στην γαλαρία! Και η επόμενη ερώτησή μου είναι: και η σχέση σας με τον σύντροφό σας; Αυτή σε ποια θέση είναι; – Μάλλον έξω από το λεωφορείο! Την αφήσαμε στην αφετηρία του ταξιδιού! Αυτά είναι πολυτέλειες. ..

Πολλά ζευγάρια στις μέρες μας παραμελούν τη σχέση τους, παραμελούν τον σύντροφό τους διότι δεν έχουν χρόνο, δεν προλαβαίνουν ή δεν έχει πια σημασία γι’ αυτούς, καθώς η ανατροφή των παιδιών είναι η πρώτη  προτεραιότητα. Πρώτα απ’ όλα όμως μέσα από αυτή τη στάση και αυτές τις επιλογές παραμελούν τον ίδιο τους τον εαυτό. Ή τουλάχιστον ένα μέρος του.

Σε επίπεδο ψυχικής οργάνωσης μπορούμε να αναφερθούμε σε δύο μεγάλα, βασικά και θεμελιώδη κομμάτια του εαυτού του ανθρώπου. 1ον : Τον εαυτό των αναγκών και 2ον : τον εαυτό των επιδόσεων.

Ο πρώτος (των αναγκών) είναι αυτός που παραμελείται στο σχήμα που περιέγραψα παραπάνω. Η ανάγκη για ερωτισμό, για συντροφικότητα, για τρυφερότητα, για αγάπη, για έρωτα, για σεξ, για αγκαλιά Επίσης, η απόλαυση, οι πόθοι, το φαγητό, η διασκέδαση, η ψυχαγωγία, η χαλάρωση. Συχνά αναφερόμαστε σε αυτόν ως «το παιδί που έχουμε όλοι μέσα μας».

Ο δεύτερος, (των επιδόσεων) είναι αυτός που ασχολείται με τις επιδόσεις, τα επιτεύγματα, την ηθική, τις κατακτήσεις, τις επιτυχίες, το σωστό. Αυτός ο εαυτός έχει προτεραιότητα. Η κοινωνία όλη είναι προσανατολισμένη σε αυτόν. Αυτός έχει αξία.

Η λύση στο πρόβλημα ακούγεται απλή. Η ισορροπία ανάμεσα στους δύο. Η ικανοποίηση και των δύο σε ίσο βαθμό. Η αποδοχή των αναγκών και των δύο και η αφιέρωση χρόνου και ενέργειας και στους δύο ισότιμα. Όσο εύκολα λέγεται και ακούγεται όμως τόσο δύσκολο είναι να εφαρμοστεί.

Τι είναι η σχέση του ζευγαριού; Με τι μοιάζει;

Συζητώντας για την σχέση ενός ζευγαριού ήδη εμένα μου έρχεται στο μυαλό ότι συζητάμε για κάτι τρίτο. Για κάτι που είναι πέρα από τον έναν ή τον άλλον σύντροφο. Κάτι που δημιουργείται με την ένωση και την συμφωνία δύο ανθρώπων, αλλά από τη στιγμή που θα δημιουργηθεί και μετά είναι μόνο του, αυτόνομο, τρίτο, ανεξάρτητο. Αυτό το υπονοεί και ο τίτλος της σημερινής εκδήλωσης. «Η σχέση του ζευγαριού και η επίδρασή της στα παιδιά». Θα μπορούσαμε να πούμε ίσως ότι η σχέση ενός ζευγαριού είναι ένα πλάσμα. Έχει δική του ύπαρξη, δική του ζωή, δικές του ανάγκες, δικές του επιθυμίες. Είναι κάτι που γεννιέται, ωριμάζει, τρέφεται, καρποφορεί, δηλητηριάζεται, κάνει τον κύκλο του, πεθαίνει, ανασταίνεται κτλ. Τα ρήματα που χρησιμοποιώ, και είναι αυτά που χρησιμοποιούν οι περισσότεροι άνθρωποι όταν περιγράφουν τη σχέση τους, δείχνουν αυτό που υποστηρίζω. Την ύπαρξη της σχέσης ως τρίτου προσώπου.

Θα ήθελα τώρα να ζητήσω από εσάς να σκεφτείτε τη δική σας σχέση. Να την φανταστείτε ως ένα τρίτο πρόσωπο, ένα τρίτο πλάσμα, έναν ον έξω από εσάς και να την περιγράψετε. Φανταστείτε λοιπόν… Αν η σχέση σας με τον σύζυγο, τον σύντροφό σας ήταν ένα πλάσμα, ένα ον, τι πλάσμα θα ήταν…τι μορφή θα είχε… Γράψτε οτιδήποτε σας ήρθε πρώτο… Αυτό είναι πιο κοντά σε αυτό που έχετε στην ψυχή σας…πριν παρέμβει ο νους.

Θα μπορούσατε ας πούμε να φανταστείτε τι μορφή έχει…πόσο μεγάλο είναι…αν είναι ψηλό ή κοντό…αν έχει χρώμα…τι χρώμα έχει…αν μυρίζει…τι άρωμα αναδύει…αν έχει γεύση…τι γεύση έχει…υφή…ή τι ακούγεται αν το πλησιάσει κάποιος… Φανταστείτε το ως κάτι ζωντανό.. Τι λέτε…;

Ποια είναι η επίδραση της σχέσης του ζευγαριού στα παιδιά; Με ποιον τρόπο επηρεάζει τα παιδιά;

Τα παιδιά (τουλάχιστον τα περισσότερα) μεγαλώνουν μέσα σε οικογένεια. Καθώς μεγαλώνουν διαμορφώνουν αυτό που ονομάζουμε «εαυτό», «προσωπικότητα». Προσωπικότητα είναι το σύνολο των συμπεριφορών, στάσεων, απόψεων, πεποιθήσεων, συναισθημάτων που χαρακτηρίζουν έναν άνθρωπο και τον κάνουν να ξεχωρίζει από τους άλλους.

Ο τρόπος που τα παιδιά μαθαίνουν, που διαμορφώνουν την προσωπικότητά τους, που επιλέγουν τις συμπεριφορές τους είναι ένας και μοναδικός: τα πρότυπα. Η Μίμηση. Η ταύτιση. Όχι η διδαχή, όχι η διδασκαλία με τον παραδοσιακό τρόπο, αλλά η μίμηση. Και στην πράξη, η βιωματική μάθηση. Αυτό το έχει αντιληφθεί και η σύγχρονη παιδαγωγική ακόμα και στα ελληνικά σχολεία και –αν έχετε προσέξει- έχει προσανατολίσει πλέον τις μεθόδους της στα ελληνικά σχολεία προς αυτή την κατεύθυνση. Τα παιδιά λοιπόν αποκωδικοποιούν τα μηνύματα που λαμβάνουν από τους γύρω τους, από τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής τους, από αυτούς που οι ίδιοι επιλέγουν ως σημαντικούς και μιμούνται, τα χρησιμοποιούν ως πρότυπα που καθορίζουν τις δικές τους επιλογές.

Μιμούνται τον παππού, μιμούνται τη γιαγιά, μιμούνται θείους και άλλους στενούς συγγενείς, μιμούνται πρότυπα έξω από την οικογένεια –συνομηλίκους και άλλους- αλλά κυρίως μιμούνται και ταυτίζονται με τους γονείς τους.

Ο Αϊνστάιν είπε: «Δεν υπάρχει πιο λογική διαπαιδαγώγηση από το να είσαι παράδειγμα και αν δεν γίνεται  αλλιώς έστω και πρότυπο αποφυγής». Οι γονείς είναι για τα παιδιά ζωντανό παράδειγμα. Κατά κανόνα υιοθετούν τη συμπεριφορά τους. Τα παιδιά μας δείχνουν σαν καθρέφτης πως αντιμετωπίζουμε τον εαυτό μας και τους άλλους.«Δες τα παιδιά σου σαν καθρέφτη και δες αν σου αρέσει. Αν δεν σου αρέσει άλλαξε το με το να αλλάξεις εσύ προς τον επιθυμητό τρόπο».

Αυτό πιο εύκολα λέγεται παρά γίνεται και γι’ αυτό όταν οι γονείς κάνουν κάποια αλλαγή, είναι άξιο εκτίμησης. Είναι εφικτό.

Αυτή είναι η βασική αρχή: Το καθήκον του γονιού είναι να είναι καλό παράδειγμα. Αυτή είναι η πιο βασική συμβουλή διαπαιδαγώγησης. Τα παιδιά κάνουν αυτό που είδαν στο ζωντανό παράδειγμα και κυρίως όταν έχει καλή επίδραση πάνω τους.(Αν έχει κακή επίδραση πάνω τους με λιγότερη πιθανότητα θα την υιοθετήσουν κάνοντας το ακριβώς αντίθετο. Αυτό είναι πιο δύσκολο).

Τα παιδιά επιδεικνύουν εκπληκτική αφοσίωση στους γονείς με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Έχουν μια ακραία και ισχυρή τάση να ανταποκριθούν στις προσδοκίες των γονιών για λόγους αφοσίωσης. Αν οι γονείς περιμένουν από τα παιδιά τους ότι θα τα βγάλουν πέρα στη ζωή κατά κανόνα αυτό θα κάνουν. Αν περιμένουν το αντίθετο τότε θα εκπληρώσουν την  τρομακτική προσδοκία επιδεικνύοντας αυτοθυσία. Η δεύτερη πιο βασική αρχή διαπαιδαγώγησης είναι να καλέσουμε τους γονείς να εξετάσουν τις προσδοκίες τους.

Αν λοιπόν όλα αυτά ισχύουν…τι θα μπορούσαν να μάθουν τα παιδιά από αυτό το τρίτο πλάσμα μέσα στην οικογένεια; Πώς θα μπορούσε να τους επηρεάσει στη ζωή τους; Τι θα μπορούσαν να μάθουν τα παιδιά από τη σχέση των γονιών τους;  Ενδεικτικές απαντήσεις…:

Η σχέση του ζευγαριού λειτουργεί:

  • Ως πρότυπο για τα παιδιά και τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να λειτουργήσουν τα ίδια αργότερα στη ζωή τους με τους συντρόφους τους και την οικογένειά τους. Συχνά λένε, οι γυναίκες στα αγόριά τους συνήθως, «δεν θέλω αργότερα να με κατηγορεί η γυναίκα σου». Τι σημαίνει αυτό;
  • Καθώς μεγαλώνουμε όλο και πιο πολύ απευθυνόμαστε στην οικογένειά προέλευσής μας για να αντλήσουμε πληροφορίες για τον τρόπο με τον οποίο θα λειτουργήσουμε ως ζευγάρι.
  • Για τον τρόπο που θα λειτουργήσουμε ως γονείς στα δικά μας παιδιά
  • Για τον αν θα επιλέξουμε να κάνουμε οικογένεια ή όχι.
  • Μέσα από τη σχέση των γονιών το παιδί μαθαίνει την έκφραση συναισθημάτων
  • – τη δημιουργία μακροχρόνιων δεσμών
  • – την διαχείριση συγκρούσεων και την επίλυσή τους
  • – την από κοινού διαχείριση της καθημερινότητας
  • – τη στήριξη, την αλληλοϋποστήριξη, την συντροφικότητα, την αλληλεγγύηo τη σχέση μεταξύ των δύο φύλων και την διαφορετικότητα

Η σχέση του ζευγαριού με το παιδί (ή τα παιδιά) είναι πάντα μία εξωσυζυγική σχέση. Όχι μία ενδο-συζυγική. Είναι μία σχέση έξω από το ζευγάρι.  Το παιδί (ή τα παιδιά) είναι τα τρίτα πρόσωπα στη σχέση του ζευγαριού. Είναι μία σχέση που έχει ο καθένας (πατέρας) και η κάθε μία (μητέρα) εκτός από τη σχέση του με τον σύντροφό του. Και έτσι πρέπει κανείς να την θεωρεί και να την αντιμετωπίζει. Άλλο το ζευγάρι, άλλο η οικογένεια και άλλο η σχέση των γονιών με τα παιδιά τους.

Τα παιδιά το ξέρουν ή καλύτερα το νιώθουν ότι η σχέση σας μαζί τους είναι εξωσυζυγική και προσπαθούν να μπουν ανάμεσα στο ζευγάρι. Όπως κάθε εξωσυζυγική σχέση που σέβεται τον εαυτό της… Μπαίνει στο κρεβάτι ανάμεσα στο ζευγάρι, αγκαλιάζει επιδεικτικά τον έναν γονιό, προσπαθεί να κατακτήσει τον έναν (ίσως τον κάθε έναν κάθε φορά), προσπαθεί να διασπάσει τη σχέση των δύο (όχι να τη διαλύσει, να την διασπάσει).  Την διάλυση της σχέσης του «επίσημου» ζευγαριού τις περισσότερες φορές δεν την θέλει ούτε η «κανονική» εξωσυζυγική σχέση, αντίθετα με ό,τι λέγεται συνήθως…

Πώς μπορείτε να βοηθήσετε τη σχέση σας.

Η σχέση ενός ζευγαριού περιέχει δύο κομμάτια. Το ερωτικό και το συντροφικό. Τις ερωτικές σχέσεις και τις συντροφικές σχέσεις. Και οι δύο είναι αναγκαίες. Και οι δύο συνυπάρχουν.  Η μία χρειάζεται την άλλη. Οι ερωτικές και οι συντροφικές σχέσεις είναι ο πιο ισχυρός δεσμός. Είναι πιο ισχυρές από κάθε σχέσεις γιατί δεν είναι αναγκαίες, δηλ μπορεί κάποιος να ζήσει και χωρίς αυτές. Σε αντίθεση, για παράδειγμα, με τις σχέσεις των μικρών παιδιών με τους γονείς τους.

Τα παιδιά δεν μπορούν να μεγαλώσουν χωρίς γονείς, χωρίς γονεϊκό σύστημα. Ακόμα και τα παιδιά που για κάποιο λόγο χάνουν τους γονείς τους φροντίζουμε να αντικαταστήσουμε το γονεϊκό σύστημα με ένα υποκατάστατο. Κάποιοι θείοι, πατριοί, μητριές, ιδρύματα, ανάδοχες οικογένειες. Τα παιδιά έχουν ανάγκη τη σχέση με γονείς για να μεγαλώσουν. Οι ερωτικές και συντροφικές σχέσεις λοιπόν είναι σχέσεις επιλογής και με αυτόν τον τρόπο και οι πιο ισχυρές. Μπορεί κάποιος να ζήσει όλη τη ζωή του χωρίς να κάνει καμία ερωτική ή συντροφική σχέση. Επίσης, μπορεί να κάνει παιδιά χωρίς σχέση ή μπορεί ακόμα και αν κάνει παιδιά να χωρίσει και πάλι να συνεχίσει να ζει κανονικά χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα.    Για αυτό τον λόγο κυρίως, τα πάντα πρέπει να εξηγούνται στις σχέσεις. Δηλαδή να έχουν λόγο που συμβαίνουν.

Ο έρωτας:

  • όταν αγοράζεται, πεθαίνει
  • όταν κάποιος προσπαθεί να πάρει εγγυήσεις και ασφάλεια, αμέσως πεθαίνει§ δεν είναι αναγκαίος. Δηλαδή μπορεί κάποιος να ζήσει και χωρίς αυτόν.

Η συντροφική σχέση:

Μπορεί να τα βγάλει πέρα και χωρίς έρωτα. Εκεί προσπαθεί κανείς να παράξει ασφάλεια, να μειώσει το ρίσκο υπογράφοντας συμβόλαια.

Ο έρωτας δίνεται τη στιγμή που κάποιος δίνεται και μάλιστα  άνευ όρων! Η συντροφική σχέση είναι υπό όρους!
Το δυναμικό μίας σχέσης ενός ζευγαριού βρίσκεται στην ερωτική του ιστορία, στην περίοδο που γνωρίστηκε το ζευγάρι και αποφάσισε ο ένας για τον άλλον.
Το δυναμικό μιας σχέσης βρίσκεται στην περίοδο που δεν υπήρχαν αιτήματα.

Πρακτική συμβουλή: να μιλάνε τα ζευγάρια για την περίοδο της γνωριμίας τους. Με αυτό τον τρόπο κρατάνε επαφή με το κομμάτι του δυναμικού της σχέσης.

 

Για να έχω μία σχέση ζευγαριού πρέπει να κάνω πράγματα για να τη διατηρώ. Κάθε στιγμή αποφασίζω για το αν θα μείνω με τον σύντροφό μου. Η διατήρηση μιας σχέσης δεν είναι αποτέλεσμα της αδράνειας. Αλλά απόφαση. Δεν είμαι με κάποιον σήμερα επειδή αποφάσισα να είμαι μαζί του πριν από κάποιο χρονικό διάστημα αλλά επειδή το αποφασίζω σήμερα και κάθε μέρα.

Οι σχέσεις των ζευγαριών χρειάζονται εξηγήσεις. Λόγους. Για ποιο λόγο αποφασίζω θετικά κάθε στιγμή να παραμείνω στη σχέση. Τίποτα δεν είναι δεδομένο στις σχέσεις, ερωτικές ή συντροφικές, διότι αυτές οι σχέσεις δεν είναι αναγκαίες. Άρα κάθε στιγμή παίρνω την απόφαση να μείνω. Εκεί χρειάζονται εξηγήσεις. «γιατί μένω;» όλοι οι λόγοι μετράνε. Οι λόγοι είναι οι συνήγοροι της σχέσης. Τη σχέση δεν τη διαταράσσουν αυτά που δεν έχει αλλά όταν αυτά που έχει είναι λίγα και δεν την αντέχουν.

 

Η σχέση του ζευγαριού είναι ένα τρίτο πρόσωπο. Δείτε την έτσι. Δείτε τη σχέση σας σαν ένα τρίτο πρόσωπο. Εγώ, εσύ και η σχέση μας. Τρίγωνο.

– αν υποθέσουμε ότι η σχέση σας είναι ένα ιδιαίτερο πλάσμα, τρίτο, πώς θα ήταν; – Πώς θα έπρεπε να είναι;- Τι θα μπορούσε ο καθένας να κάνει γι’ αυτό, ώστε να αλλάξει προς την κατεύθυνση αυτού που θα έπρεπε να είναι; – Αν θα έπρεπε να δώσετε μία δυναμωτική τροφή στην σχέση σας, τι θα της δίνατε;- Τι θα χρειαζόταν η σχέση σας για να μπορέσει να ανθίσει;- Αν την ρωτούσατε πως εκτιμά τη σχέση σας μεταξύ των δύο τι θα σας υποδείκνυε, τι θα συνιστούσε ώστε να αντιμετωπίζετε καλύτερα ο ένας τον άλλον;- Πώς θα μπορούσατε να συμβάλετε ώστε η σχέση σας να πει: «Ευχαριστώ που μου το έδωσες αυτό.»- …

…και αφήστε τον εαυτό σας να εκπλαγεί από τις απαντήσεις και από όσα θα ακολουθήσουν…

Η ερωτική σχέση υπακούει στην πλεονασματική λογική. Η συντροφική σχέση υπακούει στον κανόνα των ανταλλαγμάτων.
Η λογική της αγάπης είναι πλεονασματική, πληθωριστική. Πώς λοιπόν μπορεί να ενεργοποιηθεί η πλεονασματική λογική; Αυτό γίνεται ανατρέχοντας στην νεανική μας απερισκεψία και αναζητώντας τρόπους που εκφράζαμε τον έρωτά μας στον αγαπημένο μας.

Χωρισμός και Διαζύγιο

Τι γίνεται όμως όταν η σχέση δεν πάει καλά; Όταν υπάρχουν συγκρούσεις; Όταν έρχεται το διαζύγιο; Η κρίση στις ερωτικές σχέσεις είναι δοκιμές μήπως υπάρχουν ακόμα κάποιες δυνατότητες γι’ αυτούς τους δύο. Οι εξωσυζυγικές σχέσεις αποτελούν λύση. Η πιο συχνή «εξωσυζυγική» σχέση είναι κάποιου με τα παιδιά του. Πρέπει να είναι εξωσυζυγική. Ποτέ συζυγική. Πρέπει να υπάρχει διάκριση της συζυγικής σχέσης από τη σχέση με τα παιδιά. Τα παιδιά δεν είναι κακό να παραβρίσκονται στις συγκρούσεις των γονιών αρκεί να είναι ξεκάθαρο ότι η σύγκρουση αφορά το ζευγάρι και όχι τα παιδιά. Τα περισσότερα παιδιά, δυστυχώς, νιώθουν ότι συμμετέχουν στο γάμο των γονιών τους. Το ζητούμενο είναι η απόσταση. «Παιδί μου αυτό που συμβαίνει μεταξύ της μαμάς και του μπαμπά δεν σε αφορά. Είναι δικό μας».

Συγκρούσεις στο ζευγάρι.

Οι γονείς πρέπει να είναι ορατοί ως πρότυπα που οργίζονται, θλίβονται, χάνουν τη υπομονή τους, αρρωσταίνουν, είναι τρυφερά. Τα παιδιά που δεν μπορούν να έχουν εμπειρία από το θυμό των γονιών τους δεν μπορούν να έχουν την εμπειρία ότι η αγάπη των γονιών τους είναι γνήσια. Οι ψυχολόγοι προτείνουν να μην συγκρατούν πολύ οι γονείς τα συναισθήματά τους. Η ανακάλυψη από το παιδί ότι η ιδιοσυγκρασία της μητέρας ταυτίζεται με την ίδια (ότι έτσι είναι η μαμά) γλιτώνει το παιδί από το εφιαλτικό άγχος ότι είναι πολύ κακός άνθρωπος επειδή σκέφτεται άσχημα για έναν άλλο άνθρωπο.

Χωρισμός:

«σου  επιτρέπω να κρατήσεις τα δώρα μου κι εγώ θα κρατήσω τα δώρα που μου χάρισες. Και για ό,τι πήγε στραβά αναλαμβάνω το δικό μου μερίδιο της ευθύνης».

Στο χωρισμό το μεγάλο θέμα είναι το θέμα της απότισης τιμής στον πρώην σύντροφο, στον εαυτό μου και στην απόφασή μου να ζήσω μαζί του. Υποτιμώντας δεν χωρίζεις. Η υποτίμηση είναι διαδικασία μη χωρισμού. Τα κακά αισθήματα για τον πρώην σύζυγο είναι ένδειξη συνέχισης της σχέσης.

Ο χωρισμός σε ένα τέτοιο πλαίσιο μειώνει δραματικά τον κίνδυνο εμφάνισης προβλημάτων στα παιδιά, προβλημάτων που πηγάζουν από ένα επίπονο –έτσι κι αλλιώς- διαζύγιο. Η απότιση τιμής στον έως τότε σύντροφο και –κυρίως- στη σχέση (ως τρίτο πρόσωπο) που δεν ζει πια με την οικογένεια, βοηθά τα παιδιά να συνεχίζουν να έχουν γονείς, να συνεχίσουν να διατηρούν καλές επαφές και με τους δύο.

Τελικά: ευτυχισμένοι γονείς κάνουν ευτυχισμένα παιδιά…ευτυχισμένοι γονείς δεν είναι απαραίτητα οι γονείς μέσα στον γάμο…

Συναισθηματική και σεξουαλική κακοποίηση των παιδιών.

Abuse

Προφορική Παρουσίαση:

Σταύρος Γκουγκουσκίδης,Ψυχολόγος

Το εργαστήρι πραγματοποιήθηκε στην διημερίδα με θέμα: «Με κρίση σε κρίση. Ανθρώπινα συστήματα σε δύσκολους καιρούς» που διοργάνωσε η Συστημική Εταιρεία Βορείου Ελλάδος στις 16 – 17 Οκτωβρίου 2010 στη Θεσσαλονίκη.

(σημείωση:  το παρακάτω κείμενο έχει συνταχθεί σε προφορικό λόγο. Στην μεταφορά του σε γραπτό κείμενο επέλεξα να διατηρήσω το ύφος με το οποίο προετοιμάστηκε και παρουσιάστηκε η εισήγηση. Επίσης, από το κείμενο έχουν αφαιρεθεί λεπτομέρειες και περιεχόμενα σε σχέση με την προφορική παρουσίαση) .

—————————————————

1.  «Στο μέρος όπου μένω, υπάρχει ένας λοφίσκος. Βουνό των αλόγων τον λέει ο κόσμος εδώ, μόλο που χρόνια τώρα άλογα δε βόσκουν πια εκεί. Ένας μοναχικός χορταριασμένος δρόμος οδηγεί ως επάνω. Σπάνια ξεστρατίζει άνθρωπος ίσαμε εδώ. Απ’ το ψήλωμα βλέπει κανείς ως πέρα μακριά την πεδιάδα. Τη διατρέχει ένα δίκτυο από δρόμους και δρομάκια και πάνω τους, σαν τα μυρμήγκια, κινούνται άνθρωποι μέσα στα αυτοκίνητά τους, πάνω σε ποδήλατα ή πεζοί. Βιαστικοί τρέχουν απ’ τα γύρω χωριά στην πόλη και πάλι πίσω στα χωριά. Μέσα από δρόμους κι ατραπούς διασχίζουν χωράφια και δάση. Μείνετε λίγο μαζί μου εδώ πάνω. Γιατί είναι φορές που καταφέρνω εδώ σε τούτη τη θέση να σταματήσω το χρόνο. Κι όσο καλά το καταφέρνω τόσο πιο γρήγορα κυλάει ο χρόνος γι’ εκείνους εκεί κάτω. Μόνο όποιος μένει ήρεμος σε ένα μέρος βλέπει πώς κινούνται οι άλλοι, βλέπει προς τα πού πάνε ολοένα και τι ίχνη αφήνουν. Εκεί πέρα μέσα στο δάσος άνοιξε μια οικογενειακή ταβέρνα για τους εκδρομείς. Για δείτε πώς φαρδαίνει διαρκώς ο δρομάκος που έρχεται ως εκεί απ’ την πόλη, πώς οι φιδίσιες του γραμμές γίνονται όλο και πιο ίσιες. Έγινε κιόλας δρόμος και καταφθάνουν και τα πρώτα αυτοκίνητα. Ή πάλι εκεί κοντά στην πόλη, εκεί χτίζεται ένα εργοστάσιο: ο κακοτράχαλος αγροτικός δρόμος που οδηγεί ως εκεί ισοπεδώνεται και να που ασφαλτοστρώθηκε κιόλας, φαρδύς, με τέσσερις λωρίδες. Ένας δρόμος που πρώτα ήθελε κανείς μία ώρα να τον περπατήσει. Έγινε τώρα απόσταση δέκα λεπτών. Κάτω στο ποτάμι το πορθμείο ανέστειλε τα δρομολόγιά του. Χτίστηκε μία γέφυρα λίγο πιο πάνω. Το παλιό στέκι του πορθμέα ερήμωσε κι ο δρόμος προς τα εκεί μένει αχρησιμοποίητος. Η άσφαλτος έχει σκάσει κιόλας τόπους τόπους. Οι πρώτοι θάμνοι αρχίζουν να φουντώνουν, σε λίγο ούτε που θα μπορεί πια κανείς να βρει το δρόμο…»

Διάλεξα αυτό το εισαγωγικό κομμάτι από το βιβλίο του Gerald Huther “Η Βιολογία του φόβου” εντυπωσιασμένος από την απλότητα με την οποία περιγράφει το θέμα του. Ο Gerald Huther αναφέρεται στο βιβλίο του στον τρόπο με τον οποίο ο εγκέφαλος (νευρωνικές συνάψεις και οι δρόμοι του) αντιδρούν στην χρήση ή  την εγκατάλειψη.

“Experience – dependent plasticity of neuronal networks” και εννοεί με αυτό το χαρακτηρισμό τη σταθεροποίηση ή και το μαρασμό των συνδέσεων μεταξύ των νευρικών κυττάρων μέσα στον εγκέφαλό μας, ανάλογα με τη χρήση. Το πώς έχουν εγκατασταθεί μέσα στον εγκέφαλό μας οι διασυνδέσεις μεταξύ  των νευρικών κυττάρων, οι οποίες καθορίζουν το πώς σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε και ενεργούμε, εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο τις χρησιμοποιούμε. Εξαρτάται δηλαδή από το τι κάνουμε με το μυαλό μας, τι σκεφτόμαστε συχνά, τι νιώθουμε συχνά, αν περνάμε, για παράδειγμα, καθημερινά τα βράδια μας μπροστά στην τηλεόραση ή αν, αντί γι’ αυτό, παίζουμε βιολί, αν διαβάζουμε πολύ ή είμαστε συνέχεια με τον υπολογιστή μας στο διαδίκτυο. Για κάθε μία από αυτές τις ασχολίες χρησιμοποιούμε τελείως διαφορετικές διασυνδέσεις ανάμεσα στα νευρικά κύτταρα του εγκεφάλου μας. Τα κύτταρα στον εγκέφαλό μας μπορεί να μην είναι σε θέση να διαιρεθούν μετά την ενδομήτρια ωρίμανση του εγκεφάλου, ήδη πριν από τη γέννηση, διατηρούν όμως εφ όρου ζωής την ικανότητα να αναδιοργανώνουν προσαρμοστικά τις νευρωνικές διασυνδέσεις τους (Experience – dependent plasticity)

Ο  Huther περιγράφει στο βιβλίο του το «Σύνδρομο Κεντρικής Προσαρμογής| (Huther , 1996) το οποίο είναι μία θεώρηση που προβαίνει σε επαναξιολόγηση των αιτιών και των συνεπειών του φόβου και του στρες. Καθιστά δυνατή την αποστασιοποίηση από τη μονόπλευρη στερεότυπη αντίληψη ως προς την κακοήθεια και την παθογένεια των ψυχικών φορτίσεων και εξηγεί τη σημασία που έχουν από βιολογικής πλευράς ο φόβος και το στρες στις διεργασίες αυτοοργάνωσης και προσαρμογής.

Αυτό που εγώ κρατάω από αυτό το βιβλίο είναι η δυνατότητα που υπάρχει να χαραχθούν νέοι δρόμοι και να εγκαταλειφθούν οι παλιοί, χωρίς αυτό κατ’ ανάγκη να θεωρηθεί καταπίεση, κρύψιμο, άρνηση, κατάλοιπο παιδικής ηλικίας ή παρελθόντος, απωθημένο.

Τα συναισθήματα και οι σκέψεις με τα οποία προσεγγίζουμε την παιδική κακοποίηση, τα συναισθήματα και οι σκέψεις με τα οποία οι εμπλεκόμενοι (θύματα – δράστες) προσεγγίζουν την παιδική κακοποίηση ανήκουν αποκλειστικά στο παρόν. «Το παρελθόν ποτέ δεν καθορίζει το παρόν. Και ο λόγος είναι ότι το παρελθόν έχει περάσει. Όταν υποφέρω από το παρελθόν, αυτό πάντα το κάνω στο παρόν. Διότι μόνο το παρόν καθορίζει την επίδραση που θα έχει το παρελθόν επάνω του.»  Οι νέοι δρόμοι τους οποίους σχεδιάζω, ανοίγω, ασφαλτοστρώνω και χρησιμοποιώ κάθε μέρα είναι διαδικασία που ανήκει στο παρόν, όχι στο παρελθόν. Το ποιον δρόμο θα πάρει κανείς, αν θα παρατήσει τον παλιό και θα τον αφήσει να χορταριάσει και αν θα χαράξει έναν καινούργιο, με νέες δυνατότητες, νέες προοπτικές και καλύτερη χρήση είναι η καθοριστική απόφαση στην αντιμετώπιση της παιδικής κακοποίησης για τους εμπλεκόμενους σε αυτήν.

2. Όποιος έχει εργαστεί με ανθρώπους (παιδιά ή ενήλικες) που εμπλέκονται στην παιδική κακοποίηση έχει κάνει την εμπειρία ότι, το πόσο μακροχρόνιες, επίπονες ή επιβαρυντικές θα είναι οι συνέπειες αυτής της εμπειρίας για τη ζωή του εξαρτάται ή καθορίζεται από το νόημα που θα δώσει ο ίδιος. Δεν υπάρχει καμία αντικειμενική καταμέτρηση των συνεπειών της κακοποίησης και καμία δυνατότητα πρόβλεψης ή και πρόγνωσης της πορείας της εξέλιξης του ενδεχόμενου ψυχικού πόνου του ατόμου.Η εμπειρία μας από τον κόσμο, λέει ο Κονστρουκτιβισμός (Marurana, G. Kelly, Ernst von Glasersfeld, Heinz von Foerster) εξαρτάται από την λειτουργία των αισθήσεών μας και ο τρόπος μας να βλέπουμε τον κόσμο εξαρτάται από το πώς η αισθητηριακή μας δομή έχει εξηγήσει στον εαυτό της τον κόσμο αλληλεπιδραστικά στην πορεία του χρόνου.

Ως λογική συνέπεια αυτής της άποψης μπορεί κανείς να πει ότι η πράξη της παρατήρησης αλλάζει το παρατηρούμενο. Δεδομένου ότι δεν μπορεί να υπάρξει μια αναγνωρίσιμη πραγματικότητα που να είναι ανεξάρτητη από την πράξη της παρατήρησης ζούμε σε μία εξαρτώμενη από τον παρατηρητή πραγματικότητα. Ούτε, όμως, η παρατήρηση, ούτε η γνώση απορροφάται παθητικά. Και εδώ ισχυρίζεται ο κονστρουκτιβισμός ότι στο «Βλέπω και Αναγνωρίζω» ανήκουν διαδικασίες κατασκευής –κατασκευής πραγματικοτήτων-, οι οποίες εξαρτώνται από το πώς αυτός που βλέπει και αναγνωρίζει έχει εξελιχθεί στην πορεία του χρόνου. Μια τέτοιου είδους εξέλιξη στα ανθρώπινα συστήματα εμπεριέχει μία πολύπλοκη επαναδρομική αλληλεπίδραση στην οποία δημιουργείται σημασία μέσω της γλώσσας. Καθώς η γλώσσα είναι που ποιεί νόημα…

Η κονστρουκτιβιστική θεραπεία επικεντρώνεται στη γλώσσα και τη σημασία. Η θεραπεία δεν είναι ούτε μία ανάθεση ούτε η διάθεση πληροφοριών, αλλά η δημιουργία εναλλακτικών ιστοριών και πραγματικοτήτων. Ο ρόλος του θεραπευτή είναι η διατάραξη μέσω των ερωτήσεων και των παρεμβάσεών του.

3. Όταν μιλάμε για σεξουαλική και συναισθηματική κακοποίηση των παιδιών περιγράφουμε τις καταστάσεις εκείνες όπου άνθρωποι παιδικής ηλικίας βρίσκονται αντιμέτωποι ή βιώνουν μία φορά ή/και κατ’ επανάληψη συνθήκες και συμπεριφορές υποτίμησης, χλευασμού,  βίας, παραβίασης ορίων, απώλειας ελέγχου.  Στις καταστάσεις αυτές, στις συνθήκες αυτές υπάρχει εξ αρχής ένας σαφής διαχωρισμός θέσης. Κάποιος υπερτερεί έναντι κάποιου άλλου. Κατά κανόνα συμβαίνει στην παιδική ηλικία και γίνεται από σωματικά υπέρτερους δράστες. Η συχνότητα είναι υπέρ των αντρών με θύματα  τα κορίτσια. Η κακοποίηση χρειάζεται και αυτόν που «υπερτερεί», αλλά και αυτόν που «υπολείπεται» ώστε να εγκατασταθεί μία σχέση κακοποίησης ή βίας.   Έχω μία σχετική εμπειρία στον χώρο της παιδικής κακοποίησης. Εδώ και 13 χρόνια συνεργάζομαι με φορείς που παρέχουν υπηρεσίες προστασίας,  υποστήριξης και ενδυνάμωσης παιδιών και νέων που έχουν στο ιστορικό τους ιστορίες κακοποίησης. Από φορέα υποστήριξης και ενδυνάμωσης νέων που προέρχονται από κακοποιητικά οικογενειακά ή κοινωνικά περιβάλλοντα μέχρι φορέα υποδοχής και προστασίας, ανατροφής και περίθαλψης παιδιών  που ήταν θύματα βίας ή κακοποίησης από το οικογενειακό τους περιβάλλον. Η εμπειρία μου περικλείεται πολύ συνοπτικά στην έκφραση: επιμονή στο παρελθόν. Μία έμφαση σε παγιωμένες και καθορισμένες ετικέτες (που στην περίπτωση των παιδιών στα ιδρύματα πρόκειται για φωτεινές πινακίδες νέον πάνω από τα κεφάλια τους) και στη χρήση όρων άκαμπτων που δεν δίνουν τη δυνατότητα μιας διαφορετικής προσέγγισης. Η κυρίαρχη πολιτική στην παιδική κακοποίηση καθορίζεται από την αντίληψη ότι τα πρώιμα τραύματα επηρεάζουν καθοριστικά στην ανάπτυξη συμπτωματολογίας και ψυχοπαθολογίας. Επίσης, όσο πιο βαθιά πιο σοβαρά ή πιο σκληρά ήταν στα τραύματα τόσο πιο δύσκολη είναι η αντιμετώπισή τους.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η βασική θεραπευτική στάση και αντιμετώπιση, σε ψυχοθεραπευτική διαδικασία, που προτείνεται. Η στάση και η αντίληψη ότι κάποιος που έχει κακοποιηθεί κουβαλά μέσα του μια εμπειρία, ένα τραύμα, το οποίο τον σιγο-τρώει. Είτε το ξέρει είτε όχι. Και αργά ή γρήγορα πρέπει να λύσει αυτήν την ψυχική προβληματική με το να την αντιμετωπίσει κατά πρόσωπο. Θέλει θάρρος, θέλει προετοιμασία, θέλει ένα ασφαλές πλαίσιο, μία καλή σχέση με έναν καλό θεραπευτή με πολύ σχετική εμπειρία και θέλει και μία απόφαση. Όλα αυτά (και άλλα ίσως) θα τον βοηθήσουν ώστε κάποια στιγμή να αντιπαρατεθεί με αυτό και να το νικήσει και/ή να το αποβάλει ή να το θεραπεύσει ή να κλείσει την πληγή. Η αναβίωση του τραύματος σε προστατευτικό πλαίσιο. Η λεγόμενη «επανορθωτική εμπειρία». Η πρόσκληση είναι η αναβίωση των συναισθημάτων χωρίς τους αμυντικούς μηχανισμούς (αποπροσωποποίηση κτλ) σε ένα ασφαλές πλαίσιο, αυτό της θεραπευτικής σχέσης. Τις περισσότερες φορές αυτό είναι κάτι που προτείνεται –συχνά και με μία σχετική πίεση- από τους θεραπευτές. Σε μία λογική: τώρα είναι η ευκαιρία σου, τώρα θα το ξεφορτωθείς. Αν μιλήσεις γι’ αυτό, αν το ξαναβιώσεις με όσο το δυνατόν περισσότερες λεπτομέρειες και όσο το δυνατόν περισσότερη ομοιότητα, θα απελευθερωθείς.

Το Τραύμα είναι γοητευτικό και ασκεί μία έλξη. Τόσο στον πελάτη όσο και στον θεραπευτή. Κάπως έτσι θα μπορούσε να εξηγηθεί η πολύ εμφανής τάση των συγγραφέων άρθρων για την παιδική κακοποίηση να αφηγούνται με απίστευτες λεπτομέρειες όλες τις τραυματικές εμπειρίες των πελατών τους – θυμάτων  σεξουαλικής κακοποίησης στα άρθρα και τα επιστημονικά περιοδικά.

Η «επανορθωτική εμπειρία» όμως, ως τεχνική αντιμετώπισης του Τραύματος, θα μπορούσε να είναι ακόμα και βλαπτική. Δεν είμαι σίγουρος  ότι για να επιλυθεί αυτή η εσωτερική – ψυχική προβληματική πρέπει απαραίτητα να βγάλουμε στο φως της ημέρας αυτό το κρυφό και σκοτεινό τραύμα. Αυτό που ίσως διαφεύγει από αυτήν είναι το προσωπικό νόημα που έχει δώσει ο καθένας στην προσωπική του εμπειρία. Ο κάθε άνθρωπος που έχει υποστεί μία τραυματική εμπειρία ξέρει περί τίνος πρόκειται και τι θα του κάνει καλό. Το «τι να κάνω γιατρέ;» δεν ισχύει. Όπως δεν ισχύει και σε καμία ουσιαστικά συνεργασία μας στο πλαίσιο της θεραπευτικής σχέσης με πελάτες μας. Το σημαντικό είναι η διαίσθηση των πελατών. ΑΥΤΟΣ ΞΕΡΕΙ. Η θεραπευτική αντιμετώπιση ενός τραύματος αφορά μόνο ανθρώπους που το θυμούνται και που νιώθουν ότι η ανάμνηση αυτή τους καταπιέζει και υποφέρουν από αυτήν. Όχι αυτούς που εμείς θεωρούμε ότι έχουν τραύμα και δεν το ξέρουν ή δεν το θυμούνται ή κάτι άλλο…Εμπιστοσύνη στη διαίσθηση των πελατών. Φυσικά δεν είναι τυχαία και η επιλογή του όρου «Πελάτης» στη θεραπευτική σχέση. Αυτός ξέρει.

Η βασική μου εμπειρία στη διάρκεια αυτών των χρόνων, η οποία επαναλαμβανόταν σε κάθε αλλαγή του εργασιακού μου πλαισίου ή των συνεργασιών μου, ήταν μία εικόνα…υγείας. Μου έκανε πάντα εντύπωση η πρώτη εικόνα που μου έδιναν κάθε φορά που ξεκινούσα μία συνεργασία σε έναν τέτοιο χώρο, μία εικόνα αρρώστιας, πόνου, καθήλωσης στο παρελθόν, σύνδεσης με το παρελθόν και τις ιστορίες συναισθηματικής και σεξουαλικής βίας που το κάθε παιδί είχε βιώσει πριν την απομάκρυνσή του από το κακοποιητικό οικογενειακό του περιβάλλον. Αυτό που έκανε όμως μεγαλύτερη εντύπωση ήταν το πώς σε κάθε περίπτωση, τις περιόδους που έπιανα τον εαυτό μου να «ξεχνιέται» (λόγω διοικητικών καθηκόντων και πιεστικής καθημερινότητας) και να αποσυνδέεται από το παρελθόν των παιδιών και την τραυματική τους εμπειρία, συναντούσα παιδιά υγιή, συγκροτημένα, με όνειρα και στόχους για το μέλλον, με ένα καθαρό και οργανωμένο παρόν.  Παιδιά με αποθέματα, με δυνατότητες, όχι παιδιά με ελλείψεις. Αυτό δεν ήταν μόνο δική μου εμπειρία. Ήταν και εμπειρία και άλλων συναδέλφων που, προερχόμενοι από το ίδιο θεωρητικό πεδίο (της συστημικής σκέψης), συναντούσαν και αυτοί τα παιδιά στο παρόν τους και όχι στο παρελθόν. Αυτές τις υποθέσεις μας τις συγκεντρώσαμε και προσπαθήσαμε να τις κάνουμε παρέμβαση. Οργανώσαμε λοιπόν έναν τρόπο επικοινωνίας και συναλλαγής με τα παιδιά που «ξεχνούσε» το παρελθόν και απόκοβε τον συνδετικό κρίκο των συμπεριφορών του σήμερα από τις εμπειρίες του χθες. Τις περιπτώσεις που το παρελθόν και οι κακοποιητικές εμπειρίες τους ερχόταν και εμφανιζόταν στο παρόν, τότε φροντίζαμε και πάλι να τις αντιμετωπίζουμε στο παρόν, στο εδώ και τώρα. Να τις βλέπουμε ως ανάμνηση του παρελθόντος που ταλαιπωρεί κάποιον στο σήμερα. Το αντιμετωπίζαμε όμως ως πρόβλημα του παρόντος.

Η βασική συμπεριφορά των παιδιών όσον αφορά στα τραύματα του παρελθόντος τους χαρακτηριζόταν από δύο φάσεις: α) τη φάση συνεχούς ενασχόλησης με την εμπειρία τους και β) την απόσπαση της προσοχής τους από αυτό και την ενασχόληση με ευχάριστα πράγματα. Τα παιδιά το κάνουν από μόνα τους ακολουθώντας τη διαίσθησή τους. Αυτά ξέρουν.Αυτή η διαδικασία, αν τη σεβαστεί κανείς, είναι μία από τις θεμελιώδεις διαδικασίες αντιμετώπισης ενός τραυματικού παρελθόντος. Ασχολούμαι και μιλώ συνέχεια γι’ αυτό και αποσπώ την προσοχή μου και ασχολούμαι με ευχάριστα πράγματα.  Εκκρεμές. Αυτή η διαδικασία επαναφέρει σιγά σιγά τους ανθρώπους στη θέση αυτού που έχει τον έλεγχο. Αυτού που καθορίζει το τι του συμβαίνει και πότε. Γιατί στις περιπτώσεις παιδικής κακοποίησης η πεμπτουσία της τραυματικής εμπειρίας είναι η απώλεια ελέγχου. Η παραβίαση των ορίων ελέγχου.

Μια εμπειρία καθίσταται τραύμα όταν έχει κανείς την εμπειρία ότι ετεροκαθορίζεται. Ότι υπάρχει κάτι το εξωτερικό που τον καθορίζει και δεν έχει κανέναν έλεγχο πάνω σε αυτό που συμβαίνει. Άρα το τραύμα συνιστά μία εμπειρία απειλής της αυτονομίας κάποιου. Όταν κάποιος παρακινεί (όσο καλοπροαίρετα και να το κάνει) τον πελάτη του να κάνει κάτι συγκεκριμένο (αναβίωση) ουσιαστικά μιλάμε για απειλή αυτής της αυτονομίας.  «Η διαμόρφωση της σχέσης ανάμεσα σε έναν θεραπευτή που συμπεριφέρεται ενεργητικά, καθοδηγητικά και απαιτητικά και σε έναν πελάτη που αισθάνεται παθητικός, εξαρτημένος και εκτεθειμένος  λόγω της ψυχικής του οδύνης μοιάζει πολύ με την διαμόρφωση σχέσης θύματος δράστη σε ένα τραύμα που έχει προκληθεί από άνθρωπο. Πολλοί άνθρωποι (θύματα) συναινούν στην κακοποίησή τους από θεραπευτές».

4.Παρατηρώντας την παιδική κακοποίηση μέσα από μία συστημική ματιά μπορούμε να πούμε τα εξής:

Α) Η βία στην οικογένεια μπορεί να νοηθεί αφηρημένα ως μία προσπάθεια αντιμετώπισης εσωτερικού ή εξωτερικού στρες μέσα σε καταστάσεις ζωής ή σχέσης που βιώνονται ως υπερπολύπλοκες, δηλ, ως στρατηγική ελέγχου, η οποία –τουλάχιστον προσωρινά- παρέχει ένα ατομικό αίσθημα ασφάλειας. Μπορούμε λοιπόν να δούμε τη βία όχι ως έκφραση ενός επιθετικού ενστίκτου ή μία αμετάβλητη προσωπική ιδιότητα, αλλά ως ένα πρωτόγονο μηχανισμό αντιμετώπισης για τη μείωση της πολυπλοκότητας. Η απλή υιοθέτηση μιας αντι-θέσης της καταδίωξης και της τιμωρίας των δραστών προς το θεωρούμενο συμφέρον του θύματος, χρησιμοποιεί κατά βάθος τα ίδια σχήματα μείωσης της πολυπλοκότητας και επιβεβαιώνει τη δυναμική τους, αντί να τα αλλάζει. Η συστημική προσέγγιση είναι στραμμένη προς το να αυξάνει διαρκώς την ιδία πολυπλοκότητα των δρώντων συστημάτων (ατόμων, οικογενειών, φορέων), συνεπώς και τις δυνατότητες αντιμετώπισης των πολύπλοκων καταστάσεων της ζωής για όλους τους συμμετέχοντες. Η αύξηση της ιδίας πολυπλοκότητας μέσα από την ενίσχυση των αποθεμάτων σε δράστες και θύματα είναι μια κατεύθυνση πιο βοηθητική.
Β) τα πάντα συμβαίνουν μέσα σε πλαίσιο. Το συναίσθημα, η σκέψη, η δράση των ανθρώπων συμβαίνει πάντα μέσα σε κάποιο πλαίσιο, το οποίο επηρεάζει την υποκειμενική νοηματοδότηση αυτού που συμβαίνει. Όταν μία συγκεκριμένη συμπεριφορά εμφανίζεται ως αδύνατη να την κατανοήσει κάποιος, να την συναισθανθεί, θα μπορούσε ενδεχομένως μία διευρυμένη αντίληψη του πλαισίου (διευρυμένη οικογένεια, βιογραφία, περιβάλλον, πολιτισμικό φόντο κτλ) να κάνει δυνατές καινούργιες σημασιοδοτήσεις και, συνεπώς, κατανόηση.
Γ) Στη δυναμική της οικογενειακής βίας εμπλέκονται όλοι οι συμμετέχοντες, δηλ. συμβάλουν με τη δράση τους στις σχέσεις, στην παραγωγή, διατήρηση και επίλυση των προβλημάτων. Αυτό ισχύει τόσο για τους ενήλικες όσο και για τα παιδιά, αφού η εκάστοτε συμπεριφορά αποτελεί μέρος ενός υπό ορισμένες συνθήκες προβλέψιμου σχήματος συναλλαγών το οποίο μπορεί να ξεδιπλώσει μία ορισμένη δυναμική (η εμπλοκή δεν έχει ως προϋπόθεση ούτε τη συνειδητότητα ούτε την πρόθεση).
Δ) Από την  παραπάνω εμπλοκή όμως όλων των συμμετεχόντων δεν συνάγεται ότι όλοι επηρεάζουν τα συμβαίνοντα στο σύστημα με την ίδια ένταση ή εξουσία. Τα κοινωνικά συστήματα χαρακτηρίζονται από θεμελιώδεις ασυμμετρίες στη σχέση των μελών του συστήματος. Από τη διαφορετική θέση των συμμετεχόντων προκύπτουν ειδικές προσδοκίες του ενός από τον άλλον σε σχέση με ικανοποίηση συγκεκριμένων αναγκών για προστασία, φροντίδα, προσοχή, υποταγή, συνεργασία κλπ.
Ε)  Η θεωρία των αυτοποιητικών συστημάτων (Maturana, Varela) και ο κονστρουκτιβισμός έχουν παρουσιάσει πειστικά ότι οι οργανισμοί ή και τα άτομα είναι, οντολογικά ιδωμένο με βάση την βιολογική και νευρολογική τους οργάνωση, αυτόνομα, δηλαδή καθορίζονται μόνο από τη δική τους εσωτερική κατάσταση, όχι από το περιβάλλον τους, το οποίο πάντοτε μόνον ερεθίσματα ή διαταράξεις για την αλλαγή της κατάστασης προσφέρει. Από οντολογική άποψη δεν μπορεί ένας άνθρωπος να «διαπαιδαγωγηθεί» από άλλους με την έννοια της καθοδηγητικής επικοινωνίας, να οδηγηθεί κάπου, δηλαδή να καθοριστεί έξωθεν. Αν κάτι τέτοιο θα ήταν εφικτό η Παιδαγωγική, η επίσημη αλλά και η άτυπη Εκπαίδευση θα ήταν πολύ εύκολη διαδικασία.
ΣΤ) Σε οριοθέτηση απέναντι στην έννοια της ενοχής μπορούμε να τοποθετήσουμε την έννοια της ευθύνης. Η ευθύνη μπορεί να αξιοποιηθεί ως αναφορά στο μέλλον και με προσανατολισμό στα αποθέματα. Η προσκόλληση στην ενοχή των γονέων, έχει μικρή θεραπευτική χρησιμότητα. Αυτό που θα είναι χρήσιμο είναι η αξιοποίηση της προσωπικής κατασκευής της ενοχής από το κάθε μέρος. Η ενασχόληση με το είδος και το μέγεθος της ενοχής εκπληρώνει μία ομοιοστατική λειτουργία η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί θεραπευτικά.

Όποιος στη ζωή του έχει απαξιωθεί ή κακοποιηθεί σεξουαλικά ή με άλλους τρόπους μπορούμε να θεωρήσουμε εύλογο να τρέφει έντονα συναισθήματα εκδίκησης. Γι’ αυτό πρέπει να τρέφουμε κατανόηση. Θέλει να εκδικηθεί. (Παράδειγμα είναι η σύνδεση των ανθρώπων που έχουν κακοποιηθεί στο παρελθόν με την κακοποίηση που οι ίδιοι ασκούν. Κύκλος της βίας. «ΕΚΕΙ ΜΠΟΡΕΙΣ… να διοχετεύσεις την τάση σου για εκδίκηση».)Πρόκειται για έναν τρόπο κακοποίησης που στρέφεται στον εαυτό του. Αυτός που κακοποιεί παιδιά στρέφεται εναντίον του εαυτού του. Δηλαδή κάνει τον εαυτό του κακό. Αυτοεκδικητικό. Απλά χρειάζεται και έναν θύμα για να είναι κακός και αυτό είναι τα παιδιά. Το επίμονο αίσθημα ενοχής των θυμάτων σεξουαλικής κακοποίησης τροφοδοτεί και συντηρεί και το σχήμα «αν είμαι και εγώ κακός τότε δεν είναι τόσο κακός αυτός ο τόσο σημαντικός άνθρωπος στη ζωή μου που με κακοποιεί». Επίσης, το γίνομαι κακός όταν ενηλικιώνομαι ασκώντας και εγώ κακοποίηση σε παιδιά, ώστε πάλι να μειωθεί η κακία του σημαντικού για μένα προσώπου που με κακοποίησε.  Γιατί ενοχή; Γιατί είναι πιο εύκολα υποφερτό αν δεν είμαι απλό θύμα. Είναι πιο εύκολα υποφερτό από το δεν μπορούσα να κάνω απολύτως τίποτα. (βλ. ανάγκη για έλεγχο). Τι κέρδος μπορεί να έχω όταν φταίω κι εγώ; Αν φταίω κι εγώ, όχι μόνο δεν είμαι ένα αθώο θύμα αλλά και οι άλλοι δεν είναι τόσο κακοί. Ποιοι άλλοι; Αυτοί που έχω ανάγκη για την ύπαρξή μου. Μου χρειάζεται η ιδέα ότι οι άλλοι δεν είναι τόσο κακοί. (Π.χ.: η λογική ότι οι εβραίοι είχαν ένα ποσοστό της ευθύνης για ό,τι τους συνέβη. Αυτό ανακουφίζει το ανθρώπινο είδος από τον καταλογισμό της ικανότητάς του να χάσει κάθε τι ανθρώπινο. Το οποίο είναι αναγκαίο σε υπαρξιακό επίπεδο.) «Ο τραυματισμός από άνθρωπο συμπαρασύρει σε ρευστοποίηση την κατάσταση της βασικής εμπιστοσύνης απέναντι στον άνθρωπο που είναι αναγκαία για την επιβίωση».

Θεραπευτική παρέμβαση και στάση του θεραπευτή στην παιδική κακοποίηση.
Η συστημική – κονστουκτιβιστική οπτική μπορεί να δει την παιδική κακοποίηση μέσα από ένα σχεσιακό και πλαισιακό πρίσμα. Μία συστημική ματιά μπορεί να εξετάσει τις πιθανές πολύπλοκες σημασίες που μπορεί να έχει η κακοποίηση για τους συμμετέχοντες, να αποκαλύψει άλλους τομείς στρες στο σύστημα και να επιτρέψει και στον θεραπευτή να μην είναι «υποχρεωμένος» να κυνηγά μία καμουφλαρισμένη «αλήθεια» αλλά να παραμείνει περίεργος και ανοιχτός ως προς το σύστημα που έχει απέναντί του.

Η δική μου εμπειρία μέσα από τους χώρους της παιδικής κακοποίησης έρχεται να συνταιριάξει με αυτή τη λογική. Νιώθει καλύτερα σε αυτό το πλαίσιο. Τα παιδιά (αλλά και οι ενήλικες στο γραφείο μου) που είδα και είχαν ιστορικό παιδικής κακοποίησης δεν κατάφεραν μέχρι τώρα να με συνδέσουν με το στερεότυπο του κακοποιημένου ανθρώπου που καθορίζεται αποφασιστικά από το τραύμα στην παιδική του ηλικία.

Σε αυτό το σημείο, αναδύεται το θεμελιώδες ερώτημα:Πώς είναι δυνατόν να υπάρχουν άνθρωποι που έχουν βιώσει σεξουαλική βία ή και κακοποίηση και να καταφέρνουν να  ζουν με υγεία; Τι είναι αυτό που κάνει ή τι κάνουν κάποιοι άνθρωποι και μπορούν να ζήσουν και να συν-χωρέσουν με το παρελθόν τους και την ιστορία τους και να ζήσουν μία ευτυχισμένη ή και επιτυχημένη ζωή; Πώς δηλαδή μπορεί κανείς να παράξει την υγεία;

Πώς είναι δυνατόν – και ουσιαστικά ΠΩΣ (και όχι πώς είναι δυνατόν) έχουν καταφέρει και έχουν πετύχει μία τόσο ιδιαίτερη επίδοση στην ζωή τους και έχουν ευτυχίσει παρά την κακοποίηση. Έχουν –ίσως- και αξιοποιήσει την τραυματική τους εμπειρία. Και τα έχουν καταφέρει.

Έχει συμβεί. Σε πάρα πολλούς ανθρώπους. Άρα γίνεται. Και το έχουν κάνει χωρίς απαραίτητα να περάσουν από όλες τις προτεινόμενες θεραπευτικές διαδικασίες που θεωρούμε απαραίτητες ως αναγκαίο δρόμο.
«Όταν έχω βιώσει μία γεμάτη αγάπη προσοχή, οι πιθανότητες να αποδεχτώ γεμάτος αγάπη τον εαυτό μου αυξάνονται ραγδαία».
Θα αναφερθώ κυρίως στη στάση και την θεραπευτική προσέγγιση των ατόμων που έχουν υποστεί κακοποίηση, αναφερόμενος σε βασικές κατευθύνσεις δουλειάς μαζί τους, που εγώ πήρα από την διά βίου εκπαίδευσή μου, και τις χρησιμοποιώ τελευταία με αξιοσημείωτη –για μένα- επιτυχία. Οι προσεγγίσεις αυτές συνοδεύονται ή εφαρμόζονται στην πράξη μέσω ασκήσεων ή οργανωμένων παρεμβάσεων στις οποίες  δεν θα αναφέρω εδώ.

1) Η πρώτη  και βασική στάση και συμπεριφορά που θεωρώ αναγκαία είναι η αναγνώριση της Οδύνης και του πόνου που βίωσε κάποιος και ο σεβασμός σε αυτό το συναίσθημα. Συχνά, διαταραχές της ταυτότητας και διαταραχές της αντίληψης παρουσιάζονται ως συμπτώματα σε διαγνώσεις ψύχωσης, όταν σημαντικά πρόσωπα αναφοράς δεν πιστεύουν τα παιδιά στις περιγραφές τους για σημαντικά τραύματα στη ζωή τους. Π.χ. σεξουαλική κακοποίηση.

2) Αναγνώριση των αναγκών που έχει  ο κάθε άνθρωπος. Ένα παρελθόν το οποίο επιμένει να επανέρχεται και να «ενοχλεί» στο παρόν ξανά και ξανά θα μπορούσε κανείς να το δει ως έναν πολύ χρήσιμο βοηθό υπενθύμισης. Έναν εσωτερικό σύμβουλο αξιολόγησης της ικανοποίησης των προσωπικών αναγκών. «Ειδικά εσύ, που έχεις στην παιδική σου ηλικία κακοποιηθεί με οποιονδήποτε τρόπο και δεν πήρες τότε, που τα είχες πολύ ανάγκη, τα βασικά δώρα της ανάπτυξής σου, έχεις κάθε δικαίωμα να διαμαρτύρεσαι και να απαιτείς». Και αν εσύ δεν το κάνεις εξωτερικά, το κάνει ένα κομμάτι του εαυτού σου, ένας από τους εαυτούς σου εσωτερικά.  Αγάπη, κατανόηση, ενίσχυση, παρηγοριά, προστασία, κράτημα.

3) Έχεις δικαίωμα ειδικά εσύ που έχεις υποφέρει να ζητάς έναν καλύτερο κόσμο. Βέβαια, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι κάτι τέτοιο θα το καταφέρεις για τον εξωτερικό κόσμο…για τον εσωτερικό όμως…?
Υπάρχει μέσα σας και λαγοκοιμάται μια δύναμη που μπορεί να μας δώσει πρόσβαση σε έναν εσωτερικό πλούτο. Αυτή η δύναμη είναι η φαντασία μας.

4) Στροφή της προσοχής στο παρόν. Τώρα είσαι εδώ! Η δύναμη της φαντασίας, οι σκέψεις, τα συναισθήματα είναι ίσως συχνά δύσκολο να ελεγχθούν. Δεν μπορείς να τα σταματήσεις από το να έρχονται. Δεν μπορείς να τους αντισταθείς. Να τα πολεμήσεις. Τουλάχιστον όχι πρόσωπο με πρόσωπο. Μπορείς όμως να στρέψεις την προσοχή σου αλλού. Στο τώρα! Τώρα είσαι εδώ!

5) Επανάκτηση του ελέγχου της ζωής του, ακόμα και (ή κατ’ αρχήν)  στη συνεργασία του με τον θεραπευτή.  Αυτό το μαθαίνουμε από την ίδια την συμπτωματολογία που παρουσιάζουν τα θύματα κακοποίησης. Τον μηχανισμό αποσύνδεσης (την αποπροσωποποίηση) ως αμυντικό μηχανισμό. Αυτό που περιγράφουν είναι μία διαδικασία αυτόματης απόστασης, μία περιγραφή των γεγονότων σαν να μη συνέβαιναν στους ίδιους, σαν να τα παρακολουθούσαν σε ταινία. Σαν να τα έβλεπαν να γίνονται μπροστά τους αλλά οι ίδιοι βρίσκονται σε ασφαλή θέση. Αποσύνδεση από το σώμα. Ήμουν σε ασφαλή θέση.Αν εμπιστευτεί κανείς αυτή τη συμπεριφορά και της αποδώσει νόημα θα βρει τη χρησιμότητά της. Είναι η αναζήτηση για ασφάλεια. Και ασφάλεια νιώθει κανείς όταν έχει τον έλεγχο. Θεραπευτικός στόχος θα μπορούσε να είναι η επανάκτηση του ελέγχου της ζωής του, ακόμα (ή κατ΄αρχήν) στη συνεργασία του με τον θεραπευτή μέσα από το μοντέλο «ΑΥΤΟΣ (ο πελάτης) ΞΕΡΕΙ».

6) Απόδοση νοήματος. Η επεξεργασία του τραύματος και των συνεπειών του γίνεται καλύτερα όταν σε αυτό μπορεί να αποδώσει κανείς ένα νόημα. (π.χ. Victor Frankl, «Αναζητώντας νόημα ζωής και ελευθερίας»). Μία άλλη δυνατότητα είναι να το κάνει κανείς αυτό χρήσιμο για τον εαυτό του. Να βγάλει από αυτό μία μαθησιακή εμπειρία οποιουδήποτε είδους. Προϋπόθεση είναι να έχει γνωστικά και συναισθηματικά τη συνείδηση ότι δεν είμαι υπεύθυνος για το τραύμα. Ότι είναι κάτι που του συνέβη. Ότι είναι κάτι που έχει υποστεί.

7) Απόδοση τα του Καίσαρα στον Καίσαρα

Οι άνθρωποι που έχουν εμπειρία σεξουαλικής βίας υποφέρουν από  αισθήματα ενοχής. Δίνουν στον εαυτό τους την ευθύνη ή ένα μέρος της ευθύνης του συμβάντος. Αντί όμως να υιοθετήσει κανείς την ξένη ενοχή θα έπρεπε να την καταλογίσει εκεί που ανήκει.     Έμφαση να παραμείνεις στη θέση του θύματος που ήσουνα και όχι στη θέση του θύτη. Όχι να συγχωρήσεις τον δράστη αλλά να του αναγνωρίσεις την ενοχή του. Τα του Καίσαρος τω Καίσαρι.

ΚΑΙ… ΚΑΙ αντί για ΕΙΤΕ ΕΙΤΕ. Το ή πατέρας ή βιαστής διατηρεί ανεπίλυτο το πρόβλημα. Δεν μπορεί να κατηγοριοποιηθεί απλά. Δεν είναι ή το ένα ή το άλλο. Πρέπει να συναινούν όλα τα κομμάτια του Εαυτού. «Μπορώ να αφήσω το κακό που μου έχει κάνει και να κρατήσω το καλό που μου έχει κάνει». Πρέπει να φωτιστούν ΚΑΙ οι δύο πλευρές.

9) Παράσημα της ζωής. Ένα πράγμα μπορούμε να πούμε σίγουρα: Ο άνθρωπος αυτός έχει επιβιώσει από αυτό το τρομερό συμβάν. Τον έχουμε απέναντί μας. «είμαι κάποιος που έχει επιβιώσει». Έχει αποδείξει ικανότητα και ανθεκτικότητα να μείνει στη ζωή παρά τις αντίξοες συνθήκες. Τα παράσημα της ζωής τα κερδίζουμε στις δυσκολίες, όχι στα εύκολα.

10)«Ποτέ δεν είναι αργά για να αποκτήσει κάποιος μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία».

Πολλές φορές οι άνθρωποι με πόνο μειώνουν τη λαχτάρα τους για ζωή για να μειώσουν τον πόνο. Αυτό στο οποίο μπορεί κανείς να επικεντρωθεί είναι οι ευτυχισμένες και χαρούμενες στιγμές στη ζωή του. Η προσωπική του συλλογή χαρούμενων στιγμών… «Η βιογραφία της χαράς». Ως μία προσπάθεια να ξεκολλήσει από την βιογραφία της δυστυχίας.
Όσο πιο συχνά πηγαινοέρχεται κανείς στα νέα σχήματα, δημιουργείται ένα pattern καινούργιο.
Λέξη κλειδί: ΑΥΤΟΝΟΜΙΑ
«Χρειάζεται μία ΑΠΟΣΤΑΣΗ. Μας ενδιαφέρει η ικανότητα ενός ανθρώπου να παίρνει απόσταση. Κάθε άνθρωπος που χρησιμοποιεί την παρατηρητικότητά του, την απόστασή του χρησιμοποιεί. Αποστασιοποιείται. Η εμπειρία ότι εγώ είμαι ξεχωριστός από αυτό που παρατηρώ. Δεν είμαι αυτό που παρατηρώ. Ούτε μπορώ να το αλλάξω. Μπορώ να αλλάξω όμως την ανάμνηση και τους συνειρμούς που συνδέονται με αυτό.»

Θα τελειώσω όπως ξεκίνησα. Με το βιβλίο του Huther:Γράφει:«Πριν από χρόνια βρήκα το απόφθεγμα ενός φιλοσόφου της Αναγέννησης, που από τότε δεν μου φεύγει από τον νου: “Naturae enim non imperator, nisi parendo”. (=γιατί η φύση δεν κυριαρχείται, αν πρώτα δεν την υπακούσουμε), Bacon, Novum Organum. Μόλις τώρα αρχίζω να κατανοώ τι σημαίνει αυτή η φράση. Μόνο όταν καταφέρουμε να αναγνωρίσουμε ποιοι νόμοι και ποιες αρχές διέπουν την ανάπτυξη έμβιων συστημάτων, μόνο όταν κατανοήσουμε γιατί συγκεκριμένες διεργασίες οδηγούνται σε συγκεκριμένη κατεύθυνση, θα έχουμε τη δυνατότητα να επηρεάσουμε επί τούτου τις εξελίξεις ως προς τις κατευθύνσεις τους αυτές και να επέμβουμε διορθωτικά σε προβλέψιμες διαταραχές. Μόνο όταν καταλάβουμε τι και γιατί φοβούνται οι άνθρωποι και τι συμβαίνει τότε μέσα τους, μπορούμε να αναζητήσουμε διεξόδους. Δεν πρέπει να ακολουθούμε σαν αβέβαια παιδιά, τους δρόμους που χάραξαν οι γονείς και που εκείνοι μας προδιέγραψαν, μέχρι να φτάσουμε στο τελικό αδιέξοδο. Ούτε πρέπει πια να ακολουθούμε, σαν να είμαστε τυφλοί, τις πανταχόθεν συμβουλές, προειδοποιήσεις και καλοπροαίρετες επισημάνσεις εκείνων που πιστεύουν ότι βλέπουν εξαιρετικά καλά, επειδή φορούν πολύ χοντρά γυαλιά. Μπορούμε να κρίνουμε κατά πόσο είναι σωστή η κατεύθυνση προς την οποία προσπαθούν να μας οδηγήσουν. Επειδή ξέρουμε ότι ο φόβος, οι ελεγχόμενες προκλήσεις και οι ανεξέλεγκτες φορτίσεις θα ορίζουν τους δρόμους της σκέψης και της αίσθησής μας, μπορούμε να αναρωτηθούμε κατά πόσο η συμβουλή που μας δίνουν είναι συμβατή με αυτά που εμείς θέλουμε, κατά πόσο μπορεί δηλαδή να μας οδηγήσει σε έναν δρόμο που δεν καταλήγει υποχρεωτικά και πάλι σε αδιέξοδο….

Και αυτό φυσικά ισχύει και για όλα αυτά που είπαμε εδώ σήμερα….

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Ζήσης Τάσος, Εργαστήρι για το Τραύμα, προσωπικές σημειώσεις, Θεσσαλονίκη, 2010

2. Tom Levord, Erhard Wedekond & Hans Georgi, «Βία στις οικογένειες. Δυναμική του συστήματος και θεραπευτικές προοπτικές», Familiendynamic, Κολωνία, 1993

3. Herington Steve, «Κονστρουκτιβισμός και παιδική κακοποίηση», Familendynamic, Λονδίνο, 1993

4. Huther Gerald, «Η βιολογία του φόβου. Πώς από το στρες γεννιούνται συναισθήματα», Εκδόσεις Πολύτροπον, Αθήνα 2007

Η Κατάθλιψη θα συμμετέχει στις εκδηλώσεις για την επέτειο του ΟΧΙ!

Πολύς λόγος για την κατάθλιψη τελευταία. Πολύς λόγος και πλούσια εμπειρία. Σε λίγο καιρό θα γίνουμε η πιο έμπειρη χώρα στην Ευρώπη – αν δεν έχουμε ήδη γίνει. Δημιουργήθηκε και νέος όρος για το φαινόμενο: Εθνική Κατάθλιψη. Για να μας περιλαμβάνει όλους.

Η κατάθλιψη δεν είναι ιδιότητα. Δεν είναι μία αντικειμενική πραγματικότητα.  Δεν έχει μόνιμα και σταθερά στοιχεία που χαρακτηρίζουν έναν άνθρωπο ή πολλούς. Γι’ αυτό και δεν υπάρχουν άνθρωποι καταθλιπτικοί και μη. Υπάρχουν καταθλιπτικά επεισόδια που βιώνουν συγκεκριμένοι άνθρωποι, σε συγκεκριμένο πλαίσιο και με συγκεκριμένη χρονική διάρκεια.

Η κατάθλιψη είναι ένα προσωπικό βίωμα. Μία καθολική υποκειμενική εμπειρία  δυσκολίας στην κίνηση, έλλειψης ενέργειας, έλλειψης  ορμής, απουσίας ευχαρίστησης, εσωτερικής βύθισης και εγκλωβισμού, αδιεξόδου και έντονου ψυχικού πόνου. Περιγράφεται λιτά, αλλά καθαρά με την φράση: «Θέλω, αλλά δεν μπορώ». Για να μιλήσουμε όμως συγκεκριμένα  για κατάθλιψη (και όχι για μελαγχολία ή θλίψη), για καταθλιπτικά επεισόδια , που διαρκούν περισσότερο χρόνο από όσο μπορεί κανείς να αντέξει, απαιτείται ένα σύστημα  ψυχικής οργάνωσης τέτοιο που να αυτοσυντηρείται και να διατηρείται αξιοποιώντας τις εξωτερικές εμπειρίες, τις εσωτερικές σκέψεις και τα προσωπικά συναισθήματα με τρόπο ενισχυτικό.  Απαιτείται ένα σύστημα ψυχικής οργάνωσης που να είναι προσανατολισμένο άκαμπτα και σταθερά στις επιδόσεις, στις επιτυχίες και τα επιτεύγματα.

Ένα τέτοιο σύστημα ψυχικής οργάνωσης έχει καλλιεργηθεί τα τελευταία χρόνια στις λεγόμενες δυτικές κοινωνίες και φυσικά και στην Ελλάδα.  «Ο μπαμπάς θα σ αγαπάει μόνο αν είσαι καλό παιδί». «Γιατί δεν κάνεις ό,τι και τα άλλα παιδιά; Με στεναχωρείς». «Πρέπει να είσαι ο πρώτος μαθητής». «Πάλι πλήγωσες  τη μανά σου με τους κακούς βαθμούς σου». «Είσαι πρώτος στην τάξη σου! Με έκανες ευτυχισμένη! Σ’ αγαπώ πολύ». «Η αναγνώριση από την κοινωνία έρχεται μόνο με την επιτυχία στις πανελλαδικές εξετάσεις». «Τι θα πει ο κόσμος γι’ αυτά που κάνεις;». «Ο άντρας ο σωστός είναι ο άντρας ο πετυχημένος». «Καλοί γονείς είναι αυτοί που έχουν  καλά παιδιά». «Ο σωστός ο άνθρωπος είναι ο άνθρωπος ο ικανός». «Το χρήμα φέρνει την ευτυχία» (-κι ας λένε φωναχτά το αντίθετο)! «Μη σπαταλάς το χρόνο σου με απολαύσεις». «Πέτυχε!». «Πέτυχε!». «Πέτυχε!».  «Μπράβο!».

Υπό αυτές τις συνθήκες οι προσωπικές ανάγκες για αγάπη, αποδοχή, φροντίδα και αναγνώριση από τους σημαντικούς ανθρώπους ικανοποιούνται δευτερογενώς ως συνέπεια των επιτυχιών, των επιδόσεων, των ικανοτήτων. Και όσο οι επιδόσεις επιτυγχάνονται, οι προσωπικές ανάγκες ικανοποιούνται. Τι γίνεται όμως όταν, όπως και στην τρέχουσα πολιτικοοικονομική περίοδο, οι επιτυχίες σταματάνε να έρχονται;  Με μια απλή λογική ακολουθία, αλλά και παρατήρηση της σημερινής κοινωνίας, η απάντηση φαίνεται απλή: Οι προσωπικές ανάγκες  παύουν να ικανοποιούνται, καθώς δεν έρχονται πια οι επιτυχίες που μέχρι τότε τις έτρεφαν, και η ισορροπία διαταράσσεται. Τις περισσότερες φορές εκεί εμφανίζεται η κατάθλιψη.

 Τολμώντας να κοιτάξω προς την κατεύθυνση της αντιμετώπισης, θα είχα την τάση να θεωρήσω την κατάθλιψη ως καμπανάκι υπενθύμισης – ή και πιο συχνά, ως  μεγάλη και βαριά καμπάνα.  Να δω τα καταθλιπτικά επεισόδια ως βοηθούς, ως καλών προθέσεων –αν και συχνά άγαρμπους – συμβούλους των προσωπικών αναγκών. Ως έναν καλό φίλο που μιλώντας μου άσχημα και τολμώντας ακόμα και να ρισκάρει τη σχέση μας δεν αρκείται στο να με κανακεύει και να μου λέει «Ναι» σε όλα, αλλά προσπαθεί να με συνεφέρει και να με συμβουλέψει για το καλό μου. Ως έναν σύντροφο που μου λέει φωναχτά αυτά που απέφευγα να ακούσω ακόμα και από το ίδιο μου το στόμα. Και όσο πιο δυνατά φωνάζει η κατάθλιψή μου, όσο πιο έντονα είναι τα καταθλιπτικά επεισόδια, τόσο πιο μεγάλες είναι οι επιθυμίες μου, τόσο πιο σημαντικά είναι -για μένα- αυτά που μου λέει αυτή η …ανεπιθύμητη και απρόσκλητη φίλη μου.

Κάνοντας μία και περισσότερες ειλικρινείς συζητήσεις μαζί της, ακούγοντας αυτά που θέλει να μας πει, τις ανάγκες μας που έχουμε ξεχάσει να ικανοποιούμε, μπορούμε κάθε στιγμή να αποφασίσουμε συνειδητά σε ποιες από αυτές θα μπορούσαμε ίσως να ρίξουμε και μία δεύτερη ματιά. – Μήπως τελευταία έχουμε  παραμελήσει  στιγμές και γεγονότα που κάποτε μας έδιναν χαρά και ικανοποίηση; – Μήπως  τελευταία έχουμε αλλάξει την, αναγκαία για την ψυχική μας υγεία, ισορροπία ανάμεσα στην ικανοποίηση των αναγκών και τις επιδόσεις μας; – Μήπως, όπως και πολλοί άλλοι άνθρωποι, έχουμε συνηθίσει να παίρνουμε  ευχαρίστηση μόνο μέσα από τις ικανότητες μας και όχι από την ίδια την ύπαρξή μας και την παρουσία μας στη ζωή; – Μήπως οι δικοί μας άνθρωποι έχουν συνηθίσει να μας δείχνουν την αγάπη τους  μόνο όταν παρέχουμε  και όχι όταν είμαστε Εμείς, χωρίς δώρα και προσφορές;  -Μήπως,  πολλές από τις επιθυμίες μας έχουν καταπιεστεί ή έχουμε επιτρέψει να καταπιεστούν για πολύ καιρό; -Μήπως είναι καιρός να μιλήσουμε ειλικρινά, μόνοι σε ένα δωμάτιο με τον εαυτό και την κατάθλιψή μας και να ακούσουμε τι έχει να μας προτείνει;

Κατάθλιψη δεν παθαίνει κάθε άνθρωπος που καταπιέζεται. Κατάθλιψη παθαίνει όποιος αποδέχεται την καταπίεση, δηλαδή συμμετέχει σε αυτήν – άθελά του – με τον τρόπο του. Κατάθλιψη παθαίνει όποιος  συμβιβάζεται ή αναγκάζεται να συμβιβαστεί  και να συνθηκολογήσει  με όρους καταπιεστικούς για τον ίδιο και τις προσωπικές του ανάγκες.

Φέτος, η κατάθλιψη θα παρελάσει στην επέτειο του ΟΧΙ. Σημαιοφόρος.

 Σταύρος Γκουγκουσκίδης

Σχολική φοβία ή διεκδίκηση ικανοποίησης των προσωπικών αναγκών;

Ένα μικρό κορίτσι ξεκίνησε την …επανάστασή του μέσα στην οικογένεια. Μία μέρα, όπως όλες τις άλλες, άρχισε να κλαίει και να οδύρεται. «Δεν θέλω το σχολείο. Δεν θέλω να πάω στο σχολείο. Εκεί τα παιδιά δεν με παίζουν! Δεν μου αρέσει!». Οι γονείς πέφτουν επάνω του με τις συνήθεις τακτικές τους. «Εσύ μπορείς! Θα τα καταφέρεις! Πάντα τα καταφέρνεις! Θα το ξεπεράσεις και αυτό!»

Καλές και άγιες οι προθέσεις των γονιών. Καλοί γονείς. Αγαπάνε τα παιδιά τους. Θέλουν το καλό τους και προσπαθούν με κάθε τρόπο.  Όμως, εδώ η κατάσταση φαίνεται να τους ξεπερνά.